Η απονομή της αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2019 αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών. Παράλληλα, ανέδειξε βαθύτερες αντιθέσεις και διαφορετικές εκκλησιολογικές αντιλήψεις μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε η στάση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και προσωπικά του Πατριάρχη Θεοφίλου Γ΄, ο οποίος κατά τα τελευταία χρόνια εμφανίσθηκε επανειλημμένα να αμφισβητεί, άμεσα ή έμμεσα, τον συντονιστικό και πρωτοκαθεδριακό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Πρόκειται για μία στάση που πολλοί θεολόγοι, ιεράρχες και εκκλησιαστικοί αναλυτές θεωρούν όχι μόνο ατυχή αλλά και επικίνδυνη για την πανορθόδοξη ενότητα, διότι φαίνεται να υπονομεύει θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές που διαμορφώθηκαν επί αιώνες στην ορθόδοξη παράδοση.
Η ιστορική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέχει την πρώτη θέση μεταξύ των κατά τόπους αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Η πρωτοκαθεδρία αυτή δεν είναι απλώς τιμητική, αλλά συνοδεύεται από συγκεκριμένες ευθύνες και προνόμια που έχουν αναγνωρισθεί από Οικουμενικές Συνόδους και από τη διαχρονική εκκλησιαστική πράξη.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και το δικαίωμα χορηγήσεως αυτοκεφαλίας σε νέες Εκκλησίες, όπως συνέβη στο παρελθόν με την Εκκλησία της Ρωσίας, της Ελλάδος, της Σερβίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Πολωνίας, της Αλβανίας και άλλες.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο υποστήριξε ότι η Ουκρανία ανήκε ιστορικά στη δικαιοδοσία του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως και ότι η πράξη του 1686 δεν συνιστούσε οριστική μεταβίβαση της Μητροπόλεως Κιέβου στη Μόσχα. Με βάση αυτή την ερμηνεία προχώρησε στην αποκατάσταση των ουκρανικών εκκλησιαστικών σχηματισμών και στην απονομή του Τόμου Αυτοκεφαλίας.
Ανεξάρτητα από το εάν συμφωνεί κανείς ή όχι με τη συγκεκριμένη απόφαση, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι η Κωνσταντινούπολη ενήργησε στηριζόμενη σε μία συγκεκριμένη κανονική και ιστορική επιχειρηματολογία και όχι αυθαίρετα.
Η παρέμβαση του Πατριάρχη Ιεροσολύμων
Το σοβαρότερο σημείο τριβής εμφανίσθηκε όταν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος ανέλαβε πρωτοβουλία συγκλήσεως συνάντησης Προκαθημένων στο Αμμάν της Ιορδανίας το 2020, με επίκεντρο την ουκρανική κρίση. Η πρωτοβουλία αυτή παρουσιάσθηκε ως προσπάθεια διαλόγου και ενότητας. Ωστόσο, από την πρώτη στιγμή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, διότι θεωρήθηκε ότι παρακάμπτει τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος παραδοσιακά έχει την ευθύνη συγκαλέσεως πανορθοδόξων συναντήσεων.
Το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέρριψε την πρωτοβουλία, υποστηρίζοντας ότι η Εκκλησία των Ιεροσολύμων δεν διαθέτει κανονική αρμοδιότητα να συγκαλεί συνάξεις Προκαθημένων.
Η συνάντηση του Αμμάν τελικώς δεν είχε την αναμενόμενη συμμετοχή. Η πλειονότητα των Ορθοδόξων Προκαθημένων αρνήθηκε να συμμετάσχει και η συγκέντρωση περιορίσθηκε σε έναν μικρό αριθμό Εκκλησιών, γεγονός που πολλοί χαρακτήρισαν αποτυχία.
Η σκιά της Μόσχας
Ένα ακόμη στοιχείο που προκάλεσε ανησυχία ήταν η εντύπωση ότι η πρωτοβουλία του Αμμάν εξυπηρετούσε κυρίως τις επιδιώξεις του Πατριαρχείου Μόσχας.
Η Ρωσική Εκκλησία είχε ήδη διακόψει την κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξαιτίας της ουκρανικής αυτοκεφαλίας και αναζητούσε τρόπους να αμφισβητήσει την απόφαση της Κωνσταντινουπόλεως και να δημιουργήσει ένα εναλλακτικό κέντρο επιρροής στον ορθόδοξο κόσμο.
Πολλοί παρατηρητές θεώρησαν ότι η ανάληψη ενός τέτοιου ρόλου από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αντικειμενικά εξυπηρετούσε τις ρωσικές επιδιώξεις. Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από το γεγονός ότι η συνάντηση του Αμμάν υποστηρίχθηκε έντονα από τη Μόσχα και από προσωπικότητες του ρωσικού εκκλησιαστικού χώρου.
Ακόμη και αν δεχθεί κανείς ότι οι προθέσεις του Πατριάρχη Θεοφίλου ήταν ειλικρινείς, το αποτέλεσμα υπήρξε προβληματικό: αντί να γεφυρωθούν τα χάσματα, ενισχύθηκε η εικόνα δύο ανταγωνιστικών πόλων μέσα στην Ορθοδοξία.
Η εκκλησιολογική αντίφαση
Η στάση αυτή παρουσιάζει μία εμφανή αντίφαση.
Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων παραδοσιακά υπερασπίζεται τα ιστορικά του προνόμια και τη θέση του στην ορθόδοξη τάξη. Ταυτόχρονα όμως, στην περίπτωση της Ουκρανίας εμφανίσθηκε να αμφισβητεί τα αντίστοιχα προνόμια του Οικουμενικού Θρόνου.
Εάν κάθε κατά τόπον Εκκλησία μπορεί να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες πανορθοδόξου χαρακτήρα ανεξάρτητα από τον πρώτο θρόνο της Ορθοδοξίας, τότε η συνοδική δομή της Εκκλησίας οδηγείται αναπόφευκτα σε σύγχυση.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν λειτουργεί ως χαλαρή συνομοσπονδία απολύτως ανεξάρτητων σωμάτων. Υπάρχει κανονική τάξη, η οποία διασφαλίζει τη συνοχή και την ενότητα. Η αμφισβήτηση αυτής της τάξεως δεν ενισχύει την ενότητα αλλά την αποδυναμώνει.
Η επίκληση της «Μητρός των Εκκλησιών»
Ο Πατριάρχης Θεόφιλος υποστήριξε επανειλημμένα ότι το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως «Μήτηρ των Εκκλησιών», διαθέτει ιδιαίτερη ευθύνη για την ενότητα της Ορθοδοξίας.
Αναμφίβολα, τα Ιεροσόλυμα κατέχουν μοναδική πνευματική σημασία ως τόπος της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως του Κυρίου. Ωστόσο, η ιστορική και πνευματική σπουδαιότητα δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένες κανονικές αρμοδιότητες.
Η Ορθόδοξη παράδοση διακρίνει σαφώς μεταξύ τιμής και διοικητικής ευθύνης. Η αναφορά στην ιδιότητα της «Μητρός των Εκκλησιών» δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει δικαιώματα που οι Οικουμενικές Σύνοδοι και η κανονική παράδοση και πράξη της Εκκλησίας αποδίδουν ρητά και αποκλειστικά στην Κωνσταντινούπολη.
Οι συνέπειες για την πανορθόδοξη ενότητα
Το τραγικό στοιχείο είναι ότι η αντιπαράθεση αυτή δεν περιορίσθηκε σε θεωρητικές συζητήσεις.
Η ουκρανική κρίση προκάλεσε βαθιά ρήγματα στον ορθόδοξο κόσμο. Ορισμένες Εκκλησίες αναγνώρισαν την αυτοκεφαλία της Ουκρανίας, άλλες τήρησαν στάση αναμονής, ενώ η Μόσχα διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία με όσους αναγνώρισαν τη νέα Εκκλησία.
Μέσα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, θα ανέμενε κανείς από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων να λειτουργήσει ως γέφυρα συνεννοήσεως μεταξύ των Εκκλησιών, πάντοτε όμως μέσα στο πλαίσιο της κανονικής τάξεως της Ορθοδοξίας.
Αντιθέτως, οι πρωτοβουλίες του Αμμάν δημιούργησαν την εντύπωση παράλληλων κέντρων συντονισμού και έδωσαν επιχειρήματα σε όσους επιδιώκουν την αποδυνάμωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Συμπεράσματα
Το ζήτημα της Ουκρανίας ασφαλώς δεν είναι απλό. Υπάρχουν σοβαρά κανονικά, ιστορικά και ποιμαντικά επιχειρήματα που συζητούνται μέχρι σήμερα. Ωστόσο, η στάση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων κατά τα τελευταία έτη εγείρει εύλογους προβληματισμούς.
Η πρωτοβουλία του Αμμάν, η παράκαμψη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η προβολή ενός ιδιότυπου ρόλου υπερεκκλησιαστικού συντονιστή και η αντικειμενική σύμπτωση με τις επιδιώξεις της Μόσχας δημιούργησαν περισσότερα προβλήματα από όσα επιχείρησαν να λύσουν.
Η ενότητα της Ορθοδοξίας δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε ανταγωνισμούς πρωτείων ούτε σε παράλληλες δομές εξουσίας. Προϋποθέτει σεβασμό στην κανονική παράδοση, ειλικρινή διάλογο και αναγνώριση του ιδιαίτερου ρόλου που διαχρονικά κατέχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως πρώτος θρόνος της Ορθοδοξίας.
Η ιστορία έχει δείξει ότι κάθε φορά που η κανονική τάξη υποχωρεί μπροστά σε γεωπολιτικές σκοπιμότητες ή εκκλησιαστικούς ανταγωνισμούς, η ενότητα της Εκκλησίας τραυματίζεται. Και αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος κίνδυνος που ανέδειξε η στάση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων κατά την περίοδο της ουκρανικής κρίσης.

