Τα κόμματα δεν γίνονται κόμματα εξουσίας όταν απευθύνονται μόνο στους ήδη πεισμένους, αλλά όταν κατορθώνουν να πείσουν και όσους βρίσκονται έξω από τα παραδοσιακά τους όρια.
Η παράταξη που γεννήθηκε για να υπερβεί τη Δεξιά
Στην πολιτική υπάρχουν στιγμές όπου μια επικαιρική αντιπαράθεση αποκαλύπτει ένα πολύ βαθύτερο ιστορικό ζήτημα. Οι πρωταγωνιστές αλλάζουν, τα πρόσωπα εναλλάσσονται και οι συγκυρίες μεταβάλλονται. Τα μεγάλα όμως ερωτήματα παραμένουν τα ίδια.
Ένα από αυτά βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα της δημόσιας συζήτησης για τη Νέα Δημοκρατία.
Οι συνεχείς παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά δεν αφορούν απλώς επιμέρους κυβερνητικές επιλογές. Δεν περιορίζονται στην εξωτερική πολιτική, στο μεταναστευτικό ή στις σχέσεις της κυβέρνησης με τον ευρύτερο κεντρώο χώρο. Αγγίζουν κάτι βαθύτερο: την ίδια τη φυσιογνωμία της παράταξης.
Η βασική ιδέα που διατρέχει τις δημόσιες τοποθετήσεις του είναι σαφής. Η Νέα Δημοκρατία, υποστηρίζει, κινδυνεύει να απομακρυνθεί από τις ιδεολογικές της ρίζες αναζητώντας συνεχώς νέες πολιτικές και κοινωνικές διευρύνσεις.
Η θέση αυτή είναι απολύτως θεμιτή στον δημόσιο διάλογο. Κάθε πρώην πρόεδρος και πρώην πρωθυπουργός έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την πολιτική υποχρέωση να καταθέτει τις απόψεις του για την πορεία της παράταξης που υπηρέτησε.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται στην ύπαρξη αυτής της διαφωνίας. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η ίδια η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας φαίνεται να αφηγείται μια διαφορετική ιστορία.
Και αυτή η ιστορία αξίζει να ξαναδιαβαστεί όχι μέσα από το πρίσμα των σημερινών πολιτικών αντιπαραθέσεων, αλλά μέσα από τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα.
Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Νέα Δημοκρατία πρέπει να παραμείνει πιστή στις αρχές της. Αυτό είναι αυτονόητο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Πώς κατάφερε αυτή η παράταξη να γίνει επανειλημμένα κόμμα εξουσίας;
Η απάντηση ίσως δεν είναι τόσο προφανής όσο φαίνεται.
Η απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή που άλλαξε την ελληνική Κεντροδεξιά
Το καλοκαίρι του 1974 η Ελλάδα δεν αναζητούσε απλώς μια νέα κυβέρνηση. Αναζητούσε ένα νέο πολιτικό ξεκίνημα.
Η κατάρρευση της δικτατορίας, η τραγωδία της Κύπρου και η αποκατάσταση της Δημοκρατίας δημιούργησαν ένα ιστορικό σημείο μηδέν. Η χώρα έπρεπε να ξαναχτίσει όχι μόνο τους θεσμούς της αλλά και το πολιτικό της σύστημα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλαβε μια απόφαση που σήμερα θεωρείται σχεδόν αυτονόητη, αλλά τότε υπήρξε βαθιά πολιτική επιλογή.
Δεν επανίδρυσε την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση. Δεν αναβίωσε απλώς τον παραδοσιακό χώρο της Δεξιάς. Δεν επιχείρησε να ανασυστήσει το προδικτατορικό πολιτικό σκηνικό.
Ίδρυσε ένα εντελώς νέο κόμμα. Η επιλογή ακόμη και του ονόματος είχε ιδιαίτερη σημασία. Νέα Δημοκρατία.
Όχι «Νέα Δεξιά». Όχι «Εθνική Παράταξη». Όχι «Συντηρητικό Κόμμα».
Η ίδια η ονομασία εξέφραζε τη φιλοδοξία μιας πολιτικής υπέρβασης.
Η Ιδρυτική Διακήρυξη της 4ης Οκτωβρίου 1974 επιβεβαίωνε αυτή την επιλογή. Η νέα παράταξη αυτοπροσδιοριζόταν ως φορέας του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, προβάλλοντας ως βασικές αρχές την κοινοβουλευτική δημοκρατία, την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, την κοινωνική συνοχή, την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική ενότητα.
Δεν επρόκειτο μόνο για μια θεωρητική διακήρυξη αρχών. Ο ίδιος ο ιδρυτής της παράταξης προσδιόριζε εξαρχής τη φυσιογνωμία της ως δύναμη υπέρβασης των παραδοσιακών διαχωρισμών. Χαρακτηριστικά, η Ιδρυτική Διακήρυξη υπογράμμιζε ότι η Νέα Δημοκρατία είναι η πολιτική παράταξη «που αγνοεί τις διενέξεις και τους διχασμούς του παρελθόντος (…) και προσανατολίζεται στα ευρύτερα δυνατά σχήματα εθνικής ενότητος».
Ακόμη σημαντικότερο ήταν αυτό που δεν περιείχε. Δεν αναπαρήγαγε τη ρητορική του μετεμφυλιακού κράτους. Δεν επένδυε στην αναβίωση των διαχωριστικών γραμμών του Εμφυλίου. Δεν απευθυνόταν αποκλειστικά στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Δεξιάς.
Ο Καραμανλής είχε αντιληφθεί ότι η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης δεν μπορούσε να κυβερνηθεί με τα πολιτικά εργαλεία της δεκαετίας του 1950. Χρειαζόταν μια νέα κοινωνική συμμαχία. Αυτό ακριβώς επιχείρησε να οικοδομήσει.
Η πρώτη μεγάλη επιβεβαίωση
Οι εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 δικαίωσαν εντυπωσιακά αυτή τη στρατηγική.
Η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσε 54,37% των ψήφων, ποσοστό που παραμένει μέχρι σήμερα το υψηλότερο στην ιστορία της. Η επιτυχία αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στο κύρος του Κωνσταντίνου Καραμανλή ή στη συγκυρία της αποκατάστασης της Δημοκρατίας.
Αν συνέβαινε αυτό, δεν θα εξηγούσε γιατί εκατομμύρια πολίτες που δεν ανήκαν ιστορικά στον στενό δεξιό χώρο επέλεξαν να στηρίξουν τη νέα παράταξη.
Η εξήγηση βρίσκεται αλλού. Η Νέα Δημοκρατία δεν παρουσιάστηκε ως κόμμα μιας παράταξης. Παρουσιάστηκε ως δύναμη εθνικής ανασυγκρότησης. Και ακριβώς γι’ αυτό μπόρεσε να υπερβεί τα παραδοσιακά εκλογικά της όρια.
Εδώ βρίσκεται το πρώτο ιστορικό συμπέρασμα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Η Νέα Δημοκρατία δεν γεννήθηκε ως κόμμα ιδεολογικής περιχαράκωσης. Γεννήθηκε ως κόμμα πολιτικής διεύρυνσης.
Η αριθμητική της δημοκρατίας
Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο την ελληνική εμπειρία. Αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά συμπεράσματα της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης.
Το 1957 ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Anthony Downs δημοσίευσε το έργο An Economic Theory of Democracy, το οποίο επηρέασε καθοριστικά τη μελέτη των εκλογικών συστημάτων.
Η βασική του θέση ήταν απλή αλλά εξαιρετικά ισχυρή. Σε μια δημοκρατία, τα κόμματα που επιδιώκουν να κυβερνήσουν δεν αρκεί να συσπειρώνουν τους ήδη πεπεισμένους. Οφείλουν να προσελκύουν και τους ψηφοφόρους που βρίσκονται εκτός του στενού κομματικού τους πυρήνα.
Με άλλα λόγια, η ιδεολογική συνοχή μπορεί να αρκεί για να διατηρήσει ένα κόμμα ζωντανό. Δεν αρκεί όμως για να το κάνει πλειοψηφικό.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Otto Kirchheimer διατύπωσε μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση.
Μελετώντας τη μεταπολεμική Ευρώπη, υποστήριξε ότι τα μεγάλα κόμματα εξουσίας εξελίσσονταν σταδιακά σε catch-all parties — κόμματα δηλαδή που δεν απευθύνονταν πλέον σε μία μόνο κοινωνική τάξη ή ιδεολογική ομάδα, αλλά επιχειρούσαν να εκφράσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.
Η έννοια αυτή συχνά παρεξηγείται. Δεν σημαίνει κόμμα χωρίς αρχές. Δεν σημαίνει ιδεολογική μετάλλαξη. Σημαίνει ότι η πολιτική ταυτότητα δεν χρησιμοποιείται ως τείχος αποκλεισμού, αλλά ως βάση για τη συγκρότηση ευρύτερων κοινωνικών πλειοψηφιών.
Και αν υπάρχει ελληνικό κόμμα που πλησιάζει περισσότερο αυτό το πρότυπο μετά το 1974, αυτό είναι αναμφίβολα η Νέα Δημοκρατία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή της υπήρξε επιτυχημένη. Ούτε ότι κάθε ηγεσία εξέφρασε την ίδια πολιτική αντίληψη.
Σημαίνει όμως ότι, κάθε φορά που η παράταξη διεκδίκησε σοβαρά τη διακυβέρνηση της χώρας, κινήθηκε προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης και όχι της συρρίκνωσης.
Και αυτό δεν ήταν ιδεολογική επιλογή. Ήταν πολιτική αναγκαιότητα.
Από την ήττα του 1981 στον «μεσαίο χώρο»: γιατί η Νέα Δημοκρατία κέρδιζε μόνο όταν διευρυνόταν
Η ιστορία των μεγάλων πολιτικών παρατάξεων δεν κρίνεται στις στιγμές της κυριαρχίας τους. Κρίνεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν στις ήττες τους.
Για τη Νέα Δημοκρατία, η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ήρθε τον Οκτώβριο του 1981.
Η εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν μια απλή εναλλαγή στην εξουσία. Ήταν η απαρχή μιας νέας πολιτικής εποχής. Για πρώτη φορά μετά τον Εμφύλιο, η ελληνική Κεντροαριστερά κατέκτησε μια τόσο ευρεία κοινωνική και εκλογική πλειοψηφία, ανατρέποντας τις πολιτικές ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.
Για τη Νέα Δημοκρατία, το δίλημμα ήταν υπαρξιακό. Θα επέστρεφε στις παραδοσιακές βεβαιότητες της ιστορικής Δεξιάς, επιχειρώντας να συσπειρώσει τον στενό ιδεολογικό της πυρήνα; Ή θα αναζητούσε νέες κοινωνικές συμμαχίες, αποδεχόμενη ότι η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης είχε πλέον αλλάξει;
Η ιστορία δείχνει ότι, παρά τις έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις, η δεύτερη επιλογή ήταν αυτή που επικράτησε. Δεν ήταν μια γραμμική διαδικασία. Ούτε χωρίς αντιστάσεις.
Ήταν όμως η στρατηγική που, κάθε φορά που εφαρμόστηκε με συνέπεια, επέτρεψε στη Νέα Δημοκρατία να επανέλθει στην εξουσία.
Η επιλογή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη
Η ανάδειξη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας το 1984 είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια απλή αλλαγή αρχηγού.
Ο Μητσοτάκης δεν προερχόταν από τον παραδοσιακό δεξιό χώρο. Η πολιτική του διαδρομή είχε διαμορφωθεί στο ιστορικό Κέντρο, γεγονός που προκάλεσε από την πρώτη στιγμή επιφυλάξεις σε τμήμα της κομματικής βάσης.
Οι αντιρρήσεις εκείνης της περιόδου παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες με όσες ακούγονται σήμερα. Και τότε διατυπώνονταν φόβοι ότι η παράταξη κινδύνευε να απολέσει την ιδεολογική της φυσιογνωμία. Και τότε υπήρχε η άποψη ότι η εκλογική διεύρυνση οδηγούσε σε ιδεολογικές υποχωρήσεις. Και τότε αναπτυσσόταν η επιχειρηματολογία ότι η Νέα Δημοκρατία όφειλε πρωτίστως να εκφράζει τον παραδοσιακό της χώρο.
Η εκλογική πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε πιο απαιτητική από τις εσωκομματικές συζητήσεις.
Για να διεκδικήσει την εξουσία απέναντι σε ένα πανίσχυρο ΠΑΣΟΚ, η Νέα Δημοκρατία χρειαζόταν πολύ περισσότερους ψηφοφόρους από όσους μπορούσε να της προσφέρει ο στενός κομματικός της πυρήνας. Χρειαζόταν πολίτες που δεν αισθάνονταν οργανικά ενταγμένοι στη Δεξιά. Και αυτό ακριβώς επιδίωξε.
Η κυβέρνηση του 1990 και τα όρια της εσωστρέφειας
Η νίκη του 1990 δεν ήταν εύκολη. Η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσε 46,89% των ψήφων και σχημάτισε κυβέρνηση σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη για τη χώρα.
Το στοιχείο που αξίζει να συγκρατηθεί δεν είναι μόνο το εκλογικό αποτέλεσμα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε.
Η προεκλογική στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας δεν απευθυνόταν αποκλειστικά στους παραδοσιακούς δεξιούς ψηφοφόρους. Αντιθέτως, επιδίωκε να πείσει ευρύτερα στρώματα της μεσαίας τάξης, φιλελεύθερους ψηφοφόρους και πολίτες που είχαν απομακρυνθεί από το ΠΑΣΟΚ. Αυτό ήταν το αναγκαίο τίμημα της εκλογικής πλειοψηφίας.
Η εξέλιξη που ακολούθησε είναι επίσης διδακτική. Η κυβέρνηση δεν ηττήθηκε στις κάλπες.
Κατέρρευσε έπειτα από μια βαθιά εσωτερική κρίση, η οποία κορυφώθηκε με την αποχώρηση του Αντώνη Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία και την ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης.
Δεν χρειάζεται να αποδώσει κανείς μονοσήμαντες ευθύνες για εκείνη την περίοδο. Η ιστορία είναι πάντοτε πιο σύνθετη από τα πολιτικά συνθήματα. Το γεγονός όμως παραμένει.
Η σοβαρότερη διάσπαση που γνώρισε η Νέα Δημοκρατία στη Μεταπολίτευση είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της κυβερνητικής εξουσίας και την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση.
Η ιστορία δεν επιβεβαιώνει ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις ενίσχυσαν ποτέ την εκλογική δυναμική της παράταξης. Αντίθετα, δείχνει ότι σχεδόν πάντοτε λειτούργησαν αποδυναμωτικά.
Η στρατηγική του «μεσαίου χώρου»
Αν υπάρχει, όμως, μία περίοδος που επιβεβαιώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη λογική της διεύρυνσης, αυτή είναι η ηγεσία του Κώστα Καραμανλή.
Η έννοια του «μεσαίου χώρου» υπήρξε, ίσως, η περισσότερο συζητημένη πολιτική στρατηγική της Μεταπολίτευσης.
Συχνά αντιμετωπίστηκε ως επικοινωνιακό σύνθημα. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτέλεσε μια ολοκληρωμένη πολιτική επιλογή.
Ο Κώστας Καραμανλής είχε αντιληφθεί ότι η Νέα Δημοκρατία δεν μπορούσε να ανακτήσει την εξουσία απευθυνόμενη αποκλειστικά στους ιστορικούς της ψηφοφόρους.
Η χώρα είχε αλλάξει. Η ελληνική κοινωνία είχε γίνει περισσότερο αστική, περισσότερο ευρωπαϊκή, περισσότερο απαιτητική απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Η εκλογική νίκη θα κρινόταν στον χώρο των μετριοπαθών και των αναποφάσιστων, όχι στις παρυφές της κομματικής βάσης.
Η στρατηγική αυτή απέδωσε θεαματικά. Το 2004 η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσε 45,36% των ψήφων και σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Τρία χρόνια αργότερα, το 2007, ανανέωσε την εμπιστοσύνη των πολιτών, παραμένοντας πρώτο κόμμα με 41,84%.
Τα ποσοστά αυτά δεν ήταν προϊόν ιδεολογικής μετατόπισης. Ήταν αποτέλεσμα πολιτικής διεύρυνσης.
Ο Κώστας Καραμανλής δεν απευθυνόταν μόνο στους δεξιούς. Απευθυνόταν στους πολίτες που αναζητούσαν μια αξιόπιστη κυβερνητική πρόταση. Η διαφορά είναι ουσιώδης.
Η ελληνική εμπειρία δεν ήταν εξαίρεση
Η στρατηγική αυτή δεν ήταν ελληνική ιδιαιτερότητα. Την ίδια περίοδο, σχεδόν όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά κεντροδεξιά κόμματα ακολουθούσαν αντίστοιχη πορεία.
Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση της Γερμανίας διεύρυνε σταδιακά την εκλογική της βάση, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Άνγκελα Μέρκελ, απευθυνόμενη σε κοινωνικά στρώματα που παραδοσιακά δεν ταυτίζονταν με τη συντηρητική παράταξη.
Στην Ισπανία, το Partido Popular επιδίωξε επίσης να υπερβεί τα στενά όρια της παραδοσιακής Δεξιάς, προβάλλοντας ένα προφίλ κυβερνητικής αξιοπιστίας και οικονομικής διαχείρισης.
Ακόμη και στην Ιταλία, όπου το πολιτικό σύστημα υπήρξε διαχρονικά πιο κατακερματισμένο, οι κυβερνητικές πλειοψηφίες συγκροτήθηκαν μέσα από ευρείες πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία επιβεβαιώνει, λοιπόν, μια γενικότερη τάση. Τα κόμματα που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν δεν εγκαταλείπουν κατ’ ανάγκην τις αρχές τους. Αναζητούν όμως τρόπους να τις καταστήσουν ελκυστικές σε ένα πολύ ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο.
Αυτό ακριβώς περιέγραψε ο Otto Kirchheimer όταν εισήγαγε την έννοια του catch-all party. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να επιβεβαιώνει, σε μεγάλο βαθμό, και η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας.
Μέχρι αυτό το σημείο, τουλάχιστον, η ιστορική διαδρομή της παράταξης παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη συνέπεια. Οι μεγαλύτερες εκλογικές της επιτυχίες δεν γεννήθηκαν όταν μιλούσε αποκλειστικά στους ήδη πεπεισμένους. Γεννήθηκαν όταν κατάφερνε να πείθει και εκείνους που δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους οργανικό μέρος της παραδοσιακής Δεξιάς.
Και ακριβώς εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κεφάλαιο της ανάλυσης. Διότι όταν ο Αντώνης Σαμαράς βρέθηκε ο ίδιος στην ευθύνη της διακυβέρνησης, η πολιτική πραγματικότητα τον έφερε αντιμέτωπο με το ίδιο ακριβώς δίλημμα που είχαν αντιμετωπίσει όλοι οι προκάτοχοί του.
Όταν η ευθύνη της διακυβέρνησης άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού
Η πολιτική ιστορία έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Σπάνια δοκιμάζει τις ιδέες στην αντιπολίτευση. Τις δοκιμάζει στην εξουσία.
Εκεί όπου τα συνθήματα συναντούν τους αριθμούς, οι ιδεολογικές βεβαιότητες συναντούν τους διεθνείς συσχετισμούς και οι πολιτικές διακηρύξεις έρχονται αντιμέτωπες με τις πραγματικές ανάγκες μιας χώρας.
Αυτό ακριβώς συνέβη και με τον Αντώνη Σαμαρά.
Η σημερινή δημόσια εικόνα του πρώην πρωθυπουργού είναι εκείνη ενός πολιτικού που υπερασπίζεται μια περισσότερο παραδοσιακή αντίληψη για τη φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας, ασκώντας κριτική στις επιλογές της σημερινής ηγεσίας. Η πολιτική αυτή θέση είναι απολύτως θεμιτή. Άλλωστε, η ύπαρξη διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων στο εσωτερικό ενός μεγάλου κόμματος δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας αλλά στοιχείο δημοκρατικής λειτουργίας.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται στη διαφωνία. Βρίσκεται στη σύγκριση. Διότι όταν ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς κλήθηκε να κυβερνήσει, βρέθηκε αντιμέτωπος με το ίδιο ακριβώς πρόβλημα που είχαν αντιμετωπίσει πριν από εκείνον όλοι οι πρωθυπουργοί της Νέας Δημοκρατίας.
Πώς κυβερνάς μια χώρα όταν η εκλογική σου βάση δεν αρκεί από μόνη της για να αντιμετωπίσει μια εθνική κρίση; Η απάντηση που έδωσε τότε η πραγματικότητα ήταν διαφορετική από τη σημερινή πολιτική του ρητορική. Και αυτή η διαφορά αξίζει να εξεταστεί.
Από την αντιμνημονιακή αντιπολίτευση στην ευθύνη της διακυβέρνησης
Η περίοδος 2010-2012 υπήρξε ίσως η δυσκολότερη που γνώρισε η Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση. Η οικονομική κρίση, η δημοσιονομική κατάρρευση, η απώλεια της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών και η αμφισβήτηση της παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη δημιούργησαν πρωτόγνωρες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Αντώνης Σαμαράς ανέλαβε την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και άσκησε σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου και στο πρώτο Μνημόνιο. Η στάση αυτή αποτέλεσε βασικό στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας εκείνη την περίοδο.
Η εικόνα, όμως, μεταβλήθηκε ριζικά μετά τις εκλογές του 2012. Η Νέα Δημοκρατία αναδείχθηκε πρώτο κόμμα τον Ιούνιο του 2012 με 29,66%, χωρίς όμως να διαθέτει αυτοδυναμία.
Η χώρα βρισκόταν στο όριο της οικονομικής κατάρρευσης. Οι επιλογές ήταν εξαιρετικά περιορισμένες. Ο Αντώνης Σαμαράς είχε τότε μπροστά του δύο δρόμους. Ο πρώτος ήταν να επιμείνει σε μια λογική στενής κομματικής διαχείρισης. Ο δεύτερος ήταν να επιδιώξει την ευρύτερη δυνατή πολιτική συναίνεση. Επέλεξε τον δεύτερο.
Η κυβέρνηση που στηρίχθηκε στη σύνθεση
Η κυβέρνηση του 2012 δεν ήταν κυβέρνηση ιδεολογικής καθαρότητας. Ήταν κυβέρνηση εθνικής ανάγκης.
Συγκροτήθηκε με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ και της Δημοκρατικής Αριστεράς και, μετά την αποχώρηση της τελευταίας, συνέχισε να στηρίζεται στη συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με το ΠΑΣΟΚ.
Η εικόνα αυτή έχει σήμερα ιδιαίτερη σημασία. Διότι δείχνει ότι όταν η πολιτική ευθύνη πέρασε από τη θεωρία στην πράξη, ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς αναζήτησε αυτό που επί δεκαετίες αναζητούσαν όλοι οι πρωθυπουργοί της παράταξης. Μια πλειοψηφία μεγαλύτερη από τη Νέα Δημοκρατία.
Η επιλογή αυτή δεν συνιστούσε ιδεολογική υποχώρηση. Συνιστούσε πολιτική αναγκαιότητα. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να κυβερνηθεί από έναν στενό κομματικό πυρήνα. Χρειαζόταν μια ευρύτερη κοινοβουλευτική και κοινωνική βάση.
Και ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς το αναγνώρισε εμπράκτως. Δεν επέλεξε την απομόνωση. Επέλεξε τη συνεργασία. Δεν επέλεξε την περιχαράκωση. Επέλεξε τη σύνθεση. Δεν επέλεξε να κυβερνήσει μόνο με όσους συμφωνούσαν ήδη μαζί του. Επέλεξε να οικοδομήσει μια ευρύτερη πλειοψηφία.
Αυτό δεν αποτελεί αξιολογική κρίση. Αποτελεί ιστορικό γεγονός.
Η ιστορία δεν καταγράφει προθέσεις. Καταγράφει επιλογές.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το ισχυρότερο σημείο ολόκληρης της συζήτησης.
Δεν γνωρίζουμε ποια είναι τα βαθύτερα κίνητρα των σημερινών παρεμβάσεων του Αντώνη Σαμαρά. Και δεν χρειάζεται να τα υποθέσουμε. Η πολιτική ανάλυση δεν βασίζεται στην απόδοση προθέσεων. Βασίζεται στη σύγκριση των επιλογών.
Οι επιλογές του Αντώνη Σαμαρά ως πρωθυπουργού είναι γνωστές. Οι σημερινές του δημόσιες τοποθετήσεις είναι επίσης γνωστές. Ο αναγνώστης μπορεί μόνος του να συγκρίνει τις δύο περιόδους. Και να διαπιστώσει ότι η λογική της διακυβέρνησης υπήρξε πολύ ευρύτερη από τη σημερινή πολιτική επιχειρηματολογία.
Αυτό δεν αποτελεί μομφή. Αποτελεί μια από τις πιο συνηθισμένες εξελίξεις στη δημοκρατική πολιτική. Η αντιπολίτευση λειτουργεί με διαφορετικά κριτήρια από την κυβέρνηση. Το ερώτημα, όμως, παραμένει.
Αν η ίδια η εμπειρία της διακυβέρνησης οδήγησε τον Αντώνη Σαμαρά στην αναζήτηση ευρύτερων συνεργασιών, γιατί η ίδια ιστορική εμπειρία δεν φαίνεται να επηρεάζει στον ίδιο βαθμό τη σημερινή δημόσια επιχειρηματολογία του;
Δεν είναι εύκολο να δοθεί απάντηση. Είναι όμως ένα ερώτημα που η ίδια η ιστορία θέτει.
Η μεγαλύτερη αντίφαση δεν είναι ιδεολογική. Είναι ιστορική.
Οι υποστηρικτές της σημερινής γραμμής του Αντώνη Σαμαρά προβάλλουν ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Υποστηρίζουν ότι η Νέα Δημοκρατία κινδυνεύει, μέσω συνεχών διευρύνσεων, να απολέσει την ιδεολογική της φυσιογνωμία και να αποξενώσει τον παραδοσιακό της πυρήνα.
Το επιχείρημα αυτό είναι πολιτικά θεμιτό. Κάθε μεγάλο κόμμα εξουσίας αντιμετωπίζει διαχρονικά αυτή την πρόκληση.
Η ιστορία, όμως, θέτει ένα δεύτερο ερώτημα: Ποια είναι η εναλλακτική; Η επιστροφή σε μια στενότερη κομματική απεύθυνση; Η εστίαση αποκλειστικά στον παραδοσιακό δεξιό χώρο;
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες στρατηγικές μπορούν να ενισχύσουν την ιδεολογική συνοχή ενός κόμματος. Δεν αποδεικνύεται όμως με την ίδια ευκολία ότι αρκούν για να διαμορφώσουν πλειοψηφικά κυβερνητικά ρεύματα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της διαφωνίας. Όχι στο αν πρέπει να υπάρχει ιδεολογική ταυτότητα. Αλλά στο αν η ιδεολογική ταυτότητα, χωρίς πολιτική διεύρυνση, αρκεί για να κατακτήσει την εξουσία.
Μέχρι σήμερα, η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας δεν φαίνεται να το επιβεβαιώνει.
Αντίθετα, οι σημαντικότερες εκλογικές επιτυχίες της —από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή έως τον Κυριάκο Μητσοτάκη— συνδέθηκαν με την ικανότητά της να υπερβαίνει τα όρια του παραδοσιακού κομματικού της ακροατηρίου.
Και αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο ιστορικό ερώτημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν όσοι εισηγούνται σήμερα μια διαφορετική στρατηγική.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Διδάσκει.
Υπάρχει ένας πειρασμός που συνοδεύει σχεδόν όλα τα μεγάλα κόμματα εξουσίας.
Μετά από μια μακρά περίοδο διακυβέρνησης αρχίζουν να στρέφουν το βλέμμα προς το εσωτερικό τους. Η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται σταδιακά από την κοινωνία προς την κομματική βάση. Η πολιτική αντιπαράθεση μετατοπίζεται από το ερώτημα «πώς θα κερδίσουμε τους επόμενους ψηφοφόρους;» στο ερώτημα «ποιος εκφράζει αυθεντικότερα την παράταξη;».
Η μετάβαση αυτή είναι σχεδόν φυσική. Δεν είναι όμως πάντοτε πολιτικά παραγωγική. Γιατί οι εκλογές δεν κρίνονται από όσους έχουν ήδη αποφασίσει τι θα ψηφίσουν. Κρίνονται από εκείνους που δεν αισθάνονται μόνιμα δεσμευμένοι με κανένα κόμμα.
Αυτό αποτελεί μία από τις σημαντικότερες διαπιστώσεις της σύγχρονης εκλογικής κοινωνιολογίας. Και η ελληνική εμπειρία την επιβεβαιώνει σχεδόν σε κάθε εκλογικό κύκλο της Μεταπολίτευσης.
Η ελληνική κοινωνία δεν υπήρξε ποτέ κοινωνία ιδεολογικών μειοψηφιών
Η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ χώρα όπου μια στενή ιδεολογική ομάδα μπορούσε, από μόνη της, να σχηματίσει κυβέρνηση.
Η κοινωνική της σύνθεση υπήρξε πάντοτε περισσότερο σύνθετη. Μικρομεσαίοι επιχειρηματίες. Ελεύθεροι επαγγελματίες. Αγρότες. Μισθωτοί. Συνταξιούχοι. Νέοι ψηφοφόροι.
Κάθε μία από αυτές τις ομάδες έχει διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικές ευαισθησίες και διαφορετικές πολιτικές προσδοκίες. Αυτό σημαίνει ότι κανένα μεγάλο κόμμα δεν μπορεί να κυβερνήσει απευθυνόμενο αποκλειστικά στο πιο πιστό και ιδεολογικά συνεκτικό τμήμα της εκλογικής του βάσης. Χρειάζεται να οικοδομήσει κοινωνικές συμμαχίες.
Ακριβώς αυτό έκανε η Νέα Δημοκρατία όταν κέρδιζε. Και αυτό δεν είναι ελληνική ιδιομορφία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν σχεδόν όλες οι δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία είναι αποκαλυπτική
Όποιος εξετάσει την πορεία των μεγάλων ευρωπαϊκών κεντροδεξιών κομμάτων θα διαπιστώσει ότι η ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση.
Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση της Γερμανίας δεν έγινε η κυρίαρχη πολιτική δύναμη της μεταπολεμικής Γερμανίας επειδή περιόρισε την απήχησή της στους παραδοσιακούς συντηρητικούς ψηφοφόρους. Αντίθετα, οικοδόμησε μια ευρεία κοινωνική συμμαχία που περιλάμβανε φιλελεύθερους, χριστιανοδημοκράτες, οικονομικά κεντρώους και μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης.
Το ίδιο συνέβη με το Partido Popular στην Ισπανία. Το ίδιο, με διαφορετικούς όρους, παρατηρήθηκε στην Ιταλία.
Ακόμη και το βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα, παρά τις έντονες εσωτερικές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις του, πέτυχε τις μεγαλύτερες εκλογικές του επιτυχίες όταν κατάφερε να επεκτείνει την απήχησή του πέρα από τον παραδοσιακό συντηρητικό πυρήνα.
Η ιστορία της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς παρουσιάζει βεβαίως σημαντικές διαφορές από χώρα σε χώρα. Παρουσιάζει όμως και μία εντυπωσιακή σταθερά. Τα κόμματα που κυβερνούν δεν είναι εκείνα που εκπροσωπούν με τη μεγαλύτερη συνέπεια μια ιδεολογική μειοψηφία. Είναι εκείνα που κατορθώνουν να μετατρέψουν μια πολιτική πρόταση σε κοινωνική πλειοψηφία.
Το πραγματικό διακύβευμα για τη Νέα Δημοκρατία
Αυτό ακριβώς είναι και το πραγματικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει σήμερα η Νέα Δημοκρατία. Όχι αν πρέπει να παραμείνει πιστή στις αρχές της. Αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας.
Εδώ χρειάζεται μία ουσιώδης διάκριση. Άλλο η πολιτική διεύρυνση και άλλο η ιδεολογική αλλοίωση. Κανένα κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να επιβιώσει εάν απωλέσει πλήρως την ταυτότητά του. Από την άλλη πλευρά, κανένα κόμμα δεν μπορεί να κατακτήσει διατηρήσιμες εκλογικές πλειοψηφίες εάν αρνείται να απευθυνθεί πέρα από τον παραδοσιακό του πυρήνα. Η πραγματική πρόκληση για κάθε μεγάλη δημοκρατική παράταξη δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην ταυτότητα και στη διεύρυνση, αλλά να επιτύχει μια δημιουργική ισορροπία μεταξύ των δύο.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό. Μπορεί να παραμείνει πλειοψηφικό κόμμα χωρίς τη στρατηγική που, επί πέντε δεκαετίες, της επέτρεψε να γίνει πλειοψηφικό κόμμα;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με ιδεολογικούς αφορισμούς. Ούτε με προσωπικές αντιπαραθέσεις. Πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια την ιστορική εμπειρία της παράταξης. Και αυτή η ιστορική εμπειρία παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη σταθερότητα.
Το 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συγκρότησε μια νέα παράταξη που ξεπερνούσε τα όρια της ιστορικής Δεξιάς.
Το 1990 ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης οδήγησε τη Νέα Δημοκρατία στην επιστροφή στην εξουσία, διεκδικώντας ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες.
Το 2004 ο Κώστας Καραμανλής κέρδισε τις εκλογές επενδύοντας στον «μεσαίο χώρο».
Το 2012 ο Αντώνης Σαμαράς συγκρότησε κυβέρνηση συνεργασίας σε μία από τις δυσκολότερες στιγμές της ελληνικής ιστορίας.
Το 2019 και το 2023 ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξασφάλισε δύο διαδοχικές εκλογικές νίκες προβάλλοντας ένα πρόγραμμα που απευθυνόταν πολύ πέρα από τα παραδοσιακά όρια της Νέας Δημοκρατίας.
Οι πολιτικές τους διέφεραν. Οι προτεραιότητές τους επίσης. Υπήρχε όμως μία κοινή σταθερά. Κανείς τους δεν επιχείρησε να κυβερνήσει εκπροσωπώντας αποκλειστικά τον ιστορικό πυρήνα της παράταξης.
Το ερώτημα που αφήνει η ιστορία
Εδώ ακριβώς αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι σημερινές παρεμβάσεις του Αντώνη Σαμαρά. Όχι επειδή προέρχονται από έναν πρώην πρωθυπουργό. Αλλά επειδή προέρχονται από έναν πολιτικό που γνώρισε προσωπικά τις απαιτήσεις της διακυβέρνησης.
Η μεγαλύτερη αντίφαση δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι υπερασπίζεται σήμερα μια περισσότερο παραδοσιακή αντίληψη για τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό αποτελεί απολύτως θεμιτή πολιτική επιλογή.
Η ενδιαφέρουσα ιστορική παρατήρηση βρίσκεται αλλού. Όταν ο ίδιος ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, δεν κυβέρνησε σύμφωνα με τη λογική που σήμερα εισηγείται.
Όπως όλοι οι προκάτοχοί του, αναζήτησε ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις, συνεργάστηκε με δυνάμεις που δεν ανήκαν στην παραδοσιακή Δεξιά και προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις μιας εξαιρετικά σύνθετης πολιτικής πραγματικότητας.
Αυτό δεν συνιστά μομφή. Αποτελεί όμως ένα ιστορικό δεδομένο που καθιστά εύλογη τη συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στη σημερινή του επιχειρηματολογία και στη δική του κυβερνητική εμπειρία.
Κατακλείδα
Η ιστορία δεν απονέμει πιστοποιητικά πολιτικής ορθότητας. Δεν αποφασίζει ποιος δικαιώνεται. Ούτε δεσμεύει το μέλλον.
Κάθε εποχή έχει τις δικές της προκλήσεις, τις δικές της κοινωνικές ισορροπίες και τα δικά της πολιτικά διλήμματα.
Η ιστορία, όμως, έχει μία ιδιότητα που καμία πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να ακυρώσει. Διατηρεί τη μνήμη.
Και η ιστορική διαδρομή της Νέας Δημοκρατίας καταγράφει κάτι ιδιαίτερα σαφές. Οι μεγαλύτερες εκλογικές επιτυχίες της δεν στηρίχθηκαν στην πολιτική περιχαράκωση, αλλά στη διεύρυνση της κοινωνικής και εκλογικής της απήχησης.
Στηρίχθηκαν στην ικανότητά της να υπερβαίνει τα παραδοσιακά της όρια, να οικοδομεί ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες και να πείθει πολίτες που δεν ανήκαν οργανικά στη δική της παράταξη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ίδια στρατηγική θα αποδειχθεί αναγκαστικά επιτυχημένη και στο μέλλον. Σημαίνει όμως ότι όσοι προτείνουν σήμερα μια διαφορετική πορεία οφείλουν να απαντήσουν σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό ιστορικό ερώτημα.
Πώς μπορεί η Νέα Δημοκρατία να παραμείνει κόμμα εξουσίας, εγκαταλείποντας τη στρατηγική με την οποία, επί πέντε δεκαετίες, κατέκτησε την εξουσία;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με συνθήματα. Ούτε με νοσταλγία. Ούτε με επίκληση της «αυθεντικής» έκφρασης της παράταξης.
Μπορεί να δοθεί μόνο στην πράξη. Και, τελικά, μόνο από τους πολίτες.
Μέχρι τότε, όμως, ένα συμπέρασμα φαίνεται να αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου.
Η πολιτική μπορεί να αγνοήσει την ιστορία. Δεν μπορεί όμως να αποφύγει τις συνέπειες της αγνόησής της. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα που αφήνουν τα πενήντα χρόνια της Νέας Δημοκρατίας. Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν η Δεξιά μπορεί να κυβερνήσει χωρίς το Κέντρο. Το ιστορικό ερώτημα είναι αν μπόρεσε ποτέ να το κάνει.
Πηγές
- Ιδρυτική Διακήρυξη Νέας Δημοκρατίας (4 Οκτωβρίου 1974).
- Επίσημα εκλογικά αποτελέσματα, Βουλή των Ελλήνων.
- Anthony Downs, An Economic Theory of Democracy (1957).
- Otto Kirchheimer, The Transformation of the Western European Party Systems (1966).
- Peter Mair, Party System Change.
- Angelo Panebianco, Political Parties: Organization and Power.
