Δύο εκθέσεις προειδοποιούν: Η Ελλάδα στο στόχαστρο των ρωσικών υβριδικών επιχειρήσεων ενόψει εκλογών
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις υβριδικές απειλές δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο θεωρητικών αναλύσεων ή σεναρίων ασφαλείας. Τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί σε βασικό ζήτημα εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας, καθώς οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διαπιστώνουν τη διαρκή εξέλιξη των μεθόδων που χρησιμοποιεί η Ρωσία για να επηρεάζει δημοκρατικές διαδικασίες χωρίς να καταφεύγει σε συμβατική στρατιωτική ισχύ.
Δύο διαφορετικές αξιολογήσεις, προερχόμενες από δύο διαφορετικά κέντρα λήψης αποφάσεων —την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες— συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ευρώπη αποτελούν πεδίο αυξημένου κινδύνου για επιχειρήσεις ξένης επιρροής, παραπληροφόρησης και κυβερνοεπιθέσεων, με τη Ρωσία να εξακολουθεί να θεωρείται ο σημαντικότερος κρατικός δρών πίσω από τέτοιες επιχειρήσεις.
Η Ελλάδα, λόγω της γεωπολιτικής της θέσης, της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και εξαιτίας ορισμένων ιδιαίτερων πολιτισμικών και θρησκευτικών χαρακτηριστικών της, δεν εξαιρείται από αυτήν την εικόνα.
Η αξιολόγηση της Ουάσιγκτον
Το Annual Threat Assessment του Γραφείου του Διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ (ODNI) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δημόσιες εκθέσεις στρατηγικής αξιολόγησης παγκοσμίως. Συντάσσεται με τη συμβολή ολόκληρης της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών, δηλαδή της CIA, του FBI, της NSA, της DIA και των υπόλοιπων υπηρεσιών.
Η έκθεση του 2025 περιγράφει τη Ρωσία ως μία από τις βασικές κρατικές απειλές για τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους. Παράλληλα επισημαίνει ότι η Μόσχα χρησιμοποιεί ένα ευρύ φάσμα μη στρατιωτικών εργαλείων προκειμένου να αποδυναμώσει τη συνοχή της Δύσης και να περιορίσει τη στήριξη προς την Ουκρανία.
Στα εργαλεία αυτά περιλαμβάνονται:
- επιχειρήσεις παραπληροφόρησης,
- ψευδείς ή παραποιημένες ειδήσεις,
- εκστρατείες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης,
- κυβερνοεπιθέσεις,
- επιχειρήσεις επιρροής μέσω τρίτων προσώπων ή οργανώσεων,
- προσπάθειες υπονόμευσης της εμπιστοσύνης προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Η έκθεση δεν περιορίζεται στην περιγραφή των εργαλείων. Υπογραμμίζει ότι η Ρωσία επιδιώκει να εκμεταλλεύεται ήδη υπάρχουσες κοινωνικές διαιρέσεις αντί να δημιουργεί νέες. Δηλαδή, αξιοποιεί ζητήματα που ήδη προκαλούν ένταση μέσα σε μια κοινωνία —μεταναστευτικό, οικονομία, πολιτική αντιπαράθεση, πολιτισμικές συγκρούσεις— και επιχειρεί να τα διογκώσει μέσω στοχευμένης διαδικτυακής δραστηριότητας.
Υβριδικές επιθέσεις πέρα από την παραπληροφόρηση
Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών προειδοποιούν επίσης ότι οι υβριδικές επιχειρήσεις δεν περιορίζονται στην πληροφορία.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον αυξημένο κίνδυνο κυβερνοεπιθέσεων ή δολιοφθορών εναντίον κρίσιμων υποδομών.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
- ενεργειακά δίκτυα,
- τηλεπικοινωνίες,
- μεταφορές,
- δίκτυα δεδομένων,
- υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών.
Η εικόνα αυτή συμπίπτει με τις ανησυχίες που εκφράζουν ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφαλείας τα τελευταία δύο χρόνια, ιδιαίτερα μετά τα περιστατικά σε υποθαλάσσιες υποδομές στη Βαλτική και τη σημαντική αύξηση κυβερνοεπιθέσεων κατά ευρωπαϊκών οργανισμών.
Η ευρωπαϊκή διάσταση
Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας για την Αντιμετώπιση Υβριδικών Απειλών (Hybrid CoE), που υποστηρίζει κράτη-μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην ανάλυση και αντιμετώπιση υβριδικών απειλών, αφιερώνει σημαντικό μέρος των αναλύσεών του στις επιχειρήσεις επιρροής της Ρωσίας.
Το Hybrid CoE χρησιμοποιεί πλέον συστηματικά τον όρο FIMI (Foreign Information Manipulation and Interference), δηλαδή «Ξένη Χειραγώγηση Πληροφοριών και Παρέμβαση».
Η έννοια αυτή περιγράφει οργανωμένες κρατικές προσπάθειες χειραγώγησης της δημόσιας συζήτησης μέσω:
- δικτύων bots,
- ψεύτικων λογαριασμών,
- συντονισμένων εκστρατειών στα social media,
- ιστοσελίδων που εμφανίζονται ως ανεξάρτητες αλλά λειτουργούν συντονισμένα,
- παραγωγής και αναπαραγωγής ψευδών αφηγημάτων.
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (EEAS) καταγράφει ότι τέτοιες επιχειρήσεις έχουν στοχεύσει περισσότερες από εκατό χώρες τα τελευταία χρόνια, με ιδιαίτερη ένταση κατά τη διάρκεια εκλογικών διαδικασιών.
Γιατί αναφέρεται συχνά η Ελλάδα
Σε ορισμένες ευρωπαϊκές αναλύσεις επισημαίνεται ότι η Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν από επιχειρήσεις επιρροής.
Η επισήμανση αυτή δεν σημαίνει ότι ο ορθόδοξος πληθυσμός ή οι θρησκευτικοί θεσμοί αποτελούν οι ίδιοι απειλή. Αντιθέτως, η ανησυχία αφορά την πιθανότητα εργαλειοποίησης ιστορικών, πολιτισμικών ή θρησκευτικών συμβολισμών από ξένους κρατικούς παράγοντες.
Αναφορές στην κοινή ορθόδοξη παράδοση, στο Άγιον Όρος ή στους ιστορικούς δεσμούς Ελλάδας–Ρωσίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν επικοινωνιακά για να ενισχυθούν αφηγήματα που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως φυσικό σύμμαχο της Ελλάδας και τη Δύση ως αντίπαλο του ελληνικού ή του ορθόδοξου κόσμου.
Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο των ευρωπαϊκών αναλύσεων περί επιχειρήσεων επιρροής και όχι η ίδια η Ορθοδοξία, η οποία δεν μπορεί να ταυτίζεται με τις επιδιώξεις οποιουδήποτε κράτους.
Από την υποστήριξη ενός κόμματος στην ενίσχυση της πόλωσης
Ένα ακόμη στοιχείο που επισημαίνουν οι ευρωπαϊκές αναλύσεις αφορά τη μεταβολή της ρωσικής στρατηγικής.
Οι παλαιότερες προσεγγίσεις συχνά επικεντρώνονταν στην υποστήριξη συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων.
Σήμερα όμως αρκετές μελέτες υποστηρίζουν ότι ο βασικός στόχος δεν είναι απαραίτητα η εκλογική νίκη ενός συγκεκριμένου κόμματος.
Αντίθετα, μεγαλύτερη σημασία φαίνεται να αποκτά:
- η αύξηση της πολιτικής πόλωσης,
- η ενίσχυση αντισυστημικών αφηγημάτων,
- η διάχυση δυσπιστίας προς τους θεσμούς,
- η δυσκολία σχηματισμού σταθερών κυβερνήσεων,
- η αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι πάντοτε ποιος θα κερδίσει τις εκλογές αλλά κατά πόσο θα αποδυναμωθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατική διαδικασία.
Τα bots και η ψευδαίσθηση της «λαϊκής οργής»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος λειτουργίας των σύγχρονων επιχειρήσεων παραπληροφόρησης.
Δεν απαιτούν πλέον τεράστιους ανθρώπινους μηχανισμούς.
Εκατομμύρια αυτοματοποιημένοι λογαριασμοί μπορούν να αναπαράγουν το ίδιο μήνυμα μέσα σε λίγες ώρες, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι μια άποψη κυριαρχεί στην κοινωνία.
Ένα ψευδές δημοσίευμα μπορεί να αναπαραχθεί χιλιάδες φορές πριν ακόμη υπάρξει διάψευση.
Ακόμη κι όταν η πληροφορία καταρριφθεί, η αρχική εντύπωση συχνά παραμένει.
Αυτό ακριβώς επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τα ευρωπαϊκά προγράμματα κατά της FIMI, τα οποία θεωρούν ότι η ταχύτητα διάδοσης αποτελεί πλέον σημαντικότερο παράγοντα από την ίδια την ποιότητα της ψευδούς πληροφορίας.
Η ελληνική προειδοποίηση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, λίγο πριν από τις πρόσφατες εξελίξεις που κυριάρχησαν στην επικαιρότητα, ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει δημόσια ότι η χώρα πρέπει να προετοιμάζεται απέναντι σε υβριδικές επιθέσεις και οργανωμένες επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης.
Η δήλωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζεται παράλληλα με τις αξιολογήσεις τόσο των αμερικανικών όσο και των ευρωπαϊκών οργανισμών.
Δεν αποδεικνύει ότι συγκεκριμένο περιστατικό αποτελεί προϊόν ξένης παρέμβασης· κάτι τέτοιο απαιτεί πάντοτε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία και επίσημη τεκμηρίωση.
Δείχνει όμως ότι η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί τις υβριδικές απειλές υπαρκτό στοιχείο του σύγχρονου περιβάλλοντος ασφαλείας.
Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι τεχνική αλλά δημοκρατική
Οι υβριδικές επιχειρήσεις δεν κερδίζουν επειδή είναι τεχνολογικά ανίκητες.
Κερδίζουν όταν οι κοινωνίες χάνουν την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, στα μέσα ενημέρωσης και τελικά μεταξύ τους.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότερες δυτικές εκθέσεις δεν αντιμετωπίζουν την παραπληροφόρηση αποκλειστικά ως πρόβλημα κυβερνοασφάλειας.
Τη θεωρούν ζήτημα δημοκρατικής ανθεκτικότητας.
Η καλύτερη άμυνα απέναντι σε επιχειρήσεις ξένης επιρροής δεν είναι μόνο οι ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών ή τα προηγμένα συστήματα κυβερνοασφάλειας.
Είναι επίσης η ύπαρξη ενημερωμένων πολιτών, ανεξάρτητων θεσμών, υπεύθυνου δημόσιου διαλόγου και πολιτικών δυνάμεων που αποφεύγουν να μετατρέπουν κάθε κοινωνική κρίση σε πεδίο ανεξέλεγκτης πόλωσης.
Οι εκθέσεις της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών δεν προδικάζουν ότι θα υπάρξει επιτυχής παρέμβαση στις ελληνικές εκλογές. Προειδοποιούν όμως ότι η Ελλάδα, όπως και οι υπόλοιπες δυτικές δημοκρατίες, πρέπει να θεωρεί δεδομένο ότι θα αποτελέσει στόχο επιχειρήσεων ξένης επιρροής.
Η απάντηση σε αυτήν την πρόκληση δεν μπορεί να είναι ούτε ο εφησυχασμός ούτε η συνωμοσιολογία. Πρέπει να στηρίζεται στην τεκμηρίωση, στη θεσμική ετοιμότητα και στην καλλιέργεια μιας κοινωνίας που θα αναγνωρίζει την παραπληροφόρηση πριν αυτή διαμορφώσει τις πολιτικές της επιλογές.
Διότι το πραγματικό διακύβευμα κάθε σύγχρονης δημοκρατίας δεν είναι μόνο η ασφάλεια των εκλογών της, αλλά η ίδια η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατική διαδικασία.
