Η εορτή των Αγίων ενδόξων, πανευφήμων και πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στις 29 Ιουνίου, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν τιμώνται απλώς δύο εξέχουσες προσωπικότητες της πρώτης Εκκλησίας ούτε μόνο δύο μεγάλοι ιεραπόστολοι που διέδωσαν το Ευαγγέλιο στα πέρατα της οικουμένης. Η Εκκλησία τιμά δύο ανθρώπους που, ενώ ξεκίνησαν από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, ενώ διέπραξαν διαφορετικά σφάλματα και έζησαν διαφορετικές πνευματικές διαδρομές, κατέληξαν να γίνουν οι δύο πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι του Χριστού.
Η βαθύτερη θεολογική σημασία της εορτής αποτυπώνεται θαυμάσια σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά τροπάρια της ακολουθίας τους:
«Ἔδωκας ὑπόδειγμα, ἐπιστροφῆς ἁμαρτάνουσι, τοὺς διττοὺς Ἀποστόλους σου, τὸν μὲν ἀρνησάμενον, ἐν καιρῷ τοῦ πάθους, καὶ μετεγνωκότα, τὸν δὲ κηρύγματι τῷ σῷ, ἀντιταξάμενον καὶ διώξαντα, καὶ ἄμφω τοῦ συστήματος, πρωτοστατοῦντας τῶν φίλων σου, Ἰησοῦ παντοδύναμε, ὁ Σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
Μέσα σε λίγες μόνο φράσεις, η υμνολογία συνοψίζει μία ολόκληρη θεολογία της μετανοίας, της θείας χάριτος και της σωτηρίας.
Δύο Απόστολοι, δύο διαφορετικές πτώσεις
Ο Απόστολος Πέτρος ήταν ο στενότερος ίσως μαθητής του Κυρίου. Άκουσε από το στόμα του Χριστού τα μεγάλα μυστήρια της Βασιλείας. Βρέθηκε στο Θαβώρ κατά τη Μεταμόρφωση, στη Γεθσημανή κατά την αγωνία του Κυρίου, είδε αναρίθμητα θαύματα και ομολόγησε πρώτος ότι ο Ιησούς είναι «ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. ις΄ 16).
Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα της δοκιμασίας, λύγισε. Τρεις φορές αρνήθηκε ότι γνωρίζει τον Χριστό. Δεν πρόδωσε μόνο με λόγια· αρνήθηκε τη σχέση του με τον Διδάσκαλό του τη στιγμή ακριβώς που Εκείνος οδηγούνταν προς τον Σταυρό.
Ο Παύλος, αντίθετα, δεν υπήρξε μαθητής του Ιησού κατά την επίγεια ζωή Του. Ως φανατικός Φαρισαίος θεωρούσε το κήρυγμα των χριστιανών βλασφημία. Δεν περιορίστηκε σε μία προσωπική άρνηση του Χριστού. Πολέμησε ενεργά την Εκκλησία. Συμμετείχε στον λιθοβολισμό του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, εισέβαλε σε σπίτια, συνέλαβε πιστούς και έγινε ο σκληρότερος διώκτης των πρώτων χριστιανών.
Το τροπάριο παρουσιάζει ακριβώς αυτή τη διαφορά: ο ένας «ἀρνησάμενος», ο άλλος «ἀντιταξάμενος καὶ διώξας».
Δεν εξισώνει τα γεγονότα. Δεν παρουσιάζει την άρνηση και τον διωγμό ως το ίδιο αμάρτημα. Αναδεικνύει όμως ότι και οι δύο είχαν ανάγκη από την ίδια σωτηρία.
Η μετάνοια δεν είναι απλή μεταμέλεια
Το τροπάριο χρησιμοποιεί δύο διαφορετικές εκφράσεις.
Για τον Πέτρο λέγει: «καὶ μετεγνωκότα».
Δεν αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι ο Πέτρος έκλαψε πικρά μετά το λάλημα του πετεινού. Η Εκκλησία βλέπει εδώ μία βαθιά εσωτερική μεταβολή. Η μετάνοια δεν είναι συναισθηματική λύπη ούτε ψυχολογική ενοχή. Είναι αλλαγή ολόκληρου του ανθρώπου.
Ο Πέτρος δεν έμεινε στην αυτοκατηγορία. Δεν απελπίστηκε όπως ο Ιούδας. Δέχθηκε τη συγχώρηση του Αναστάντος Χριστού, όταν στην όχθη της Τιβεριάδος άκουσε τρεις φορές το ερώτημα: «Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με;» (Ιωάν. κα΄ 15). Οι τρεις ομολογίες αγάπης θεραπεύουν τις τρεις αρνήσεις.
Η Εκκλησία βλέπει σε αυτή τη σκηνή όχι μία απλή αποκατάσταση ενός μαθητή αλλά την πλήρη ανακαίνιση του ανθρώπου.
Ο Παύλος δεν άλλαξε ιδεολογία· συνάντησε τον Χριστό
Η μεταστροφή του Παύλου στον δρόμο προς τη Δαμασκό δεν ήταν αλλαγή πολιτικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων. Ήταν προσωπική συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό.
Εκείνος που νόμιζε ότι υπηρετεί τον Θεό διώκοντας τους χριστιανούς, ακούει τη φωνή: «Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;» (Πράξ. θ΄ 4).
Η φράση αυτή αποκαλύπτει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της εκκλησιολογίας. Ο Χριστός δεν λέγει: «Γιατί διώκεις τους μαθητές μου;». Αλλά: «Γιατί διώκεις εμένα;»
Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Όποιος πλήττει την Εκκλησία, πλήττει τον ίδιο τον Χριστό.
Από εκείνη τη στιγμή ο διώκτης γίνεται Απόστολος. Δεν χάνει τη δυναμικότητά του. Η χάρη δεν καταστρέφει τα φυσικά χαρίσματα του ανθρώπου αλλά τα μεταμορφώνει. Ο ίδιος ζήλος που πριν υπηρετούσε την πλάνη τώρα υπηρετεί το Ευαγγέλιο.
Η μεγαλύτερη ελπίδα του αμαρτωλού
Το τροπάριο αρχίζει με μία φράση εξαιρετικά παρηγορητική: «Ἔδωκας ὑπόδειγμα ἐπιστροφῆς ἁμαρτάνουσι…».
Ο Χριστός δεν παρουσιάζει τον Πέτρο και τον Παύλο μόνο ως παραδείγματα αρετής. Τους παρουσιάζει ως υποδείγματα επιστροφής.
Αυτό σημαίνει ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ισχυριστεί πως οι αμαρτίες του είναι τόσο μεγάλες ώστε να αποκλείουν τη σωτηρία.
Ο Πέτρος αρνήθηκε τον ίδιο τον Θεάνθρωπο. Ο Παύλος καταδίωξε το Σώμα Του. Κι όμως, και οι δύο έγιναν άγιοι.
Η Εκκλησία δεν αποκρύπτει τις πτώσεις τους. Τις διατηρεί ζωντανές μέσα στη λειτουργική της μνήμη.
Γιατί; Διότι έτσι καταρρίπτεται κάθε απελπισία. Δεν υπάρχουν αμετάκλητα αδιέξοδα όταν υπάρχει αληθινή μετάνοια.
Η αγιότητα δεν είναι αναμαρτησία
Στη σύγχρονη εποχή πολλοί θεωρούν ότι οι άγιοι είναι άνθρωποι που δεν έσφαλαν ποτέ. Η Ορθόδοξη παράδοση διδάσκει κάτι βαθύτερο.
Άγιος δεν είναι εκείνος που δεν έπεσε. Άγιος είναι εκείνος που δεν έμεινε πεσμένος.
Η αγιότητα είναι διαρκής κοινωνία με τη χάρη του Θεού. Η αμαρτία δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Τον τελευταίο λόγο έχει πάντοτε η μετάνοια.
Γι’ αυτό η Εκκλησία δεν ντρέπεται να μιλήσει για τις αδυναμίες των μεγαλύτερων Αποστόλων. Δεν μειώνει το κύρος τους. Αντίθετα, μεγαλύνει ακόμη περισσότερο το έργο της θείας χάριτος.
Από εχθροί και αδύναμοι, φίλοι του Χριστού
Το τέλος του τροπαρίου είναι συγκλονιστικό.
Οι δύο αυτοί άνθρωποι, που άλλοτε αρνήθηκαν ή πολέμησαν τον Χριστό, παρουσιάζονται τώρα ως: «πρωτοστατοῦντας τῶν φίλων σου».
Δεν λέγει απλώς ότι συγχωρήθηκαν. Δεν λέγει μόνο ότι έγιναν μαθητές. Έγιναν οι πρώτοι ανάμεσα στους φίλους του Θεού.
Αυτό αποκαλύπτει το μεγαλείο της θείας αγάπης. Ο Θεός δεν συγχωρεί απλώς. Αποκαθιστά.
Δεν αφαιρεί μόνο την ενοχή. Χαρίζει νέα ζωή.
Δεν περιορίζεται να διαγράψει το παρελθόν. Μεταμορφώνει το μέλλον.
Το μήνυμα προς τον σύγχρονο άνθρωπο
Η εποχή μας γνωρίζει δύο μεγάλους πειρασμούς.
Ο πρώτος είναι η αυτάρκεια. Ο άνθρωπος θεωρεί ότι δεν έχει ανάγκη μετανοίας. Δικαιολογεί τα πάντα. Μεταθέτει πάντοτε τις ευθύνες στους άλλους.
Ο δεύτερος είναι η απελπισία. Άλλοι πιστεύουν ότι έχουν πέσει τόσο χαμηλά ώστε δεν υπάρχει επιστροφή.
Το τροπάριο των Αγίων Πέτρου και Παύλου καταρρίπτει και τις δύο πλάνες. Ο Πέτρος μάς διδάσκει ότι ακόμη και ο πιο κοντινός στον Χριστό μπορεί να πέσει, αν εμπιστευθεί υπερβολικά τον εαυτό του. Ο Παύλος μάς διδάσκει ότι ακόμη και ο μεγαλύτερος εχθρός της Εκκλησίας μπορεί να γίνει ο μεγαλύτερος Απόστολος, αν ανοίξει την καρδιά του στη χάρη.
Και οι δύο μαζί φανερώνουν ότι η σωτηρία δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα αλλά δώρο του Θεού.
Η Εκκλησία ως κοινότητα θεραπείας
Το τροπάριο αναφέρεται τελικά σε ολόκληρη την Εκκλησία. Ο Πέτρος και ο Παύλος δεν είναι ιδιωτικές περιπτώσεις. Είναι οι εκπρόσωποι όλων μας.
Άλλοι μοιάζουμε περισσότερο με τον Πέτρο. Γνωρίσαμε τον Χριστό αλλά πολλές φορές Τον αρνούμαστε με τη ζωή μας, με τη σιωπή μας ή με τους συμβιβασμούς μας.
Άλλοι μοιάζουμε περισσότερο με τον Παύλο. Ζήσαμε μακριά από τον Θεό, πολεμήσαμε την πίστη ή αδιαφορήσαμε για την Εκκλησία.
Και για τους δύο υπάρχει ο ίδιος δρόμος. Η μετάνοια.
Η Εκκλησία δεν είναι σύλλογος αρίστων. Είναι πνευματικό θεραπευτήριο. Είναι ο χώρος όπου ο άνθρωπος μεταμορφώνεται διά της χάριτος.
Κατακλείδα
Το εξαίσιο αυτό τροπάριο της εορτής των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου συμπυκνώνει ολόκληρη την ορθόδοξη εμπειρία της σωτηρίας. Δεν προβάλλει δύο αψεγάδιαστους ήρωες, αλλά δύο ανθρώπους που γνώρισαν την ανθρώπινη αδυναμία, γεύθηκαν την πτώση και αναγεννήθηκαν μέσα από τη δύναμη της μετανοίας και της θείας χάριτος. Ο Πέτρος, που λύγισε από τον φόβο και αρνήθηκε τον Διδάσκαλό του, και ο Παύλος, που από φανατισμό καταδίωξε την Εκκλησία, έγιναν οι δύο πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι, όχι επειδή ήταν αναμάρτητοι, αλλά επειδή ανταποκρίθηκαν ολοκληρωτικά στο κάλεσμα του Χριστού.
Αυτό είναι και το μεγάλο μήνυμα της εορτής. Η Εκκλησία δεν αποκρύπτει τις πτώσεις των αγίων της, διότι γνωρίζει ότι η δόξα τους δεν βρίσκεται στην ανθρώπινη τελειότητα, αλλά στη δύναμη της χάριτος που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Κανένα αμάρτημα δεν είναι ισχυρότερο από το έλεος του Θεού, όταν συνοδεύεται από ειλικρινή μετάνοια. Καμία αποτυχία δεν είναι οριστική, όσο ο άνθρωπος επιστρέφει με ταπείνωση στον Χριστό.
Γι’ αυτό και η κοινή εορτή των Αγίων Πέτρου και Παύλου αποτελεί διαχρονική πρόσκληση προς κάθε πιστό. Να μη στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, όπως ο Πέτρος πριν από την άρνησή του. Να μη μένει δέσμιος του παρελθόντος του, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί στον Παύλο μετά τους διωγμούς του. Αλλά να εμπιστεύεται ολοκληρωτικά τον Αναστάντα Κύριο, ο οποίος «ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι» και εξακολουθεί να μεταβάλλει αρνητές σε ομολογητές, διώκτες σε αποστόλους και αμαρτωλούς σε φίλους Του.
Αυτή είναι η ανεξάντλητη ελπίδα που αναβλύζει από την εορτή των δύο Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων και το διαχρονικό μήνυμα που η Ορθόδοξη Εκκλησία προσφέρει σε κάθε άνθρωπο όλων των εποχών.
