Στη νέα εποχή των γεωπολιτικών συγκρούσεων,
η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι πάντοτε
να πείσεις τον αντίπαλο ότι έχεις δίκιο·
αρκεί να τον κάνεις να αμφιβάλλει για τα πάντα.
√ Η γεωπολιτική αξιοποίηση των άκρων και η στρατηγική της αποσταθεροποίησης
Η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα της Ευρώπης χαρακτηρίζεται από μία εντεινόμενη κρίση εμπιστοσύνης. Οι παραδοσιακοί θεσμοί αμφισβητούνται, οι κοινωνίες εμφανίζονται βαθιά πολωμένες, ενώ οι πολιτικές δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως «αντισυστημικές» αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη επιρροή. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αποκλειστικά ευρωπαϊκό φαινόμενο· ούτε μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσω οικονομικών ή κοινωνικών παραγόντων. Στο υπόβαθρό της διακρίνεται και μια διαρκής γεωπολιτική αντιπαράθεση, στην οποία η πληροφορία, η παραπληροφόρηση και η χειραγώγηση της κοινής γνώμης μετατρέπονται σε όπλα διεθνούς ισχύος.
Στο πλαίσιο αυτό, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε ένας ευρύς προβληματισμός σχετικά με τον ρόλο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ειδικότερα του Κρεμλίνου στην καλλιέργεια ή αξιοποίηση πολιτικών και κοινωνικών ρευμάτων εντός της Ευρώπης. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η επιρροή αυτή δεν φαίνεται να περιορίζεται σε έναν μόνο ιδεολογικό χώρο. Αντιθέτως, σειρά ερευνών και αναλύσεων καταγράφουν επαφές, πολιτικές συγκλίσεις ή μορφές υποστήριξης προς δυνάμεις τόσο της άκρας Δεξιάς όσο και της άκρας Αριστεράς.
Εκ πρώτης όψεως αυτό μοιάζει αντιφατικό. Πώς είναι δυνατόν το ίδιο γεωπολιτικό κέντρο να βρίσκει κοινά σημεία με δύο χώρους που ιστορικά παρουσιάζονται ως ιδεολογικοί αντίπαλοι;
Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα όχι στην ιδεολογία, αλλά στη στρατηγική.
√ Όχι η επικράτηση κάποιας ιδεολογίας, αλλά η αποδυνάμωση της Ευρώπης
Το Κρεμλίνο δεν χρειάζεται να μετατρέψει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες σε φιλορωσικές. Δεν χρειάζεται να επιβάλει ένα νέο σοβιετικό ή μετασοβιετικό μοντέλο. Εκείνο που φαίνεται να επιδιώκει είναι η αποδυνάμωση της συνοχής των δυτικών κοινωνιών.
Όσο περισσότερο διχάζεται μια κοινωνία, όσο περισσότερο αυξάνεται η δυσπιστία προς τους θεσμούς, όσο δυσκολότερη γίνεται η συναίνεση, τόσο περισσότερο εξασθενεί η δυνατότητα κοινής πολιτικής δράσης.
Η στρατηγική αυτή περιγράφεται συχνά ως μορφή «υβριδικού πολέμου»: όχι με τανκς και πυραύλους, αλλά με πληροφορία, επιρροή, ψυχολογικές επιχειρήσεις και καλλιέργεια κοινωνικής σύγχυσης. Ευρωπαϊκές αναλύσεις για τις υπέρ του Κρεμλίνου εκστρατείες παραπληροφόρησης περιγράφουν ακριβώς αυτό το μοντέλο επιρροής.
Το ζητούμενο δεν είναι πάντοτε η νίκη συγκεκριμένων πολιτικών κομμάτων. Συχνά αρκεί η αποσταθεροποίηση.
√ Η προσέγγιση προς την Ακροδεξιά
Στον χώρο της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς παρατηρήθηκαν επί σειρά ετών αξιοσημείωτες πολιτικές συγκλίσεις με τη Μόσχα.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν παρουσιάστηκε συχνά ως πρότυπο ισχυρής ηγεσίας, υπερασπιστής της εθνικής κυριαρχίας και αντίπαλος του φιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου μοντέλου. Η ρωσική ρητορική περί «παραδοσιακών αξιών», εθνικής ταυτότητας και αντίστασης στη δυτική πολιτισμική αποδόμηση βρήκε απήχηση σε κύκλους της ευρωπαϊκής εθνικιστικής Δεξιάς.
Παράλληλα, έχουν καταγραφεί συγκεκριμένες περιπτώσεις επαφών και σχέσεων μεταξύ ρωσικών παραγόντων και ευρωπαϊκών κομμάτων. Μελέτες αλλά και ερευνητικές εργασίες υποστηρίζουν ότι η Ρωσία επιδίωξε τη δημιουργία ευρύτερων δικτύων επιρροής σε πολιτικούς χώρους της ριζοσπαστικής Δεξιάς.
Η περίπτωση της Γαλλίας υπήρξε ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Στον δημόσιο διάλογο συζητήθηκαν επανειλημμένα οι οικονομικές σχέσεις και πολιτικές επαφές του κόμματος της Μαρίν Λεπέν με ρωσικούς κύκλους, γεγονός που προκάλεσε έντονο προβληματισμό στην Ευρώπη.
Ωστόσο η εικόνα σήμερα είναι πιο σύνθετη. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αρκετές ευρωπαϊκές δυνάμεις της Ακροδεξιάς αναγκάστηκαν να αναπροσαρμόσουν τη στάση τους, καθώς η κοινή γνώμη έγινε περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στη Μόσχα.
√ Η λιγότερο ορατή σύγκλιση με την Ακροαριστερά
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της Ακροαριστεράς.
Εδώ η Ρωσία δεν εμφανίζεται ως υπέρμαχος της παράδοσης και της συντηρητικής κοινωνικής τάξης. Αντιθέτως, προβάλλεται ως αντίβαρο στην αμερικανική ισχύ και ως δύναμη αντίστασης απέναντι στον δυτικό «ιμπεριαλισμό».
Σημαντικές αναλύσεις έχουν εντοπίσει ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο: τόσο η άκρα Δεξιά όσο και η άκρα Αριστερά συχνά καταλήγουν σε παρόμοιες αφηγήσεις για ζητήματα που αφορούν τη Ρωσία, το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή πολιτική ασφαλείας.
Η Ακροαριστερά συνήθως προσεγγίζει το θέμα μέσω αντινατοϊκού και αντιαμερικανικού πρίσματος· η Ακροδεξιά μέσω εθνικιστικού και αντιευρωπαϊκού πρίσματος. Η αφετηρία διαφέρει. Το αποτέλεσμα όμως ενίοτε συγκλίνει.
Και αυτό ακριβώς φαίνεται να αξιοποιεί η Μόσχα.
√ Η θεωρία του «πολιτικού πετάλου»
Ορισμένοι πολιτικοί αναλυτές μιλούν για τη λεγόμενη «θεωρία του πετάλου» (horseshoe theory): ότι τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος συχνά καταλήγουν να προσεγγίζουν το ένα το άλλο.
Η θεωρία αυτή παραμένει αντικείμενο έντονων συζητήσεων. Ωστόσο σε ζητήματα όπως η δυσπιστία προς τους υπερεθνικούς θεσμούς, η αμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο αντινατοϊσμός, η καχυποψία απέναντι στα μέσα ενημέρωσης, ο αντισυστημικός λόγος, παρατηρούνται πράγματι αξιοσημείωτες συγκλίσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα ακραία κινήματα είναι «ρωσικά» ή ότι λειτουργούν ως όργανα ξένων συμφερόντων. Μια τέτοια απλουστευτική ανάγνωση θα ήταν ιστορικά λανθασμένη.
Σημαίνει όμως ότι ένα ξένο κέντρο ισχύος μπορεί να αξιοποιεί ήδη υπάρχουσες κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις.
√ Η πληροφορία ως νέο πεδίο πολέμου
Κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου η αντιπαράθεση διεξαγόταν κυρίως με στρατιωτικά και ιδεολογικά μέσα.
Σήμερα διεξάγεται διαφορετικά.
Η ψηφιακή εποχή επέτρεψε την ανάπτυξη νέων εργαλείων: δικτύων επιρροής, κοινωνικών μέσων, οργανωμένων εκστρατειών παραπληροφόρησης και κατασκευής εναλλακτικών αφηγημάτων. Ερευνητικές εργασίες επισημαίνουν ότι το περιβάλλον αυτό δημιουργεί ιδανικές συνθήκες διάδοσης φιλορωσικών αφηγημάτων.
Στο νέο αυτό τοπίο, η ισχύς δεν μετριέται μόνο με στρατούς και οικονομικούς δείκτες. Μετριέται και με την ικανότητα διαμόρφωσης συνειδήσεων.
Τελικά, ίσως το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι αν το Κρεμλίνο «δημιούργησε» την ευρωπαϊκή πολιτική πόλωση. Η πόλωση είχε βαθύτερες κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές αιτίες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: ποιος αξιοποιεί τις ρωγμές.
Και η εικόνα που προκύπτει από την τελευταία δεκαετία είναι ότι η Ρωσία φαίνεται να αντιμετωπίζει αυτές τις ρωγμές όχι ως πρόβλημα, αλλά ως στρατηγική ευκαιρία.
Γιατί στη νέα εποχή των γεωπολιτικών συγκρούσεων, η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι πάντοτε να πείσεις τον αντίπαλο ότι έχεις δίκιο· αρκεί να τον κάνεις να αμφιβάλλει για τα πάντα.
