Στη Δημοκρατία, ακόμη και οι «αδιάφθοροι» οφείλουν να λογοδοτούν…
Η Λάουρα Κοβέσι αποτελεί αναμφίβολα μία από τις πλέον ισχυρές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεσμικού οικοδομήματος. Ως πρώτη επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), απέκτησε πρωτοφανή επιρροή στη διερεύνηση οικονομικών εγκλημάτων και υποθέσεων διαφθοράς που αφορούν κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τους υποστηρικτές της είναι σύμβολο της μάχης κατά της διαφθοράς. Για τους επικριτές της, όμως, η πορεία της αποκαλύπτει έναν επικίνδυνο μετασχηματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης: από ένωση κυρίαρχων κρατών σε ένα υπερεθνικό σύστημα ελεγχόμενο από μη εκλεγμένους εισαγγελικούς μηχανισμούς.
Η συζήτηση γύρω από την Κοβέσι δεν είναι απλώς προσωπική. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του ευρωπαϊκού πολιτικού προβλήματος: ποιος ελέγχει τελικά την εξουσία στην Ευρώπη;

Η συγκέντρωση υπερεθνικής εξουσίας
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δημιουργήθηκε με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαθέτει σημαντικές εξουσίες διερεύνησης και δίωξης υποθέσεων απάτης, διαφθοράς και καταχρήσεων ευρωπαϊκών πόρων. Πρόκειται για θεσμό χωρίς ιστορικό προηγούμενο στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, καθώς λειτουργεί υπερεθνικά, υπερβαίνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις την παραδοσιακή αρμοδιότητα των εθνικών εισαγγελικών αρχών.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη ανησυχία. Όταν ένας υπερεθνικός εισαγγελικός μηχανισμός αποκτά τη δυνατότητα να παρεμβαίνει σε εσωτερικές πολιτικές και διοικητικές υποθέσεις κρατών-μελών, χωρίς άμεση δημοκρατική λογοδοσία προς τους ευρωπαϊκούς λαούς, δημιουργείται ένα επικίνδυνο θεσμικό προηγούμενο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε πάνω στην αρχή της ισορροπίας μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και κοινών θεσμών. Η υπερσυγκέντρωση εξουσίας σε μη εκλεγμένα όργανα διαταράσσει αυτή την ισορροπία.

Η πολιτικοποίηση της δικαιοσύνης
Η ίδια η Κοβέσι υπήρξε εξαιρετικά πολωτική προσωπικότητα ήδη από την εποχή που ηγείτο της Εθνικής Διεύθυνσης Καταπολέμησης Διαφθοράς (DNA) στη Ρουμανία. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, κατηγορήθηκε από πολιτικούς αντιπάλους και τμήμα του ρουμανικού πολιτικού συστήματος για υπερβολική προσωποποίηση της εξουσίας, επιλεκτικές διώξεις και στενές σχέσεις με κρατικούς μηχανισμούς ασφαλείας. Δημοσιεύματα και πολιτικές αντιπαραθέσεις στη Ρουμανία έθεσαν ζητήματα σχετικά με σχέσεις μεταξύ εισαγγελικών αρχών και μυστικών υπηρεσιών, καθώς και ζητήματα ουδετερότητας της δικαιοσύνης.
Ασφαλώς, αρκετές από τις κατηγορίες αυτές απορρίφθηκαν ή θεωρήθηκαν πολιτικά υποκινούμενες. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε μάλιστα ότι η απομάκρυνσή της από τη θέση της στη Ρουμανία παραβίασε δικαιώματά της. Ωστόσο, το γεγονός ότι μία τόσο ισχυρή εισαγγελική προσωπικότητα προκάλεσε τόσο βαθιά πολιτική και θεσμική σύγκρουση δείχνει πόσο λεπτή είναι η γραμμή μεταξύ δικαιοσύνης και πολιτικής εξουσίας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρεμβαίνει σε χώρες που βρίσκονται σε έντονη πολιτική αντιπαράθεση με τις Βρυξέλλες ή σε κυβερνήσεις που ακολουθούν διαφορετικές στρατηγικές, εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι η δικαιοσύνη μετατρέπεται σταδιακά σε εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης κρατών-μελών
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη αντιμετωπίζει βαθιά κρίση συνοχής. Οι εντάσεις μεταξύ Βρυξελλών και κρατών-μελών για ζητήματα κυριαρχίας, δικαιοσύνης, μεταναστευτικής πολιτικής και γεωπολιτικής έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιθετική επέκταση υπερεθνικών εισαγγελικών μηχανισμών κινδυνεύει να εντείνει την καχυποψία των ευρωπαϊκών κοινωνιών απέναντι στους θεσμούς.
Οι λαοί της Ευρώπης δεν εκλέγουν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Δεν μπορούν να την ανακαλέσουν πολιτικά. Δεν μπορούν να την ελέγξουν άμεσα μέσω δημοκρατικών διαδικασιών. Όταν λοιπόν η EPPO αποκτά αυξανόμενη επιρροή σε εσωτερικές κρατικές υποθέσεις, χωρίς αντίστοιχη δημοκρατική νομιμοποίηση, δημιουργείται ένα σοβαρό έλλειμμα εμπιστοσύνης.
Η ιστορία της Ευρώπης έχει δείξει ότι κάθε μορφή υπερεθνικής γραφειοκρατικής εξουσίας που απομακρύνεται από τη λαϊκή λογοδοσία οδηγεί τελικά σε πολιτική αντίδραση και κοινωνικό διχασμό.

Η ρωσική προπαγάνδα και η αξιοποίηση της Κοβέσι
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και το γεγονός ότι ρωσικά ή φιλορωσικά μέσα ενημέρωσης αξιοποιούν συχνά πολιτικά τις συγκρούσεις που προκαλούν οι παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ευρώπη.
Η ρωσική προπαγάνδα διαχρονικά επιχειρεί να παρουσιάσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένα αυταρχικό, γραφειοκρατικό και εσωτερικά διαλυμένο οικοδόμημα. Κάθε σύγκρουση μεταξύ Βρυξελλών και εθνικών κυβερνήσεων χρησιμοποιείται επικοινωνιακά για να ενισχυθεί η εικόνα μιας Ευρώπης που «διώκει» κράτη και κυβερνήσεις μέσω μη εκλεγμένων μηχανισμών εξουσίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φιγούρα της Κοβέσι και οι παρεμβάσεις της EPPO προσφέρονται συχνά ως ιδανικό υλικό για προπαγανδιστική εκμετάλλευση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ίδια ενεργεί υπέρ ρωσικών συμφερόντων ή ότι υπάρχει οποιαδήποτε αποδεδειγμένη σχέση με τη Μόσχα. Δεν υπάρχουν δημόσια τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο.
Ωστόσο, το πολιτικό αποτέλεσμα παραμένει: όταν ένας ευρωπαϊκός θεσμός εμφανίζεται να συγκρούεται διαρκώς με εθνικές κυβερνήσεις, να επηρεάζει πολιτικές ισορροπίες και να προκαλεί θεσμική ένταση, αντικειμενικά ενισχύονται οι αφηγήσεις εκείνων που επιδιώκουν την αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής συνοχής.
Και αυτό ακριβώς αξιοποιεί η ρωσική προπαγάνδα.

Η Ευρώπη χρειάζεται λογοδοσία, όχι ανεξέλεγκτη ισχύ
Η μάχη κατά της διαφθοράς είναι αναγκαία. Κανένα δημοκρατικό κράτος δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου. Όμως η ιστορία διδάσκει επίσης ότι ακόμη και οι πιο «ευγενείς» θεσμοί μπορούν να εξελιχθούν σε μηχανισμούς υπερσυγκέντρωσης εξουσίας όταν απουσιάζουν σαφή όρια και ισχυρή δημοκρατική λογοδοσία.
Η περίπτωση της Λάουρας Κοβέσι και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες για το μέλλον της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει καταπολέμηση της διαφθοράς. Το ερώτημα είναι ποιος ελέγχει εκείνους που έχουν το δικαίωμα να διώκουν, να ερευνούν και να επηρεάζουν πολιτικά ολόκληρα κράτη.
Διότι σε κάθε δημοκρατία, ακόμη και οι «αδιάφθοροι» οφείλουν να λογοδοτούν.
