Η έναρξη της διαδικασίας για τη νέα συνταγματική αναθεώρηση αποκάλυψε ήδη από τα πρώτα της βήματα ένα βαθύτερο πολιτικό ζήτημα, το οποίο υπερβαίνει τις επιμέρους διατάξεις που προτείνει η κυβερνητική πλειοψηφία. Το ζήτημα αυτό αφορά τη στάση του ΠΑΣΟΚ και ειδικότερα την επιλογή της ηγεσίας του να δηλώσει ότι δεν πρόκειται να συμβάλει στη διαμόρφωση των αναγκαίων συναινέσεων που προβλέπει το Σύνταγμα για την αναθεωρητική διαδικασία.
Στη σημερινή συζήτηση στη Βουλή, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης επέλεξε να δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή ακριβώς τη διάσταση. Η κριτική του δεν περιορίστηκε σε μια αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Αντίθετα, επιχείρησε να παρουσιάσει τη στάση του ΠΑΣΟΚ ως μια θεσμική και ιστορική αντίφαση, η οποία έρχεται σε σύγκρουση με την ίδια την παράδοση του κόμματος.
Η συνταγματική αναθεώρηση ως εθνική στρατηγική
Ο κ. Φλωρίδης επιχείρησε να τοποθετήσει τη συζήτηση σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. Αναφέρθηκε στις μεγάλες συνταγματικές τομές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ξεκινώντας από την αναθεώρηση του 1911 υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και φθάνοντας στο Σύνταγμα της Μεταπολίτευσης και την εκτεταμένη αναθεώρηση του 2001.
Κατά την ανάλυσή του, οι μεγάλες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις δεν υπήρξαν ποτέ απλές νομικές ή διαδικαστικές παρεμβάσεις. Συνδέθηκαν πάντοτε με ευρύτερους εθνικούς στόχους: τον εκσυγχρονισμό του κράτους, την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την οικονομική ανάπτυξη και την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Υπουργός υποστήριξε ότι και η σημερινή αναθεωρητική πρωτοβουλία αποσκοπεί στον περαιτέρω εκσυγχρονισμό του κράτους, στην ενδυνάμωση των θεσμών, στην αναβάθμιση του πολιτικού συστήματος και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με αυτή την εκτίμηση, το κρίσιμο σημείο είναι ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει τη συνταγματική αναθεώρηση ως μια διαδικασία εθνικής σημασίας που απαιτεί διάλογο και συναινέσεις. Και ακριβώς εδώ εντοπίζει το πρόβλημα στη στάση του ΠΑΣΟΚ.
Η άρνηση συναίνεσης ως πολιτική επιλογή
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Φλωρίδης, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης ξεκαθάρισε ότι το κόμμα του δεν πρόκειται να παράσχει τις απαιτούμενες ψήφους στην παρούσα Βουλή, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου θα μπορούσε να υπάρξει συμφωνία επί συγκεκριμένων διατάξεων.
Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η αναθεωρητική διαδικασία του ελληνικού Συντάγματος είναι σχεδιασμένη ακριβώς για να ενθαρρύνει τη διακομματική συναίνεση. Η προτείνουσα Βουλή καλείται να αποφασίσει ποιες διατάξεις θα τεθούν προς αναθεώρηση και με ποια πλειοψηφία. Όσο μεγαλύτερη είναι η συναίνεση σε αυτό το στάδιο, τόσο ευκολότερη και πιο σταθερή καθίσταται η ολοκλήρωση της διαδικασίας από την επόμενη αναθεωρητική Βουλή.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εκ των προτέρων άρνηση του ΠΑΣΟΚ να συμβάλει στη διαμόρφωση των απαιτούμενων πλειοψηφιών δεν αποτελεί απλώς πολιτική διαφωνία με τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας. Συνιστά, κατά την κυβερνητική επιχειρηματολογία, άρνηση συμμετοχής στη λογική της συνταγματικής αναθεώρησης όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από το ίδιο το Σύνταγμα.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση κατηγορεί το ΠΑΣΟΚ ότι δεν απορρίπτει απλώς τις κυβερνητικές προτάσεις, αλλά επιχειρεί να περιορίσει εκ προοιμίου τη δυνατότητα ευρύτερων συναινέσεων.
Το επιχείρημα της «θεσμικής μνήμης»
Το ισχυρότερο ίσως σημείο της κριτικής του κ. Φλωρίδη αφορά την ιστορική διαδρομή του ίδιου του ΠΑΣΟΚ.
Ο Υπουργός υπενθύμισε ότι η σημαντικότερη συνταγματική αναθεώρηση της μεταπολιτευτικής περιόδου, εκείνη του 2001, υπήρξε πρωτοβουλία κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Μάλιστα, όπως επισήμανε, η διαδικασία εκείνη βασίστηκε ακριβώς σε μια εκτεταμένη διακομματική συναίνεση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, από τις 89 διατάξεις που είχαν προταθεί προς αναθεώρηση, οι 83 εγκρίθηκαν από την προτείνουσα Βουλή με πλειοψηφία άνω των 180 βουλευτών, δηλαδή με τη σύμπραξη ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας.
Η αναφορά αυτή δεν ήταν τυχαία. Ο κ. Φλωρίδης επιχείρησε να αναδείξει μια αντίφαση ανάμεσα στο ιστορικό ΠΑΣΟΚ της περιόδου Σημίτη και στο σημερινό ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη.
Το κόμμα που πριν από ένα τέταρτο του αιώνα οικοδομούσε ευρείες κοινοβουλευτικές συναινέσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση εμφανίζεται σήμερα να αποκλείει εκ των προτέρων κάθε πιθανότητα ανάλογης συνεννόησης.
Η κατηγορία είναι πολιτικά βαριά, διότι αγγίζει ένα από τα βασικά στοιχεία της ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ: τον αυτοπροσδιορισμό του ως θεσμικού και μεταρρυθμιστικού κόμματος εξουσίας.
Γιατί το ΠΑΣΟΚ επιλέγει αυτή τη στάση;
Η απάντηση βεβαίως δεν βρίσκεται στην ομιλία του Υπουργού αλλά στην ίδια τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ.
Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να διαφοροποιηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από τη Νέα Δημοκρατία, αποφεύγοντας να εμφανιστεί ως δυνητικός κυβερνητικός εταίρος ή ως συμπληρωματική πολιτική δύναμη του κυβερνητικού χώρου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε μορφή θεσμικής συναίνεσης ενδέχεται να θεωρείται από την ηγεσία του πολιτικά επικίνδυνη. Η ηγεσία Ανδρουλάκη φαίνεται να εκτιμά ότι μια σκληρή αντιπολιτευτική στάση μπορεί να συμβάλει στην περαιτέρω εκλογική ενίσχυση του κόμματος και στη διεκδίκηση μεγαλύτερου τμήματος του κεντροαριστερού χώρου.
Ωστόσο, αυτή η στρατηγική συνοδεύεται από ένα κόστος. Δημιουργεί την εικόνα ενός κόμματος που επιλέγει να μην αξιοποιήσει μια κορυφαία θεσμική διαδικασία για να προωθήσει τις δικές του συνταγματικές προτάσεις μέσα από διάλογο και διαπραγμάτευση.
Η διαφορά μεταξύ αντιπολίτευσης και άρνησης συμμετοχής
Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται ίσως εδώ.
Σε μια δημοκρατία είναι απολύτως θεμιτό ένα κόμμα να διαφωνεί με τις κυβερνητικές προτάσεις. Είναι επίσης θεμιτό να καταψηφίζει διατάξεις που θεωρεί λανθασμένες ή επιζήμιες.
Διαφορετικό όμως είναι να απορρίπτει συγκεκριμένες προτάσεις και διαφορετικό να δηλώνει εκ των προτέρων ότι δεν θα συμβάλει στη συγκρότηση των απαιτούμενων πλειοψηφιών ακόμη και σε ζητήματα όπου ενδεχομένως να υπάρχει ουσιαστική συμφωνία.
Η δεύτερη στάση μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της ουσίας στο επίπεδο της πολιτικής τακτικής.
Αυτό ακριβώς επιχείρησε να αναδείξει ο Γιώργος Φλωρίδης. Η κυβέρνηση κατηγορεί το ΠΑΣΟΚ ότι μετατρέπει μια κορυφαία θεσμική διαδικασία σε πεδίο κομματικού ανταγωνισμού και ότι εγκαταλείπει την παράδοση των ευρύτερων συναινέσεων που το ίδιο είχε υπηρετήσει στο παρελθόν.
Ένα κρίσιμο τεστ πολιτικής ωριμότητας
Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης μόλις ξεκινά. Οι πραγματικές συγκρούσεις και οι πραγματικές συνθέσεις θα εμφανιστούν κατά τη συζήτηση των επιμέρους διατάξεων.
Ωστόσο, η σημερινή συζήτηση ανέδειξε ήδη ένα ουσιαστικό πολιτικό δίλημμα: θα αντιμετωπιστεί η αναθεώρηση ως μια διαδικασία εθνικού και θεσμικού χαρακτήρα που απαιτεί συναινέσεις ή ως ακόμη ένα επεισόδιο της καθημερινής κομματικής αντιπαράθεσης;
Η κριτική που διατύπωσε ο Υπουργός Δικαιοσύνης προς το ΠΑΣΟΚ κινείται ακριβώς πάνω σε αυτό το ερώτημα. Κατά την κυβερνητική ανάγνωση, το ΠΑΣΟΚ εγκαταλείπει μια παράδοση θεσμικής υπευθυνότητας που το χαρακτήρισε σε κρίσιμες στιγμές της μεταπολιτευτικής ιστορίας και επιλέγει μια στρατηγική άρνησης, η οποία ενδέχεται να αποδυναμώσει τον ίδιο τον σκοπό της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Το αν η κοινωνία θα θεωρήσει αυτή τη στάση ένδειξη πολιτικής συνέπειας ή πολιτικής μικροκομματικότητας είναι κάτι που θα κριθεί τους επόμενους μήνες, καθώς η συζήτηση για το μέλλον του Συντάγματος θα περνά από τη θεωρία στην πράξη.
