Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά την αποχώρησή του από την πρώτη γραμμή της κυβερνητικής πολιτικής, ο Αντώνης Σαμαράς έχει υιοθετήσει όλο και περισσότερο μια ρητορική που θυμίζει έντονα τις αντιπαραθέσεις της αμερικανικής πολιτικής σκηνής. Κεντρικό στοιχείο αυτής της ρητορικής είναι η καταγγελία της λεγόμενης «woke agenda», την οποία ο πρώην πρωθυπουργός παρουσιάζει ως κυρίαρχη ιδεολογία που δήθεν έχει καταλάβει τη σημερινή Νέα Δημοκρατία και την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το πρόβλημα είναι ότι η εικόνα αυτή ελάχιστη σχέση έχει με την ελληνική πραγματικότητα. Όχι επειδή δεν υπάρχουν κοινωνικές ή πολιτισμικές διαφωνίες στην Ελλάδα. Αλλά επειδή η «woke ατζέντα» που περιγράφει ο Σαμαράς είναι σε μεγάλο βαθμό ένα πολιτικό κατασκεύασμα, δανεισμένο από τις αμερικανικές «culture wars» και μεταφερμένο σχεδόν αυτούσιο σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον.
Τι σημαίνει πραγματικά ο όρος «woke»;
Ο όρος «woke» εμφανίστηκε αρχικά στις Ηνωμένες Πολιτείες ως έκφραση ευαισθητοποίησης απέναντι στον ρατσισμό και τις κοινωνικές διακρίσεις. Με την πάροδο του χρόνου συνδέθηκε με ένα ευρύτερο πλέγμα προοδευτικών ιδεών γύρω από τα δικαιώματα μειονοτήτων, τις φυλετικές ανισότητες, το φύλο και τη διαφορετικότητα.
Ωστόσο, η ίδια η έννοια του «woke» είναι εξαιρετικά ασαφής. Ακαδημαϊκές μελέτες επισημαίνουν ότι ο όρος έχει μετατραπεί σε ένα πολιτικό σύνθημα, το οποίο χρησιμοποιείται συχνά περισσότερο ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης παρά ως σαφώς ορισμένη ιδεολογία. Σε πολλές περιπτώσεις, η λέξη «woke» λειτουργεί ως γενικός χαρακτηρισμός για οτιδήποτε θεωρείται υπερβολικά προοδευτικό από τους συντηρητικούς επικριτές του.
Με άλλα λόγια, ακόμη και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου γεννήθηκε ο όρος, δεν υπάρχει κοινά αποδεκτός ορισμός της «woke ατζέντας». Υπάρχει κυρίως μια πολιτική σύγκρουση γύρω από το τι σημαίνει.
Οι αμερικανικοί «culture wars» και η ελληνική πραγματικότητα
Η αμερικανική πολιτική ζωή τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από έντονη πόλωση γύρω από ζητήματα ταυτότητας: φυλή, φύλο, μετανάστευση, δικαιώματα τρανς ατόμων, πανεπιστήμια, ιστορική μνήμη και πολιτική ορθότητα.
Οι συγκρούσεις αυτές έχουν εξελιχθεί σε αυτό που οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν «culture wars» – πολιτισμικούς πολέμους που συχνά επισκιάζουν ακόμη και ζητήματα οικονομίας ή εξωτερικής πολιτικής. Έρευνες δείχνουν ότι η συζήτηση περί «woke» αποτελεί πλέον κεντρικό στοιχείο αυτής της πόλωσης στις αγγλοσαξονικές δημοκρατίες.
Η Ελλάδα, όμως, δεν είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ελληνική κοινωνία δεν έχει συγκροτηθεί ιστορικά γύρω από τις φυλετικές αντιθέσεις που διαμόρφωσαν την αμερικανική ιστορία. Δεν διαθέτει το ίδιο κοινωνικό υπόβαθρο, ούτε το ίδιο πανεπιστημιακό περιβάλλον, ούτε τους ίδιους πολιτισμικούς διαχωρισμούς.
Τα κυρίαρχα ζητήματα της ελληνικής δημόσιας ζωής παραμένουν η οικονομία, το δημογραφικό, η ακρίβεια, η υγεία, η παιδεία, η εξωτερική πολιτική, η άμυνα και η λειτουργία των θεσμών. Οι συζητήσεις περί «woke» βρίσκονται στην περιφέρεια του δημόσιου διαλόγου και όχι στον πυρήνα του.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είναι «woke»
Ακόμη πιο προβληματικός είναι ο ισχυρισμός ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποτελεί φορέα μιας «woke ατζέντας».
Η πραγματικότητα δείχνει σχεδόν το αντίθετο.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει ακολουθήσει μια κατ’ εξοχήν κεντροδεξιά πολιτική σε ζητήματα οικονομίας, επενδύσεων, φορολογίας, μεταναστευτικού ελέγχου, άμυνας και εξωτερικής πολιτικής.
Στο μεταναστευτικό, η κυβέρνηση έχει δεχθεί συχνά κριτική από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων για ιδιαίτερα αυστηρή πολιτική φύλαξης συνόρων. Στην οικονομία ακολουθεί φιλελεύθερη γραμμή προσέλκυσης επενδύσεων. Στην εξωτερική πολιτική έχει ενισχύσει τις στρατηγικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και το Ισραήλ.
Είναι δύσκολο να βρεθεί σοβαρός διεθνής αναλυτής που θα χαρακτήριζε αυτή την κυβερνητική ατζέντα ως «woke».
Το γεγονός ότι η κυβέρνηση υποστήριξε ορισμένες μεταρρυθμίσεις ατομικών δικαιωμάτων δεν αρκεί για να τη μετατρέψει σε φορέα μιας συνολικής προοδευτικής πολιτισμικής επανάστασης. Η ύπαρξη επιμέρους φιλελεύθερων επιλογών δεν ισοδυναμεί με υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης ιδεολογίας τύπου αμερικανικής προοδευτικής Αριστεράς.

Ο γάμος των ομοφύλων και η πολιτική μυθολογία του Αντώνη Σαμαρά
Στις πιο ακραίες εκδοχές του, το λεγόμενο «woke» συνδέεται με θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες το βιολογικό φύλο θεωρείται δευτερεύουσας σημασίας, με απόπειρες αναθεώρησης ιστορικών και πολιτισμικών παραδόσεων ή με την επιβολή συγκεκριμένων ιδεολογικών αντιλήψεων σε εκπαιδευτικά και κοινωνικά περιβάλλοντα.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα.
Όμως η αναγνώριση του δικαιώματος δύο ενηλίκων ανθρώπων να συνάπτουν γάμο δεν ταυτίζεται αυτομάτως με αυτό το ιδεολογικό ρεύμα.
Ο γάμος των ομοφύλων αποτελεί πρωτίστως ζήτημα αστικών δικαιωμάτων και νομικής ισότητας απέναντι στον νόμο. Δεν προϋποθέτει αποδοχή όλων των θεωρητικών ή ιδεολογικών θέσεων που συνδέονται κατά καιρούς με το λεγόμενο «woke» κίνημα.
Η διεθνής εμπειρία καταρρίπτει το επιχείρημα
Εάν η θεσμοθέτηση του γάμου των ομοφύλων αποτελούσε από μόνη της απόδειξη υιοθέτησης «woke ατζέντας», τότε θα έπρεπε να χαρακτηριστούν «woke» δεκάδες κυβερνήσεις και πολιτικοί χώροι σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων πολλών συντηρητικών κομμάτων.
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική.
Ο γάμος των ομοφύλων ισχύει εδώ και χρόνια σε πολλές χώρες με κυβερνήσεις κεντροδεξιών ή συντηρητικών κομμάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις η θεσμοθέτησή του πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή ή την υποστήριξη πολιτικών που ουδείς θα χαρακτήριζε φορείς κάποιας «ριζοσπαστικής προοδευτικής επανάστασης».
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών, από τις οποίες προέρχεται ολόκληρη η συζήτηση περί «woke».
Ο γάμος των ομοφύλων είναι νόμιμος σε ολόκληρη τη χώρα εδώ και πάνω από μία δεκαετία. Ούτε ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε κατά την πρώτη του προεδρία να τον καταργήσει, ούτε η σημερινή αμερικανική συντηρητική παράταξη έχει θέσει ως κεντρικό στόχο την ανατροπή του θεσμού.
Αντίθετα, η συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρώνεται κυρίως σε άλλα ζητήματα: την εκπαίδευση, την πολιτική ταυτότητας, τα ζητήματα φύλου στα σχολεία, τη συμμετοχή τρανς αθλητών σε αγώνες, τις πολιτικές ποικιλομορφίας (DEI) και την πολιτική ορθότητα στα πανεπιστήμια και στις μεγάλες επιχειρήσεις.
Αυτά είναι τα ζητήματα που οι Αμερικανοί συντηρητικοί συνδέουν συνήθως με το λεγόμενο «woke».
Όχι τον γάμο δύο ενηλίκων πολιτών.
Το παράδειγμα της κυβέρνησης Τραμπ
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάσει κανείς τη σημερινή αμερικανική πολιτική πραγματικότητα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ προβάλλεται διεθνώς ως ο σημαντικότερος πολιτικός αντίπαλος της «woke ατζέντας». Έχει καταστήσει την αντίθεση προς το «wokeism» βασικό στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας και έχει συγκρουστεί επανειλημμένα με πολιτικές που θεωρεί εκφράσεις αυτής της ιδεολογίας.
Παρά ταύτα, στην ευρύτερη πολιτική και διοικητική του ομάδα συμμετέχουν πρόσωπα τα οποία έχουν συνάψει γάμο με άτομα του ιδίου φύλου και έχουν δημιουργήσει οικογένειες μέσω υιοθεσίας ή άλλων νόμιμων διαδικασιών.
Το γεγονός αυτό είναι αποκαλυπτικό.
Δείχνει ότι ακόμη και στον πυρήνα του αμερικανικού αντι-«woke» κινήματος δεν θεωρείται αυτονόητο πως η ύπαρξη ομόφυλων γάμων ή ομόφυλων οικογενειών συνιστά από μόνη της έκφραση της λεγόμενης «woke ατζέντας».
Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η αντίφαση θα ήταν προφανής και πολιτικά αδύνατο να διατηρηθεί.
Η ελληνική συζήτηση ως εισαγόμενο προϊόν
Το πρόβλημα της επιχειρηματολογίας Σαμαρά δεν είναι ότι ασκεί κριτική στον νόμο για τον γάμο των ομοφύλων. Σε μια δημοκρατία κάθε πολιτικός έχει το δικαίωμα να διαφωνεί με μια νομοθετική επιλογή.
Το πρόβλημα είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση ως απόδειξη ότι η Ελλάδα έχει δήθεν παραδοθεί σε μια «woke ιδεολογία».
Η επιχειρηματολογία αυτή μεταφέρει στην ελληνική πολιτική ζωή ένα δίπολο που δημιουργήθηκε σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν οι ίδιες πολιτισμικές συγκρούσεις που διαμορφώνουν την αμερικανική δημόσια ζωή. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι διαιρεμένη γύρω από ζητήματα φυλετικών σχέσεων, πανεπιστημιακής πολιτικής ταυτότητας ή ιστορικής ενοχής με τον τρόπο που συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η μετατροπή ενός ζητήματος αστικών δικαιωμάτων σε σύμβολο ενός ανύπαρκτου πολιτισμικού πολέμου εξυπηρετεί κυρίως επικοινωνιακές και πολιτικές σκοπιμότητες.
Η στρατηγική της μεταφοράς ξένων διχασμών
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στη ρητορική Σαμαρά είναι ότι δεν περιγράφει τόσο την ελληνική πραγματικότητα όσο επιχειρεί να την ανακατασκευάσει.
Πρόκειται για μια στρατηγική που παρατηρείται διεθνώς. Πολιτικές δυνάμεις της ριζοσπαστικής Δεξιάς έχουν υιοθετήσει όλο και περισσότερο την αντιπαράθεση γύρω από το «woke» ως βασικό εργαλείο πολιτικής κινητοποίησης. Ακαδημαϊκές αναλύσεις καταγράφουν ότι η αντι-«woke» ρητορική εξαπλώθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Ευρώπη και χρησιμοποιείται συχνά ως μέσο συσπείρωσης συντηρητικών εκλογικών ακροατηρίων.
Με απλά λόγια, δημιουργείται ένα νέο δίπολο: από τη μία οι «πατριώτες», από την άλλη οι «woke ελίτ».
Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το δίπολο δεν αντανακλά αναγκαστικά υπαρκτές κοινωνικές συγκρούσεις. Συχνά κατασκευάζεται επικοινωνιακά προκειμένου να μετατοπιστεί η πολιτική συζήτηση από τα πρακτικά προβλήματα προς συμβολικές αντιπαραθέσεις.
Από την πολιτική ουσίας στην πολιτική συμβόλων
Η συζήτηση περί «woke» έχει ένα ακόμη χαρακτηριστικό: μετατρέπει σύνθετα κοινωνικά ζητήματα σε απλοϊκά συνθήματα.
Αντί να συζητείται η αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, το δημογραφικό πρόβλημα ή η θέση της Ελλάδας σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, η δημόσια συζήτηση αναλώνεται σε πολιτισμικούς συμβολισμούς.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί αναλυτές θεωρούν πως η συστηματική επίκληση της «woke απειλής» αποτελεί περισσότερο πολιτικό εργαλείο πόλωσης παρά περιγραφή μιας υπαρκτής κοινωνικής πραγματικότητας.
Η εμπειρία πολλών δυτικών χωρών δείχνει ότι οι λεγόμενοι πολιτισμικοί πόλεμοι παράγουν έντονο συναισθηματικό φορτίο, αυξημένη κομματική συσπείρωση και υψηλή δημοσιότητα. Δεν λύνουν όμως τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών.

Ένας αμερικανικός καθρέφτης που παραμορφώνει την Ελλάδα
Η μεγαλύτερη αδυναμία της σαμαρικής επιχειρηματολογίας είναι ότι αντιμετωπίζει την Ελλάδα σαν να αποτελεί προέκταση της αμερικανικής πολιτικής σκηνής.
Όμως οι ιστορικές εμπειρίες, οι κοινωνικές δομές και οι πολιτικές προτεραιότητες των δύο χωρών είναι ριζικά διαφορετικές.
Αυτό που στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης, στην Ελλάδα συχνά αφορά περιορισμένες ομάδες ακτιβιστών, πανεπιστημιακούς κύκλους ή συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η μετατροπή αυτών των ζητημάτων σε δήθεν υπαρξιακή απειλή για το έθνος δημιουργεί μια εικόνα δυσανάλογη προς την πραγματικότητα.
Η ίδια η ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα παραμένει προσανατολισμένη κυρίως στην οικονομία, την ασφάλεια, την ενέργεια, τη μετανάστευση και τη γεωπολιτική σταθερότητα. Οι πολιτισμικοί πόλεμοι έχουν σαφώς μικρότερη βαρύτητα απ’ ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Συμπεράσματα
Η διαφωνία με τον γάμο των ομοφύλων είναι μια απολύτως θεμιτή πολιτική και ιδεολογική θέση. Όμως η παρουσίασή του ως απόδειξης ότι η Ελλάδα κυβερνάται από μια «woke ατζέντα» δεν αντέχει σε σοβαρή ανάλυση.
Η ίδια η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ο γάμος των ομοφύλων έχει πλέον αναγνωριστεί σε πολλές δυτικές δημοκρατίες, συμπεριλαμβανομένων χωρών και πολιτικών χώρων που ουδείς θα χαρακτήριζε «woke». Ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου γεννήθηκε ο όρος και αναπτύχθηκαν οι σχετικές πολιτισμικές συγκρούσεις, η ύπαρξη ομόφυλων γάμων δεν θεωρείται από μόνη της το κεντρικό διακύβευμα της αντιπαράθεσης γύρω από το «woke».
Η «woke ατζέντα» που καταγγέλλει διαρκώς ο Αντώνης Σαμαράς δεν αποτελεί τον κεντρικό άξονα της ελληνικής πολιτικής ζωής ούτε χαρακτηρίζει τη σημερινή Νέα Δημοκρατία. Πρόκειται κυρίως για έναν όρο ασαφή, αμφιλεγόμενο και βαθιά συνδεδεμένο με τις αμερικανικές πολιτισμικές συγκρούσεις.
Η επιμονή του πρώην πρωθυπουργού να παρουσιάζει την ελληνική πολιτική μέσα από αυτό το πρίσμα αποκαλύπτει περισσότερο μια προσπάθεια εισαγωγής ξένων διχαστικών σχημάτων παρά μια ρεαλιστική αποτύπωση της ελληνικής κοινωνίας. Αντί να φωτίζει τα πραγματικά προβλήματα της χώρας, η ρητορική αυτή κατασκευάζει έναν ιδεολογικό εχθρό που δύσκολα μπορεί να εντοπιστεί στην ελληνική πραγματικότητα.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις στην οικονομία, στο δημογραφικό, στην άμυνα και στη διεθνή της θέση, η αναπαραγωγή των αμερικανικών «culture wars» δεν προσφέρει λύσεις. Προσφέρει μόνο ένα ακόμη πεδίο πόλωσης. Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το πραγματικό πολιτικό της νόημα.
