Η υπόθεση της τηλεφωνικής εξαπάτησης του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Πρωθυπουργού, Θάνου Ντόκου, από τους διαβόητους Ρώσους φαρσέρ Vovan και Lexus προκάλεσε εύλογο προβληματισμό. Όχι μόνο επειδή ένας ανώτατος κρατικός αξιωματούχος βρέθηκε στο στόχαστρο μιας καλά οργανωμένης επιχείρησης κοινωνικής μηχανικής (social engineering), αλλά και επειδή ανέδειξε, για ακόμη μία φορά, την πραγματικότητα των σύγχρονων υβριδικών απειλών που αντιμετωπίζουν σήμερα τα δημοκρατικά κράτη.
Ωστόσο, η πολιτική συζήτηση που ακολούθησε στην Ελλάδα παρουσίασε μια ιδιαιτερότητα, η οποία δύσκολα συναντάται με την ίδια ένταση σε άλλες δυτικές δημοκρατίες. Αντί το ενδιαφέρον να επικεντρωθεί πρωτίστως στη φύση της επίθεσης, στις μεθόδους των δραστών και στην ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών ασφαλείας, σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης επέλεξε να στρέψει τα πυρά του σχεδόν αποκλειστικά κατά της κυβέρνησης, σαν να αποτελούσε αυτή τον βασικό υπαίτιο της επιχείρησης εξαπάτησης.
Η στάση αυτή γεννά ένα εύλογο ερώτημα: συνέβη άραγε το ίδιο και στις υπόλοιπες χώρες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με τους ίδιους ανθρώπους;
Η απάντηση, όπως προκύπτει από τις διεθνείς περιπτώσεις, είναι σαφώς πιο σύνθετη.
Οι ίδιοι Ρώσοι δράστες, τα ίδια μοτίβα
Οι Vovan και Lexus δεν είναι δύο απλοί «τηλεφωνικοί φαρσέρ» που αναζητούν δημοσιότητα μέσω αθώων αστείων. Εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία έχουν στοχοποιήσει δεκάδες αρχηγούς κρατών, πρωθυπουργούς, υπουργούς, επικεφαλής διεθνών οργανισμών και κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες της Δύσης.
Μεταξύ των θυμάτων τους συγκαταλέγονται η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, ο Πρόεδρος της Πολωνίας Αντρέι Ντούντα, ο Βρετανός υπουργός Άμυνας Μπεν Γουάλας, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Ντέιβιντ Κάμερον, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ, ο πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Τόμας Μπαχ, αλλά ακόμη και πολιτικοί των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως η Καμάλα Χάρις και ο Μπέρνι Σάντερς.
Η έκταση αυτής της δραστηριότητας δείχνει ότι δεν πρόκειται για ένα ελληνικό περιστατικό ούτε για κάποια ιδιαιτερότητα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Πρόκειται για μια διεθνή πρακτική που στοχεύει κυρίως δυτικούς αξιωματούχους.
Δεν πρόκειται για απλές φάρσες
Αρκετές δυτικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν πλέον αυτές τις ενέργειες όχι ως διασκεδαστικές φάρσες αλλά ως εργαλεία πληροφοριακού πολέμου.
Η βρετανική κυβέρνηση, για παράδειγμα, μετά την εξαπάτηση του τότε υπουργού Άμυνας Μπεν Γουάλας και αργότερα του υπουργού Εξωτερικών Ντέιβιντ Κάμερον, χαρακτήρισε δημόσια τις ενέργειες αυτές μέρος ρωσικής επιχείρησης επιρροής και παραπληροφόρησης, επισημαίνοντας ότι στόχος τους είναι η συλλογή πληροφοριών αλλά και η δημιουργία πολιτικών εντυπώσεων μέσω της δημοσιοποίησης επιλεγμένων αποσπασμάτων συνομιλιών.
Παρόμοιες επισημάνσεις έχουν διατυπωθεί και από άλλους δυτικούς θεσμούς, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο Ρώσοι επιλέγουν σχεδόν αποκλειστικά προσωπικότητες που έχουν δημόσια ταχθεί υπέρ της Ουκρανίας ή έχουν επικρίνει τη ρωσική εξωτερική πολιτική.
Αυτό δεν αποδεικνύει αυτομάτως οργανική σχέση τους με το ρωσικό κράτος. Οι ίδιοι απορρίπτουν τέτοιους ισχυρισμούς. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι οι στόχοι τους και η αξιοποίηση των συνομιλιών τους εξυπηρετούν συχνά αφηγήματα που ευνοούν τη ρωσική στρατηγική επικοινωνίας.
Τι έγινε στην Ιταλία
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ίσως εκείνη της Τζόρτζια Μελόνι.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός εξαπατήθηκε πιστεύοντας ότι συνομιλούσε με υψηλόβαθμο αξιωματούχο της Αφρικανικής Ένωσης. Η συνομιλία δημοσιοποιήθηκε αργότερα, προκαλώντας έντονη πολιτική συζήτηση.
Υπήρξε ασφαλώς κριτική προς την κυβέρνηση. Υπήρξαν ερωτήματα για τα πρωτόκολλα ασφαλείας και για τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η επικοινωνία. Μάλιστα, ο διπλωματικός σύμβουλος της Μελόνι ανέλαβε την πολιτική ευθύνη και παραιτήθηκε.
Εκεί όμως σταματούν οι ομοιότητες.
Η δημόσια συζήτηση στην Ιταλία περιστράφηκε κυρίως γύρω από το πώς απέτυχαν οι διαδικασίες ασφαλείας, πώς μπορούν να βελτιωθούν και πώς αξιοποιούνται τέτοιες επιχειρήσεις από τη ρωσική προπαγάνδα. Δεν μετατράπηκε σε μια προσπάθεια να παρουσιαστεί η ίδια η κυβέρνηση ως ο πραγματικός υπαίτιος της ενέργειας των Ρώσων φαρσέρ.
Η Πολωνία και η ψυχραιμία των θεσμών
Ανάλογη ήταν η εικόνα στην Πολωνία.
Τον Νοέμβριο του 2022, αμέσως μετά την έκρηξη πυραύλου που είχε προκαλέσει διεθνή αναστάτωση, οι ίδιοι δράστες κατάφεραν να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με τον Πρόεδρο Αντρέι Ντούντα, προσποιούμενοι τον Πρόεδρο της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν.
Το γεγονός προκάλεσε προβληματισμό και εσωτερική διερεύνηση των διαδικασιών ασφαλείας. Ωστόσο, η κυρίαρχη αντίδραση των πολωνικών θεσμών επικεντρώθηκε στην αντιμετώπιση της εξωτερικής απειλής και όχι στη μετατροπή της υπόθεσης σε εργαλείο εσωτερικής πολιτικής αποδόμησης της κυβέρνησης.
Η Βρετανία μίλησε για επιχείρηση επιρροής
Ίσως ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η βρετανική στάση.
Μετά τις αντίστοιχες επιχειρήσεις εις βάρος του Μπεν Γουάλας και αργότερα του Ντέιβιντ Κάμερον, το Λονδίνο δεν περιορίστηκε σε μια διαχειριστική ανακοίνωση. Αντιθέτως, συνέδεσε ευθέως τα περιστατικά με ευρύτερες ρωσικές επιχειρήσεις πληροφοριακού πολέμου, επισημαίνοντας ότι σκοπός τους είναι να αποσπούν την προσοχή από τον πόλεμο στην Ουκρανία, να δημιουργούν σύγχυση και να αξιοποιούν επικοινωνιακά κάθε επιτυχημένη εξαπάτηση.
Με άλλα λόγια, το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης παρέμεινε η εξωτερική απειλή.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια κυβέρνηση δεν πρέπει να δέχεται κριτική όταν αποδεικνύονται αδυναμίες στα πρωτόκολλα ασφαλείας. Το αντίθετο.
Σε κάθε δημοκρατία, οι διαδικασίες πρέπει να αξιολογούνται, τα λάθη να διορθώνονται και οι ευθύνες να αναλαμβάνονται όπου υπάρχουν.
Άλλο όμως η αυστηρή κριτική για ελλείψεις ασφαλείας και άλλο η σχεδόν αποκλειστική πολιτική στοχοποίηση της κυβέρνησης, σαν να αποτελεί η ίδια τον πρωταγωνιστή μιας επιχείρησης που σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από ξένους δρώντες.
Η διάκριση αυτή δεν είναι λεπτομέρεια. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια δημοκρατία αντιλαμβάνεται τις σύγχρονες υβριδικές απειλές.
Οι υβριδικές επιχειρήσεις δεν γνωρίζουν κομματικά σύνορα
Οι επιχειρήσεις κοινωνικής μηχανικής δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε κυβερνήσεις διαφορετικών ιδεολογικών αποχρώσεων.
Οι ίδιοι άνθρωποι έχουν εξαπατήσει συντηρητικούς, φιλελεύθερους, σοσιαλδημοκράτες, κεντρώους και ανεξάρτητους αξιωματούχους.
Έχουν στοχοποιήσει κυβερνήσεις της δεξιάς και της αριστεράς.
Έχουν εξαπατήσει κράτη μεγάλα και μικρά.
Αυτό αποδεικνύει ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η κομματική ταυτότητα του εκάστοτε θύματος αλλά η αξιοποίηση των αδυναμιών κάθε δημοκρατικού συστήματος προς όφελος μιας επιχείρησης επιρροής.
Αν αύριο στην εξουσία βρισκόταν μια διαφορετική κυβέρνηση, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι οι ίδιοι μηχανισμοί θα επιχειρούσαν ακριβώς το ίδιο.
Η δημοκρατική ωριμότητα δοκιμάζεται στις κρίσεις
Σε ώριμες δημοκρατίες, τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας δεν μετατρέπονται αυτομάτως σε πεδίο άγονης μικροκομματικής εκμετάλλευσης.
Υπάρχει χώρος για αυστηρή κριτική. Υπάρχει χώρος για λογοδοσία. Υπάρχει χώρος για βελτίωση των διαδικασιών.
Δεν υπάρχει όμως λόγος να χάνεται από το οπτικό πεδίο ο πραγματικός δράστης.
Η υπόθεση Ντόκου αποτελεί υπενθύμιση ότι η Ελλάδα βρίσκεται, όπως και όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, αντιμέτωπη με νέες μορφές υβριδικών επιχειρήσεων, στις οποίες τα όπλα δεν είναι πλέον μόνο οι κυβερνοεπιθέσεις ή οι υποκλοπές, αλλά και η εξαπάτηση, η πληροφοριακή χειραγώγηση και η επικοινωνιακή εκμετάλλευση.
Η απάντηση σε αυτές τις προκλήσεις δεν μπορεί να είναι η κομματική τύφλωση.
Οφείλει να είναι η ενίσχυση των πρωτοκόλλων ασφαλείας, η συνεχής εκπαίδευση των κρατικών λειτουργών και, κυρίως, η πολιτική ωριμότητα να διακρίνουμε πότε ασκούμε θεμιτή κριτική για πραγματικές αδυναμίες και πότε, άθελά μας, μετατοπίζουμε τη δημόσια συζήτηση από εκείνον που επιτίθεται σε εκείνον που δέχθηκε την επίθεση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις δεν λογοδοτούν. Σημαίνει όμως ότι η λογοδοσία αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο όταν συνοδεύεται από τη σωστή αναγνώριση της φύσης της απειλής. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η δημόσια αντιπαράθεση να εξαντλείται στην εσωτερική πολιτική σύγκρουση, αφήνοντας στο περιθώριο το ουσιώδες: ότι οι υβριδικές επιχειρήσεις αποσκοπούν ακριβώς στη δημιουργία διχασμού, δυσπιστίας και αποδυνάμωσης της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να διδαχθεί από την εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Να βελτιώσει τα πρωτόκολλά της, να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των θεσμών της και να ασκήσει την αναγκαία πολιτική αυτοκριτική. Ταυτόχρονα όμως, οφείλει να μην παραβλέπει ότι το περιστατικό με τον Θάνο Ντόκο δεν ήταν ένα μεμονωμένο ελληνικό «φιάσκο», αλλά ένας ακόμη κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα στοχευμένων ενεργειών που έχουν πλήξει πρωθυπουργούς, προέδρους, υπουργούς και διεθνείς οργανισμούς σε ολόκληρη τη Δύση.
Και αυτή ακριβώς η διάσταση δεν πρέπει να χάνεται μέσα στον θόρυβο της καθημερινής κομματικής αντιπαράθεσης. Διότι, όταν η δημόσια συζήτηση παύει να εστιάζει στην ίδια την υβριδική απειλή και περιορίζεται αποκλειστικά στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση, ο μόνος που τελικά ωφελείται είναι εκείνος που σχεδίασε την επιχείρηση εξαρχής.
