Η αντιϊσραηλινή ρητορική στην Ελλάδα και η γεωπολιτική πραγματικότητα: Ποιον τελικά ωφελεί;
Η τραγωδία της Γάζας, ο πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς και οι χιλιάδες ανθρώπινες απώλειες έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι απολύτως θεμιτό και ανθρώπινο να εκφράζει κανείς συμπόνια για τους αμάχους Παλαιστινίους και να ασκεί κριτική σε συγκεκριμένες ενέργειες της ισραηλινής κυβέρνησης. Άλλωστε, σε κάθε δημοκρατία η κριτική προς οποιαδήποτε κυβέρνηση είναι δικαίωμα και συχνά υποχρέωση των πολιτών.
Υπάρχει όμως μια διαφορετική διάσταση του ζητήματος, η οποία συχνά παραβλέπεται στον ελληνικό δημόσιο διάλογο: οι γεωπολιτικές συνέπειες που έχουν ορισμένες μορφές αντιϊσραηλινής ρητορικής για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Διότι στην πολιτική και στις διεθνείς σχέσεις δεν αρκεί να εξετάζουμε τις προθέσεις· οφείλουμε να εξετάζουμε και τα αποτελέσματα.
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό: ποια δύναμη ωφελείται περισσότερο από την αποδυνάμωση των σχέσεων Ελλάδας–Ισραήλ και από τη συστηματική δαιμονοποίηση του εβραϊκού κράτους στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη;
Η απάντηση είναι προφανής: η Τουρκία.
Η Χαμάς και η τουρκική πολιτική
Η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από ένα βασικό δεδομένο. Η Χαμάς θεωρείται τρομοκρατική οργάνωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και πολλές ακόμη δυτικές χώρες. Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία δολοφονήθηκαν εκατοντάδες Ισραηλινοί πολίτες και απήχθησαν όμηροι, αποτέλεσε μία από τις φονικότερες τρομοκρατικές επιθέσεις των τελευταίων δεκαετιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να διατηρεί τη Χαμάς στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχει επανειλημμένα αρνηθεί να χαρακτηρίσει τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση και έχει δηλώσει δημόσια ότι η Τουρκία στηρίζει τους ηγέτες της. Παράλληλα, η Άγκυρα έχει φιλοξενήσει στελέχη της Χαμάς και έχει αναδείξει το παλαιστινιακό ζήτημα σε κεντρικό άξονα της περιφερειακής της πολιτικής.
Δεν πρόκειται απλώς για μια έκφραση αλληλεγγύης προς τους Παλαιστινίους. Πρόκειται για συνειδητή στρατηγική επιλογή. Η τουρκική ηγεσία επιδιώκει να εμφανιστεί ως προστάτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου και να διεκδικήσει ηγετικό ρόλο στη Μέση Ανατολή. Το παλαιστινιακό ζήτημα λειτουργεί ως ιδανικό εργαλείο για την προβολή αυτής της φιλοδοξίας.
Η στρατηγική σημασία του Ισραήλ για την Ελλάδα
Για δεκαετίες η Ελλάδα ακολουθούσε μια πιο φιλοαραβική πολιτική. Από τις αρχές όμως του 21ου αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας – Ισραήλ, αναπτύχθηκε μια στρατηγική σύγκλιση μεταξύ Αθήνας και Ιερουσαλήμ.
Σήμερα η συνεργασία Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι τρεις χώρες συνεργάζονται στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας, των πληροφοριών, της ασφάλειας και της τεχνολογίας.
Ιδιαίτερα στον αμυντικό τομέα, η συνεργασία έχει αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα. Το Ισραήλ παρέχει τεχνογνωσία, συστήματα επιτήρησης, συνεργασία στην αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και σημαντική υποστήριξη σε ζητήματα ασφαλείας που αφορούν άμεσα την Ελλάδα. Πρόσφατες συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών επιβεβαιώνουν την εμβάθυνση αυτής της συνεργασίας.
Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της, η Ελλάδα διαθέτει έναν ισχυρό περιφερειακό εταίρο που συμμερίζεται πολλές από τις ανησυχίες της σχετικά με την τουρκική αναθεωρητική πολιτική.
Γιατί η Τουρκία ενοχλείται από τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ
Δεν είναι τυχαίο ότι η Άγκυρα αντιμετωπίζει τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ ως απειλή για τα συμφέροντά της.
Διεθνείς αναλύσεις επισημαίνουν ότι η Τουρκία θεωρεί τον τριμερή αυτό άξονα εμπόδιο στις φιλοδοξίες της στην Ανατολική Μεσόγειο και έχει προχωρήσει σε σειρά κινήσεων για να τον υπονομεύσει. Η τουρκολιβυκή συμφωνία του 2019, η αμφισβήτηση των κυπριακών θαλασσίων ζωνών και οι συνεχείς προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.
Ακόμη και σήμερα, ο ίδιος ο Ερντογάν συνδέει ανοιχτά τις εξελίξεις γύρω από το Ισραήλ με τα συμφέροντα της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο.
Με άλλα λόγια, η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ δεν είναι απλώς ιδεολογική. Έχει σαφή γεωπολιτική διάσταση.
Το παράδοξο της ελληνικής αντιϊσραηλινής ρητορικής
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο.
Στην Ελλάδα υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις, ακτιβιστικές ομάδες, πανεπιστημιακοί και σχολιαστές που παρουσιάζουν το Ισραήλ περίπου ως τον βασικό εχθρό της ειρήνης στην περιοχή, ενώ αποσιωπούν πλήρως τον ρόλο της Τουρκίας.
Συχνά προβάλλεται μια εικόνα σύμφωνα με την οποία το Ισραήλ είναι η μοναδική απειλή για τη σταθερότητα, ενώ η Τουρκία εμφανίζεται είτε ως δευτερεύων παράγοντας είτε ακόμη και ως δήθεν υπερασπιστής των καταπιεσμένων μουσουλμανικών πληθυσμών.
Η εικόνα αυτή όμως συγκρούεται με την πραγματικότητα που βιώνει η ίδια η Ελλάδα.
Η χώρα που αμφισβητεί ελληνικά νησιά, προβάλλει θεωρίες «Γαλάζιας Πατρίδας», διατηρεί στρατεύματα κατοχής στην Κύπρο, υπογράφει παράνομες θαλάσσιες συμφωνίες και απειλεί με casus belli δεν είναι το Ισραήλ. Είναι η Τουρκία.
Η χώρα που αμφισβητεί συστηματικά κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνισμού δεν είναι το Ισραήλ. Είναι η Τουρκία.
Η χώρα που επενδύει στην αποδυνάμωση του ελληνοκυπριακού και ισραηλινού άξονα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι το Ισραήλ. Είναι η Τουρκία.
Δεν είναι όλοι όσοι μιλούν για τη Γάζα φιλοχαμασικοί
Σε αυτό το σημείο απαιτείται μια σημαντική διάκριση.
Δεν είναι όλοι όσοι εκφράζουν αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους υποστηρικτές της Χαμάς. Ούτε είναι όλοι όσοι επικρίνουν την κυβέρνηση του Ισραήλ εχθροί της Ελλάδας ή φίλοι της Τουρκίας.
Υπάρχουν άνθρωποι που κινούνται από ειλικρινή ανθρωπιστικά κίνητρα και ανησυχούν για τις απώλειες αμάχων στη Γάζα.
Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της μονομερούς υιοθέτησης μιας αφήγησης που παρουσιάζει τη Χαμάς ως κίνημα αντίστασης, αποκρύπτει τον ρόλο της Τουρκίας και αντιμετωπίζει το Ισραήλ ως απόλυτο κακό.
Όταν η δημόσια συζήτηση φτάνει σε αυτό το σημείο, οι γεωπολιτικές συνέπειες γίνονται αναπόφευκτες.
Οι «χρήσιμοι ηλίθιοι» της τουρκικής στρατηγικής
Στην ιστορία των διεθνών σχέσεων υπάρχει ο όρος «χρήσιμοι ηλίθιοι» (useful idiots). Αναφέρεται σε ανθρώπους που, χωρίς να το επιδιώκουν, καταλήγουν να εξυπηρετούν τους στόχους μιας δύναμης της οποίας δεν συμμερίζονται απαραίτητα τις επιδιώξεις.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει συχνά και στο ζήτημα του Ισραήλ.
Όταν στην Ελλάδα προβάλλεται μονοδιάστατα η δαιμονοποίηση του Ισραήλ, χωρίς καμία αναφορά στον τουρκικό αναθεωρητισμό, χωρίς καμία αναφορά στη Χαμάς και χωρίς καμία αναφορά στα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας μας, το αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά ευνοϊκό για την Άγκυρα.
Όχι επειδή όλοι όσοι το κάνουν το επιδιώκουν.
Αλλά επειδή η αποδυνάμωση της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας αποτελεί πάγιο στόχο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Ένα ζήτημα εθνικού ρεαλισμού
Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να συμφωνεί με κάθε επιλογή της ισραηλινής κυβέρνησης. Ούτε οφείλει να εγκαταλείψει την ανθρωπιστική της ευαισθησία απέναντι στους Παλαιστινίους αμάχους.
Οφείλει όμως να αντιλαμβάνεται τη μεγάλη εικόνα.
Στον σημερινό κόσμο, οι διεθνείς σχέσεις δεν καθορίζονται από συνθήματα αλλά από συμφέροντα, συμμαχίες και ισορροπίες ισχύος.
Το Ισραήλ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς εταίρους της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία αποτελεί τη βασική αναθεωρητική δύναμη που αμφισβητεί τα ελληνικά και κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα.
Αυτή είναι η θεμελιώδης πραγματικότητα.
Και γι’ αυτό, όσοι στην Ελλάδα επιλέγουν να αντιμετωπίζουν το Ισραήλ ως τον κύριο εχθρό της περιοχής, ενώ αγνοούν ή υποβαθμίζουν τον ρόλο της Τουρκίας και τις στενές σχέσεις της με τη Χαμάς, οφείλουν να αναλογιστούν ένα απλό ερώτημα:
Εάν αποδυναμωθεί η στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ισραήλ, ποιος θα είναι ο μεγάλος κερδισμένος;
Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στη Γάζα ούτε στην Ιερουσαλήμ.
Βρίσκεται στην Άγκυρα.
