Η ιστορία των μεγάλων πολιτικών παρατάξεων διδάσκει ότι συχνά ο σοβαρότερος κίνδυνος δεν προέρχεται από την αντιπολίτευση, αλλά από τις εσωτερικές αντιπαλότητες, τις προσωπικές στρατηγικές και τις φιλοδοξίες που δεν έσβησαν ποτέ. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει σήμερα και στη Νέα Δημοκρατία, όπου οι δημόσιες παρεμβάσεις των πρώην Πρωθυπουργών και πρώην Προέδρων του κόμματος, Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, δημιουργούν όλο και συχνότερα την εντύπωση όχι μιας δημιουργικής εσωκομματικής κριτικής, αλλά μιας συντονισμένης υπονόμευσης του σημερινού Πρωθυπουργού και Προέδρου της ΝΔ, Κυριάκου Μητσοτάκη.
Φυσικά, σε μια δημοκρατία, η διαφωνία είναι θεμιτή. Οι πρώην ηγέτες δεν υποχρεούνται να σιωπούν. Όταν όμως οι παρεμβάσεις αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα αμφισβήτησης, όταν γίνονται σε στιγμές πολιτικής πίεσης και όταν αξιοποιούνται αμέσως από τα αντίπαλα κόμματα και τα εχθρικά προς τη ΝΔ μέσα ενημέρωσης, τότε εύλογα γεννάται το ερώτημα: πρόκειται πράγματι για «αγωνία για την παράταξη» ή για προσωπική πικρία και πολιτικό ανταγωνισμό;
Η περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: κατάφερε να κυριαρχήσει πολιτικά με τρόπο που ούτε ο Καραμανλής ούτε ο Σαμαράς πέτυχαν στην περίοδο της δικής τους ηγεσίας. Παρά τις αλλεπάλληλες εξωγενείς και διεθνείς κρίσεις -πανδημία, ενεργειακή κρίση, μεταναστευτικό, γεωπολιτικές εντάσεις – η Νέα Δημοκρατία υπό τον Μητσοτάκη πέτυχε ισχυρές εκλογικές νίκες και πολιτική κυριαρχία που δύσκολα αμφισβητείται. Αυτή ακριβώς η επιτυχία είναι πιθανό να προκαλεί δυσφορία σε πρόσωπα που θεωρούσαν ότι η δική τους πολιτική παρακαταθήκη θα παρέμενε αδιαμφισβήτητη.

Στην πολιτική, η φιλοδοξία δεν πεθαίνει ποτέ. Ένας πρώην ηγέτης δυσκολεύεται συχνά να αποδεχθεί ότι η εποχή του πέρασε και ότι ένας διάδοχος μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά ισχυρότερος ή αποτελεσματικότερος. Ειδικά όταν ο διάδοχος αυτός δεν ανήκει πλήρως στο ίδιο ιδεολογικό ή πολιτικό «στρατόπεδο» μέσα στο κόμμα. Ο Αντώνης Σαμαράς εκπροσωπεί ένα πιο παραδοσιακό, εθνικιστικό και σκληρό δεξιό ακροατήριο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντίθετα, επένδυσε περισσότερο σε ένα τεχνοκρατικό, μεταρρυθμιστικό και κεντρώο προφίλ. Η σύγκρουση επομένως δεν είναι μόνο προσωπική· είναι και σύγκρουση πολιτικών αντιλήψεων για την ταυτότητα της παράταξης.
Όμως εδώ προκύπτει το κρίσιμο ζήτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάνει η εσωτερική διαφοροποίηση χωρίς να μετατρέπεται σε αυτοκαταστροφική υπονόμευση;
Όταν πρώην πρωθυπουργοί αφήνουν αιχμές για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, όταν αμφισβητούν δημοσίως κεντρικές επιλογές της ή όταν στέλνουν διαρκώς μήνυμα εσωτερικής κρίσης, τότε το πολιτικό αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά επιζήμιο για τη Νέα Δημοκρατία. Διότι οι αντίπαλοι της Κεντροδεξιάς δεν χρειάζεται καν να παράγουν δικό τους πολιτικό αφήγημα· αρκεί να αναπαράγουν τις δηλώσεις των ίδιων των πρώην ηγετών της ΝΔ.
Αυτό ακριβώς είναι το πιο παράδοξο στοιχείο της υπόθεσης. Οι δύο πρώην πρωθυπουργοί εμφανίζονται συχνά ως θεματοφύλακες της παράταξης, αλλά στην πράξη οι κινήσεις τους προσφέρουν πολύτιμα πολιτικά όπλα στον ΣΥΡΙΖΑ, στο ΠΑΣΟΚ και σε κάθε αντιπολιτευτική δύναμη. Κάθε δημόσια διαφοροποίηση διογκώνεται επικοινωνιακά και παρουσιάζεται ως απόδειξη αποσύνθεσης της κυβέρνησης. Έτσι, η αντιπολίτευση κερδίζει χωρίς καν να κοπιάζει ιδιαίτερα.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η καλλιέργεια της λογικής των «δελφίνων» και των εσωκομματικών στρατοπέδων. Αντί η Νέα Δημοκρατία να εμφανίζεται ως ενιαία κυβερνητική δύναμη, συχνά παρουσιάζεται ως άθροισμα μηχανισμών, προσωπικών επιρροών και παλαιών κέντρων εξουσίας που δεν αποδέχονται πλήρως τη σημερινή ηγεσία. Αυτό κουράζει τους ψηφοφόρους της παράταξης και δημιουργεί απογοήτευση σε πολίτες που αναζητούν σταθερότητα και σοβαρότητα.
Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί και ένας βαθύτερος ψυχολογικός παράγοντας: ο φόβος της ιστορικής επισκίασης. Αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατορθώσει να διατηρήσει την πολιτική κυριαρχία του για μεγάλο χρονικό διάστημα και να συνδέσει το όνομά του με μια περίοδο οικονομικής και γεωπολιτικής σταθερότητας, τότε αναπόφευκτα θα καταγραφεί ιστορικά ως ένας από τους ισχυρότερους ηγέτες της μεταπολιτευτικής Κεντροδεξιάς. Αυτό είναι κάτι που πιθανώς ενοχλεί όσους επιθυμούν να διατηρήσουν οι ίδιοι τον ρόλο του «ιστορικού σημείου αναφοράς» της παράταξης.

Βεβαίως, η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους πρώην. Και η σημερινή ηγεσία οφείλει να αποφεύγει αλαζονικές συμπεριφορές και να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με όλες τις εσωκομματικές τάσεις. Όμως η τελική ευθύνη για την ενότητα ανήκει κυρίως σε όσους έχουν ήδη τιμηθεί με τα ύψιστα αξιώματα του κόμματος και της χώρας. Διότι ένας πρώην πρωθυπουργός δεν είναι απλώς ένας ακόμη βουλευτής· τα λόγια του έχουν βαρύτητα και συνέπειες.
Η Κεντροδεξιά στην Ελλάδα ιστορικά ηττήθηκε κυρίως όταν διασπάστηκε εσωτερικά. Κάθε περίοδος εσωστρέφειας άνοιξε τον δρόμο στους αντιπάλους της. Αν λοιπόν οι προσωπικές στρατηγικές, οι πικρίες ή οι ιδεολογικές εμμονές μετατρέπονται σε μόνιμη εσωκομματική φθορά, τότε το τίμημα δεν το πληρώνει μόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το πληρώνει συνολικά η παράταξη, οι ψηφοφόροι της και τελικά η πολιτική σταθερότητα της χώρας.
