Από το 18,85% στο 40,56%
Η εκλογική ιστορία της Νέας Δημοκρατίας δίνει τη δική της απάντηση
Στην πολιτική υπάρχουν πολλές ερμηνείες, πολλές ιδεολογικές προσεγγίσεις και αμέτρητες προσωπικές εκτιμήσεις. Υπάρχει όμως ένας δείκτης που δύσκολα αμφισβητείται: η λαϊκή ετυμηγορία. Οι εκλογές αποτελούν το μοναδικό αντικειμενικό μέτρο με το οποίο μπορεί να αξιολογηθεί η πολιτική αποτελεσματικότητα ενός αρχηγού κόμματος.
Η δημόσια αντιπαράθεση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επαναφέρει ένα εύλογο ερώτημα: ποιος από τους δύο πέτυχε περισσότερα ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας;
Η απάντηση δεν χρειάζεται πολιτικά συνθήματα ούτε προσωπικές συμπάθειες. Αρκεί να εξεταστεί η εκλογική διαδρομή του κόμματος υπό την ηγεσία καθενός.
Η μεγαλύτερη ήττα της Νέας Δημοκρατίας
Το 2009 η Νέα Δημοκρατία υπέστη τη βαρύτερη εκλογική ήττα της έως τότε μεταπολιτευτικής ιστορίας της.
Στις βουλευτικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 έλαβε 33,47%, χάνοντας την εξουσία από το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου.
Η ήττα αυτή οδήγησε στην παραίτηση του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή και στην εκλογή του Αντώνη Σαμαρά στην ηγεσία της παράταξης, ύστερα από ανοιχτή εσωκομματική διαδικασία.
Ο νέος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας ανέλαβε ένα κόμμα ηττημένο αλλά ακόμη ισχυρό εκλογικά, με ποσοστό άνω του 33%.
Η στρατηγική του αντιμνημονίου
Η περίοδος που ακολούθησε συνέπεσε με τη βαθύτερη οικονομική κρίση της μεταπολίτευσης.
Η κυβέρνηση Παπανδρέου προσέφυγε στον μηχανισμό στήριξης της χώρας και εισήγαγε το πρώτο Μνημόνιο.
Η Νέα Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά, επέλεξε να μην το υπερψηφίσει.
Η επιλογή αυτή αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της αντιπολιτευτικής της στρατηγικής. Ο δημόσιος λόγος της περιόδου βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην καταγγελία του Μνημονίου, στην υπόσχεση διαφορετικής οικονομικής πολιτικής και στην έντονη σύγκρουση με την κυβέρνηση.
Στην πολιτική επιστήμη έχουν διατυπωθεί διαφορετικές αξιολογήσεις για εκείνη την περίοδο. Άλλοι θεωρούν ότι επρόκειτο για μια αναγκαία αντιπολιτευτική στάση απέναντι στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ενίσχυσε τον ήδη αναπτυσσόμενο αντιμνημονιακό λαϊκισμό, ο οποίος κυριάρχησε τότε στο πολιτικό σύστημα.
Η αξιολόγηση αυτής της επιλογής μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής διαφωνίας.
Το εκλογικό αποτέλεσμα όμως δεν αμφισβητείται.
Το ιστορικό χαμηλό του 18,85%
Μετά από σχεδόν δυόμισι χρόνια σκληρής αντιπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία οδηγήθηκε στις εκλογές του Μαΐου 2012.
Το αποτέλεσμα υπήρξε πρωτοφανές.
Το κόμμα περιορίστηκε στο 18,85%, χάνοντας σχεδόν δεκαπέντε ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2009.
Ήταν και μέχρι σήμερα παραμένει η χειρότερη εκλογική επίδοση της Νέας Δημοκρατίας στη μεταπολίτευση.
Οι σίγουρα ιδιάζουσες και έκτακτες ιστορικές συνθήκες της εποχής δεν αλλάζουν το βασικό γεγονός: Ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Αντώνης Σαμαράς δεν οδήγησε τη Νέα Δημοκρατία στην επιστροφή στην εξουσία με εκλογική ενίσχυση. Αντιθέτως, υπό την ηγεσία του, το κόμμα κατέγραψε τη χαμηλότερη εκλογική του επίδοση.
Στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου 2012 η Νέα Δημοκρατία ανέκαμψε στο 29,66% και σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου, όμως ούτε τότε πλησίασε τα ποσοστά που είχε παραλάβει ο Αντώνης Σαμαράς όταν εξελέγη πρόεδρος.
Επρόκειτο για μια κυβέρνηση εθνικής ανάγκης εκείνες τις κρίσιμες στιγμές, που είναι αμφίβολο εάν θα δημιουργούνταν ποτέ υπό κανονικές συνθήκες. Ασφαλές λοιπόν το συμπέρασμα ότι ο Αντώνης Σαμαράς έγινε Πρωθυπουργός «μειοψηφίας», με ποσοστό 29,66%, λόγω της κρισιμότητας της συγκυρίας, χάρη και μόνο στη γενναιότητα του Ευάγγελου Βενιζέλου που τότε πρόταξε τη χώρα από το κόμμα του.
Ο Αντώνης Σαμαράς, λοιπόν, δεν υπήρξε ποτέ ο Πρωθυπουργός της επιλογής των Ελλήνων. Στην ιστορία της Μεταπολίτευσης, όλοι οι μέχρι τότε Πρωθυπουργοί, αρχηγοί των μεγάλων κομμάτων, είχαν εκλεγεί με μεγάλα ποσοστά και είχαν σχηματίσει αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Δεν χρειάστηκαν «δεκανίκια» για να γίνουν Πρωθυπουργοί…
Η περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη
Η εικόνα που παρουσιάζει η περίοδος της ηγεσίας Κυριάκου Μητσοτάκη είναι εντελώς διαφορετική.
Όταν εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας τον Ιανουάριο του 2016, το κόμμα είχε προηγουμένως ηττηθεί δύο φορές μέσα στο 2015 από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Από εκείνο το σημείο και μετά παρατηρείται ένα πολιτικό φαινόμενο που σπάνια εμφανίζεται στη μεταπολιτευτική ιστορία.
Η Νέα Δημοκρατία πέρασε στην πρώτη θέση όλων σχεδόν των δημοσκοπήσεων και δεν την εγκατέλειψε έκτοτε.
Για περίπου μία δεκαετία διατηρεί σταθερά προβάδισμα έναντι όλων των αντιπάλων της, παρά τις διαδοχικές κρίσεις που αντιμετώπισε η χώρα.
Το γεγονός αυτό δεν έχει προηγούμενο για αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας μετά το 1974 ως προς τη διάρκεια της συνεχούς δημοσκοπικής πρωτιάς, η οποία, εντωμεταξύ, έχει επιβεβαιωθεί σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις που έχουν λάβει χώρα στο διάστημα αυτό (Εθνικές Εκλογές, Ευρωεκλογές, Εκλογές Τοπικής Αυτοδιοίκησης).
Οι διαδοχικές κρίσεις
Η περίοδος διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη μόνο εύκολη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.
Η κυβέρνηση κλήθηκε να διαχειριστεί:
- την πανδημία,
- την ενεργειακή κρίση,
- τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία,
- την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις,
- το μεταναστευτικό,
- φυσικές καταστροφές,
- μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις.
Σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, αντίστοιχες κρίσεις οδήγησαν σε σοβαρή φθορά των κυβερνήσεων.
Στην ελληνική περίπτωση συνέβη το αντίθετο.
Η επανεκλογή με αυξημένη δύναμη
Το 2019 η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις εκλογές με περίπου 39,85%.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, μετά από μία πλήρη κυβερνητική θητεία γεμάτη κρίσεις, όχι μόνο διατήρησε την εξουσία αλλά αύξησε την εκλογική της δύναμη.
Στις εκλογές του Ιουνίου 2023 έλαβε 40,56%, εξασφαλίζοντας αυτοδύναμη κυβέρνηση, με την αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα να προσομοιάζει στην περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά και να συρρικνώνεται από το 31,53% του 2019 στο 17,83 % στις δεύτερες κάλπες του Ιουνίου 2023.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Στη μεταπολίτευση, οι περισσότερες κυβερνήσεις υπέστησαν σημαντική εκλογική φθορά μετά την πρώτη τετραετία τους.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πέτυχε το αντίθετο: επανεξελέγη με υψηλότερο ποσοστό από εκείνο με το οποίο είχε αναδειχθεί πρώτη φορά στην εξουσία.
Το κριτήριο της πολιτικής αποτελεσματικότητας
Μπορεί κανείς να διαφωνεί με επιλογές της σημερινής κυβέρνησης.
Μπορεί να ασκεί αυστηρή κριτική στην οικονομία, στην εξωτερική πολιτική, στη διαχείριση επιμέρους κρίσεων ή σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις.
Αυτές όμως είναι πολιτικές αξιολογήσεις.
Η εκλογική αποτελεσματικότητα μετριέται διαφορετικά.
Μετριέται από το εάν ένας αρχηγός αυξάνει ή μειώνει την εκλογική επιρροή του κόμματός του.
Μετριέται από το εάν οδηγεί την παράταξη σε διαδοχικές νίκες ή σε διαδοχικές απώλειες.
Μετριέται από το εάν διατηρεί την πολιτική κυριαρχία ή τη χάνει.
Οι αριθμοί μιλούν
Εάν εξετάσει κανείς αποκλειστικά τα αντικειμενικά εκλογικά δεδομένα, προκύπτουν ορισμένα αδιαμφισβήτητα συμπεράσματα.
Ο Αντώνης Σαμαράς παρέλαβε τη Νέα Δημοκρατία με ποσοστό 33,47% και, ως αρχηγός της αντιπολίτευσης, την οδήγησε στο ιστορικό χαμηλό του 18,85% του Μαΐου 2012.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέλαβε ένα κόμμα ηττημένο, το οδήγησε στην εξουσία, διατήρησε επί χρόνια σταθερή δημοσκοπική πρωτιά, επανεξελέγη πρωθυπουργός και μάλιστα με αυξημένο ποσοστό σε σχέση με την πρώτη του νίκη.
Οι αριθμοί αυτοί δεν αποδεικνύουν ότι ένας πολιτικός είναι αλάνθαστος ούτε ότι οι επιλογές του είναι υπεράνω κριτικής.
Αποδεικνύουν όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο: Ως προς το καθαρά εκλογικό αποτέλεσμα, η ιστορική διαδρομή των δύο ηγετών δεν είναι συγκρίσιμη.
Κατακλείδα
Η πολιτική αντιπαράθεση είναι θεμιτή και αναγκαία μέσα σε κάθε δημοκρατία. Κάθε πρώην πρωθυπουργός έχει το δικαίωμα να διατυπώνει δημόσια τις διαφωνίες του με την εκάστοτε κυβέρνηση, ακόμη και όταν αυτή προέρχεται από το ίδιο κόμμα.
Ωστόσο, όταν η κριτική αφορά την πολιτική αποτελεσματικότητα και την ικανότητα ηγεσίας, ο τελικός κριτής δεν είναι ούτε οι δημόσιες παρεμβάσεις ούτε οι προσωπικές αφηγήσεις.
Είναι η κάλπη.
Και η κάλπη καταγράφει με ακρίβεια όσα δύσκολα επιδέχονται διαφορετικές αναγνώσεις: Ο Αντώνης Σαμαράς συνδέθηκε ιστορικά με τη μεγαλύτερη εκλογική συρρίκνωση που κατέγραψε η Νέα Δημοκρατία σε εθνικές εκλογές κατά τη μεταπολίτευση, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνδέθηκε με διαδοχικές εκλογικές νίκες, διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας επί μία δεκαετία και επανεκλογή με ισχυρή κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.
Αυτό δεν αποτελεί ζήτημα πολιτικής προτίμησης. Αποτελεί διαπίστωση που προκύπτει από τα ιστορικά εκλογικά αποτελέσματα.
