Η πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης είναι γεμάτη πρόσωπα που άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στην πορεία της χώρας. Λίγοι όμως πολιτικοί προκάλεσαν τόσο βαθιές και μακροχρόνιες συνέπειες όσο ο Αντώνης Σαμαράς. Από την κρίση του Μακεδονικού στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι το αντιμνημονιακό κύμα της οικονομικής κατάρρευσης και τις σημερινές παρεμβάσεις του στα εθνικά ζητήματα, η παρουσία του χαρακτηρίζεται από συγκρουσιακή τακτική, πολιτικό τυχοδιωκτισμό και μια σταθερή προτίμηση στον εύκολο εθνικισμό αντί της ρεαλιστικής στρατηγικής.
Η δημόσια εικόνα που επιχείρησε κατά καιρούς να καλλιεργήσει ήταν εκείνη του «πατριώτη πολιτικού» που δήθεν αντιστέκεται στις πιέσεις του διεθνούς συστήματος. Όμως μια προσεκτική αποτίμηση της πολιτικής του διαδρομής οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα: πολλές από τις πιο κρίσιμες παρεμβάσεις του συνέβαλαν στην αποσταθεροποίηση της χώρας, στην όξυνση του λαϊκισμού και στην υπονόμευση εθνικών και οικονομικών συμφερόντων.
Το 1993 και η χαμένη ευκαιρία στο Μακεδονικό
Η πρώτη μεγάλη ιστορική τομή συνδέεται με την περίοδο 1992–1993. Η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας δημιούργησε ένα σύνθετο γεωπολιτικό πρόβλημα στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Εκείνη την εποχή υπήρχαν δυνατότητες για μια πολύ πιο συμφέρουσα διπλωματική διευθέτηση του ζητήματος της ονομασίας των Σκοπίων, πριν παγιωθούν διεθνώς δυσμενείς συσχετισμοί.
Ωστόσο, ο Αντώνης Σαμαράς, ως υπουργός Εξωτερικών, επέλεξε μια ακραία και αδιάλλακτη γραμμή, επενδύοντας πολιτικά στο σύνθημα της «μη χρήσης του όρου Μακεδονία». Η τακτική αυτή μπορεί να συγκινούσε συναισθηματικά μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης, όμως αγνοούσε πλήρως την πραγματικότητα του διεθνούς συστήματος και τις διαθέσεις των μεγάλων δυνάμεων.
Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για τη χώρα. Αντί να επιτευχθεί μια έγκαιρη και ελεγχόμενη συμφωνία, η Ελλάδα οδηγήθηκε σε διπλωματική απομόνωση, ενώ σταδιακά δεκάδες κράτη αναγνώρισαν το γειτονικό κράτος με το συνταγματικό του όνομα. Η πολιτική έντασης που καλλιέργησε ο Σαμαράς όχι μόνο δεν απέδωσε, αλλά τελικώς οδήγησε σε πολύ χειρότερους όρους για την ελληνική πλευρά.
Παράλληλα, η προσωπική του σύγκρουση με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας το 1993. Η χώρα εισήλθε σε νέα περίοδο πολιτικής αστάθειας, όχι εξαιτίας κάποιας εθνικής ανάγκης, αλλά λόγω προσωπικών φιλοδοξιών και εσωκομματικών συγκρούσεων.
Ο εθνικισμός ως πολιτικό εργαλείο
Από εκείνη την εποχή διαμορφώθηκε ένα σταθερό πολιτικό μοτίβο: ο Αντώνης Σαμαράς αξιοποιούσε τα εθνικά θέματα όχι ως πεδίο υπεύθυνης στρατηγικής, αλλά ως μέσο πολιτικής πίεσης και προσωπικής επιβίωσης.
Η ίδρυση της «Πολιτικής Άνοιξης» βασίστηκε σε έναν έντονα εθνικιστικό λόγο, ο οποίος εξέφραζε περισσότερο την πολιτική οργή και τον θυμό παρά μια σοβαρή κυβερνητική πρόταση. Αντί να συμβάλει στη διαμόρφωση εθνικής συνεννόησης σε κρίσιμα ζητήματα, ο Σαμαράς επένδυσε στη διαίρεση, στον συναισθηματισμό και στην καλλιέργεια της αντίληψης ότι οποιοσδήποτε συμβιβασμός αποτελεί «εθνική προδοσία».
Αυτή η κουλτούρα πολιτικής υπερβολής άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ελληνική δημόσια ζωή. Ενίσχυσε τον ανορθολογισμό, περιθωριοποίησε τη σοβαρή διπλωματική σκέψη και νομιμοποίησε έναν εύκολο πατριωτισμό συνθημάτων.
Το αντιμνημόνιο και η έκρηξη του λαϊκισμού
Η δεύτερη μεγάλη ιστορική ευθύνη του Αντώνη Σαμαρά αφορά την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Το 2010, όταν η Ελλάδα βρισκόταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας, η χώρα είχε ανάγκη από πολιτική σταθερότητα, σοβαρότητα και εθνική συνεννόηση. Αντί όμως να στηρίξει μια υπεύθυνη ευρωπαϊκή πορεία, ο Σαμαράς επέλεξε τη στρατηγική του αντιμνημονίου.
Υιοθέτησε μια ρητορική εύκολων υποσχέσεων και δήθεν «εναλλακτικών λύσεων», καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα μπορούσε να αποφύγει τις σκληρές δημοσιονομικές προσαρμογές χωρίς σοβαρό κόστος. Το περίφημο «Ζάππειο» αποδείχθηκε πολιτικά και οικονομικά ανεδαφικό.
Το σημαντικότερο όμως δεν ήταν η αποτυχία των ίδιων των προτάσεών του. Ήταν ότι ο Σαμαράς νομιμοποίησε για πρώτη φορά μέσα στον χώρο της κεντροδεξιάς έναν επιθετικό αντιμνημονιακό λαϊκισμό, ανοίγοντας τον δρόμο για ακόμη πιο ακραίες εκδοχές του.
Με άλλα λόγια, πριν ακόμη εμφανιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβερνητική δύναμη, ο Αντώνης Σαμαράς είχε ήδη συμβάλει αποφασιστικά στη διάδοση της αντίληψης ότι τα μνημόνια αποτελούσαν απλώς προϊόν «υποτέλειας» και όχι αναγκαστική συνέπεια της δημοσιονομικής κατάρρευσης της χώρας.
Έτσι, ο πολιτικός χώρος προετοιμάστηκε ψυχολογικά και ιδεολογικά για την άνοδο του Αλέξη Τσίπρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς αξιοποίησε και ριζοσπαστικοποίησε ένα αφήγημα που είχε ήδη νομιμοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δεξιά αντιμνημονιακή ρητορική του Σαμαρά.
Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Σαμαράς, όταν έγινε πρωθυπουργός, αναγκάστηκε να εφαρμόσει μνημονιακή πολιτική πολύ πιο σκληρή από εκείνη που προηγουμένως κατήγγελλε. Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο διαψεύστηκε πολιτικά, αλλά ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την κοινωνική απαξίωση προς το πολιτικό σύστημα και την πεποίθηση ότι «όλοι λένε ψέματα».
Η πολιτική της διαρκούς εσωτερικής υπονόμευσης
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της διαδρομής του είναι η συνεχής παραγωγή εσωτερικών ρήξεων μέσα στον χώρο της κεντροδεξιάς.
Από τη σύγκρουσή του με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη μέχρι τη σημερινή στάση του απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Σαμαράς εμφανίζεται συχνά περισσότερο πρόθυμος να αποδυναμώσει την ίδια του την παράταξη παρά να αποδεχθεί πολιτικές επιλογές που δεν ελέγχει.
Οι πρόσφατες παρεμβάσεις του στα ελληνοτουρκικά και σε άλλα ζητήματα χαρακτηρίζονται από έντονη πολεμική διάθεση και απόλυτες διατυπώσεις, οι οποίες συχνά αγνοούν τις πραγματικές γεωπολιτικές ισορροπίες. Η ρητορική αυτή μπορεί να βρίσκει απήχηση σε ένα ακροατήριο εθνικής ανασφάλειας και θυμού, όμως δεν συνιστά υπεύθυνη εξωτερική πολιτική.
Σε μια εποχή κατά την οποία η Ελλάδα χρειάζεται ψυχραιμία, στρατηγική συνέπεια και ισχυρές διεθνείς συμμαχίες, η επαναφορά συνθημάτων και μαξιμαλιστικών θέσεων λειτουργεί περισσότερο ως εσωτερικό πολιτικό εργαλείο παρά ως σοβαρή εθνική στρατηγική.
Είναι δύσκολο να μην παρατηρήσει κανείς ότι πολλές από τις σημερινές παρεμβάσεις του μοιάζουν να καθοδηγούνται περισσότερο από την επιθυμία πολιτικής πίεσης προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και λιγότερο από μια συνεκτική πρόταση για τη χώρα.
Η βαριά κληρονομιά
Ο Αντώνης Σαμαράς υπήρξε αναμφίβολα μια από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της μεταπολιτευτικής δεξιάς. Όμως η επιρροή του υπήρξε συχνά αρνητική.
Στο Μακεδονικό συνέβαλε στην απώλεια μιας πιθανώς ευνοϊκότερης λύσης και στην καλλιέργεια ενός αδιέξοδου εθνικισμού.
Στην οικονομική κρίση νομιμοποίησε τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό που τελικώς άνοιξε τον δρόμο στον ΣΥΡΙΖΑ.
Στη σημερινή συγκυρία συνεχίζει να ενισχύει τη λογική της εσωτερικής πόλωσης και της εθνικής υπερβολής.
Η ιστορία συχνά κρίνει τους πολιτικούς όχι από τις προθέσεις που επικαλούνται, αλλά από τα αποτελέσματα των επιλογών τους. Και αν κάποιος εξετάσει ψύχραιμα την πολιτική διαδρομή του Αντώνη Σαμαρά, δύσκολα μπορεί να αποφύγει το συμπέρασμα ότι πολλές από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις του συνέβαλαν περισσότερο στην όξυνση των προβλημάτων της χώρας παρά στην επίλυσή τους.
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά, επί δεκαετίες, την κυριαρχία του λαϊκισμού, του πολιτικού συναισθηματισμού και της εύκολης εθνικοφροσύνης. Και ο Αντώνης Σαμαράς υπήρξε ένας από τους βασικούς εκφραστές αυτής της πολιτικής κουλτούρας.
