Η πρόσφατη παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά στο Ηράκλειο της Κρήτης επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει επιλέξει να τοποθετηθεί απέναντι όχι μόνο στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και στη στρατηγική πορεία που ακολουθεί η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Με ιδιαίτερα αιχμηρή γλώσσα, ο κ. Σαμαράς κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι εγκατέλειψε το παραδοσιακό δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και ότι το αντικατέστησε με πολιτική «κατευνασμού» απέναντι στην Τουρκία. Παράλληλα, άφησε να εννοηθεί ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει απομακρυνθεί από τις ιδεολογικές της ρίζες.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική ένταση και τις βαρύγδουπες διατυπώσεις, οι θέσεις του πρώην πρωθυπουργού εμφανίζουν σοβαρές αδυναμίες, αντιφάσεις και κυρίως μια αδυναμία προσαρμογής στη διεθνή πραγματικότητα του 2026.
Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με συνθήματα
Η βασική κατηγορία του Αντώνη Σαμαρά είναι ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη εγκατέλειψε τη γραμμή της αποτροπής και υιοθέτησε πολιτική υποχωρήσεων απέναντι στην Άγκυρα. Πρόκειται όμως για έναν ισχυρισμό που δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μητσοτάκη η Ελλάδα πέτυχε:
- Την υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας με τη Γαλλία.
- Την προμήθεια των μαχητικών Rafale.
- Την αγορά φρεγατών Belharra.
- Την ενίσχυση των στρατηγικών σχέσεων με τις ΗΠΑ.
- Τη δημιουργία ενός ευρύτερου πλέγματος συνεργασιών με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τα αραβικά κράτη.
- Την ουσιαστική αναβάθμιση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς σοβαρά ότι μια κυβέρνηση που έχει επενδύσει δισεκατομμύρια ευρώ στην αμυντική ισχύ της χώρας ακολουθεί πολιτική «κατευνασμού».
Στην πραγματικότητα, η σημερινή στρατηγική συνδυάζει δύο στοιχεία: ισχυρή αποτρεπτική δύναμη και διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας. Αυτό ακριβώς κάνουν όλες οι σοβαρές δυτικές δημοκρατίες όταν αντιμετωπίζουν ανταγωνιστικές ή ακόμη και εχθρικές χώρες.
Ο διάλογος δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Αντίθετα, αποτελεί εργαλείο άσκησης ισχύος όταν συνοδεύεται από ισχυρή άμυνα.
Η λογική της διαρκούς σύγκρουσης δεν είναι στρατηγική
Ο Αντώνης Σαμαράς παραμένει εγκλωβισμένος σε μια σχολή σκέψης που αντιμετωπίζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης.
Η αντίληψη αυτή μπορεί να προσφέρει εύκολα πολιτικά συνθήματα, αλλά δεν προσφέρει λύσεις.
Η Ελλάδα του 2026 δεν έχει την πολυτέλεια να ζει σε μια κατάσταση μόνιμης κρίσης. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι μεταναστευτικές πιέσεις και οι ενεργειακές προκλήσεις απαιτούν σύνθετες πολιτικές και όχι μονοδιάστατες προσεγγίσεις.
Η λογική ότι κάθε επαφή με την Τουρκία συνιστά υποχώρηση καταλήγει τελικά να οδηγεί σε αδιέξοδο.
Εάν εφαρμοζόταν πλήρως η προσέγγιση Σαμαρά, η Ελλάδα θα κινδύνευε να εμφανιστεί ως η μόνη χώρα στην περιοχή που αρνείται οποιαδήποτε μορφή διπλωματικής διαχείρισης των διαφορών της.
Μια τέτοια στάση δεν θα ενίσχυε τη διεθνή θέση της χώρας. Αντιθέτως, θα μπορούσε να την απομονώσει.
Οι αντιφάσεις του ίδιου του Σαμαρά
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πολλές από τις σημερινές καταγγελίες του πρώην πρωθυπουργού συγκρούονται με επιλογές που έγιναν επί δικής του διακυβέρνησης.
Κατά την περίοδο 2012-2015 η Ελλάδα συμμετείχε κανονικά σε διερευνητικές επαφές με την Τουρκία, ενώ διατηρούσε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας παρά τις εντάσεις που υπήρχαν.
Ούτε τότε υπήρχε πολιτική απόλυτης ρήξης.
Αντίθετα, η κυβέρνηση Σαμαρά επιδίωκε και εκείνη να συνδυάσει την αποτροπή με τη διπλωματία.
Είναι λοιπόν δύσκολο να εξηγηθεί γιατί η ίδια ακριβώς λογική θεωρείται σήμερα «κατευνασμός».
Η αντίφαση αυτή αποδυναμώνει σημαντικά την αξιοπιστία της κριτικής του.
Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι προσωπική ιδιοκτησία κανενός
Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο της παρέμβασης Σαμαρά αφορά την ιδεολογική ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας.
Ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίζεται συχνά ως θεματοφύλακας της «αυθεντικής» παράταξης, υπονοώντας ότι η σημερινή ηγεσία έχει αλλοιώσει τον χαρακτήρα της.
Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική.
Η Νέα Δημοκρατία υπήρξε πάντοτε ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα που συνδύαζε φιλελεύθερες, συντηρητικές και κεντρώες τάσεις. Αυτή ακριβώς η πολυσυλλεκτικότητα ήταν το μυστικό της εκλογικής της επιτυχίας από την εποχή του ιδρυτή της, του Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Η προσπάθεια να περιοριστεί η παράταξη σε μια στενότερη δεξιά ταυτότητα όχι μόνο αντιβαίνει στην ιστορική της φυσιογνωμία, αλλά κινδυνεύει να τη συρρικνώσει εκλογικά.
Οι μεγάλες εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας επιτεύχθηκαν όταν κατάφερε να εκφράσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και όχι όταν απευθυνόταν αποκλειστικά σε ένα στενό ιδεολογικό ακροατήριο.
Η προσωπική πικρία δεν μπορεί να υποκαταστήσει το πολιτικό σχέδιο
Πολλοί παρατηρητές διαπιστώνουν ότι μεγάλο μέρος της σημερινής κριτικής του Αντώνη Σαμαρά μοιάζει να έχει περισσότερο προσωπικά παρά πολιτικά χαρακτηριστικά. Οι συνεχείς επιθέσεις προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, οι δημόσιες διαφοροποιήσεις και τα σενάρια περί νέου κόμματος δημιουργούν την εντύπωση μιας διαρκούς σύγκρουσης με το σημερινό κομματικό κατεστημένο της ΝΔ.
Όμως η πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην άρνηση.
Μια πειστική εναλλακτική πρόταση απαιτεί ολοκληρωμένο σχέδιο για την οικονομία, την άμυνα, το δημογραφικό, την παιδεία, την τεχνολογία και την ανταγωνιστικότητα.
Μέχρι στιγμής, ο δημόσιος λόγος του πρώην πρωθυπουργού επικεντρώνεται κυρίως στην καταγγελία και λιγότερο στην παρουσίαση μιας συνολικής στρατηγικής για τη χώρα.
Αυτό αποτελεί σοβαρό έλλειμμα.
Η Ελλάδα χρειάζεται ρεαλισμό, όχι νοσταλγία
Η μεγαλύτερη αδυναμία των παρεμβάσεων Σαμαρά είναι ότι συχνά απευθύνονται σε ένα ακροατήριο που νοσταλγεί παλαιότερες εποχές της ελληνικής πολιτικής.
Όμως ο κόσμος έχει αλλάξει.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στην εποχή των μνημονίων ούτε στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Οι προκλήσεις είναι διαφορετικές και απαιτούν διαφορετικά εργαλεία.
Ο ρεαλισμός, η διεθνής αξιοπιστία, οι συμμαχίες, η οικονομική σταθερότητα και η τεχνολογική πρόοδος αποτελούν σήμερα εξίσου σημαντικά στοιχεία εθνικής ισχύος με τα παραδοσιακά ζητήματα άμυνας.
Όσοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη γεωπολιτική με όρους προηγούμενων δεκαετιών κινδυνεύουν να δίνουν λάθος απαντήσεις στα σωστά ερωτήματα.
Η ομιλία του Αντώνη Σαμαρά στο Ηράκλειο επιβεβαίωσε ότι ο πρώην πρωθυπουργός παραμένει ένας σημαντικός πολιτικός παράγοντας με επιρροή σε τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς βάσης. Ωστόσο, οι αιχμές του κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη και ειδικά οι καταγγελίες περί «κατευνασμού» δεν αντέχουν σε σοβαρή εξέταση των πραγματικών δεδομένων.
Η σημερινή ελληνική εξωτερική πολιτική δεν χαρακτηρίζεται από αδυναμία αλλά από έναν συνδυασμό ισχυρής αποτροπής και ενεργητικής διπλωματίας. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει μια πολυσυλλεκτική κεντροδεξιά παράταξη και όχι ένα ιδεολογικά μονολιθικό κόμμα. Και κυρίως, η χώρα χρειάζεται προσαρμογή στις νέες διεθνείς συνθήκες, όχι επιστροφή σε λογικές που ανήκουν σε προηγούμενες δεκαετίες.
Η κριτική είναι θεμιτή και αναγκαία στη δημοκρατία. Όμως όταν μετατρέπεται σε μόνιμη καταγγελία χωρίς ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση, κινδυνεύει να καταλήξει περισσότερο έκφραση πολιτικής νοσταλγίας παρά σοβαρή πρόταση διακυβέρνησης.
