Οι δηλώσεις του Μπέντζαμιν Νετανιάχου υπηρετούν πρωτίστως τα συμφέροντα του Ισραήλ· ωστόσο, αντικειμενικά συμπίπτουν με πάγιες ελληνικές ανησυχίες για τη διατήρηση της στρατηγικής ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ιστορία των διεθνών σχέσεων διδάσκει μια αλήθεια που κάθε γενιά πολιτικών και διπλωματών καλείται να ανακαλύψει εκ νέου: τα κράτη δεν αποτυγχάνουν συνήθως επειδή διαθέτουν λιγότερη ισχύ από τους αντιπάλους τους. Αποτυγχάνουν όταν εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν έναν κόσμο που έχει αλλάξει με αντιλήψεις, βεβαιότητες και στρατηγικά εργαλεία μιας εποχής που έχει πλέον παρέλθει. Οι μεγαλύτερες εθνικές κρίσεις γεννώνται συχνά όχι από την ανεπάρκεια των διαθέσιμων μέσων, αλλά από τη λανθασμένη ανάγνωση της διεθνούς πραγματικότητας και των μεταβαλλόμενων συσχετισμών ισχύος.
Η διπλωματική ιστορία βρίθει παραδειγμάτων. Οι μεγάλες ανακατατάξεις του διεθνούς συστήματος — από το Συνέδριο της Βιέννης έως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου — ανέτρεψαν συμμαχίες, επανακαθόρισαν ισορροπίες ισχύος και υποχρέωσαν ακόμη και ισχυρά κράτη να επαναπροσδιορίσουν τις στρατηγικές τους επιλογές. Καμία διεθνής τάξη δεν υπήρξε αιώνια και καμία ισορροπία δεν παρέμεινε αμετάβλητη όταν μεταβλήθηκαν οι πραγματικοί συσχετισμοί ισχύος.
Από αυτή τη διαχρονική εμπειρία γεννήθηκε μία από τις θεμελιώδεις αρχές της διπλωματίας: τα κράτη δεν διαθέτουν μόνιμους φίλους ούτε μόνιμους αντιπάλους· διαθέτουν πρωτίστως μόνιμα συμφέροντα. Οι συμμαχίες δεν συγκροτούνται πάνω σε συναισθηματικές προτιμήσεις ή ιδεολογικές συγγένειες, αλλά στην εκτίμηση ότι, σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, η συνεργασία μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών υπηρετεί αποτελεσματικότερα τα ζωτικά τους συμφέροντα και συμβάλλει στη διατήρηση μιας ευνοϊκής ισορροπίας ισχύος.
Η παραδοχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Ως μεσαία ευρωπαϊκή δύναμη, τοποθετημένη στο γεωπολιτικό σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής, η χώρα μας δεν διαθέτει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική ως πεδίο ιδεολογικής αυτοεπιβεβαίωσης ή συναισθηματικών αντανακλαστικών. Η γεωγραφία, η ιστορία και ο διαχρονικός αναθεωρητισμός της Τουρκίας επιβάλλουν μια εξωτερική πολιτική που να θεμελιώνεται στον ρεαλισμό, στη στρατηγική πρόνοια και στη συνεχή αξιολόγηση των μεταβαλλόμενων διεθνών συσχετισμών.
Ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η δημόσια συζήτηση που προκάλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού σχετικά με την πιθανότητα επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Η σημασία τους δεν εξαντλείται στο ίδιο το ζήτημα των αεροσκαφών ούτε περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Λειτουργούν ως αφορμή για να εξεταστεί ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: πώς οφείλει να τοποθετηθεί η Ελλάδα σε έναν κόσμο όπου οι μεταπολεμικές βεβαιότητες υποχωρούν, οι μεγάλες δυνάμεις αναπροσαρμόζουν τις στρατηγικές τους προτεραιότητες και η Ανατολική Μεσόγειος αναδεικνύεται εκ νέου σε έναν από τους κρισιμότερους γεωπολιτικούς χώρους του πλανήτη.
Το άρθρο αυτό δεν επιχειρεί να υπερασπιστεί τις επιλογές οποιασδήποτε ξένης κυβέρνησης ούτε να αξιολογήσει τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις άλλων κρατών. Επιχειρεί να απαντήσει σε ένα διαφορετικό, θεμελιώδες ερώτημα: ποια στρατηγική υπηρετεί αποτελεσματικότερα το ελληνικό εθνικό συμφέρον μέσα στη νέα διεθνή πραγματικότητα που διαμορφώνεται. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να αναζητηθεί στις ιδεολογικές συμπάθειες ή αντιπάθειες, αλλά στη νηφάλια ανάλυση της γεωπολιτικής πραγματικότητας.
Ο γεωπολιτικός ρεαλισμός ως θεμέλιο της εξωτερικής πολιτικής
Πριν εξεταστούν οι ειδικότερες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, αξίζει να υπενθυμίσουμε μια βασική αρχή της θεωρίας των διεθνών σχέσεων. Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι ηθικές προθέσεις, αλλά σε ένα διεθνές σύστημα χωρίς υπερκείμενη πολιτική αρχή, όπου κάθε κράτος φέρει την κύρια ευθύνη για την ασφάλεια και την επιβίωσή του. Η πραγματικότητα αυτή δεν αναιρεί τη σημασία του διεθνούς δικαίου ούτε των διεθνών οργανισμών· εξηγεί όμως γιατί, σε στιγμές μεγάλων κρίσεων, τα κράτη επιστρέφουν σχεδόν πάντοτε στη λογική της ισχύος, της αποτροπής και της στρατηγικής ισορροπίας.
Η θεώρηση αυτή είναι γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως πολιτικός ρεαλισμός (political realism), ο οποίος στη γεωπολιτική ανάλυση εκφράζεται μέσα από τη λογική της ισορροπίας ισχύος. Από τον Θουκυδίδη έως τον Hans Morgenthau, τον Kenneth Waltz και τον John J. Mearsheimer, η βασική θέση παραμένει ουσιαστικά η ίδια: η σταθερότητα δεν διασφαλίζεται μόνο από τις καλές προθέσεις, αλλά κυρίως από την ύπαρξη μιας ισορροπίας ισχύος που αποτρέπει την επιβολή της βούλησης ενός κράτους επί των υπολοίπων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ηθική δεν έχει θέση στη διεθνή πολιτική. Σημαίνει, όμως, ότι η ηθική χωρίς στρατηγική επάρκεια σπάνια αρκεί για να προστατεύσει τα ζωτικά συμφέροντα ενός κράτους. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τόσο τις αρχές του διεθνούς δικαίου όσο και την πραγματική κατανομή της ισχύος, διότι η παράβλεψη οποιασδήποτε από τις δύο διαστάσεις οδηγεί σε ελλιπή κατανόηση της διεθνούς πραγματικότητας.
Για την Ελλάδα, η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα δεν διαθέτει το δημογραφικό, οικονομικό ή στρατιωτικό εκτόπισμα μιας μεγάλης δύναμης. Διαθέτει όμως κάτι εξίσου πολύτιμο: τη δυνατότητα να ενισχύει τη θέση της μέσω αξιόπιστων συμμαχιών, σταθερών στρατηγικών συνεργασιών και ενεργού συμμετοχής στους ευρωπαϊκούς και ευρωατλαντικούς θεσμούς. Η εθνική ισχύς δεν είναι μόνο ποσοτικό μέγεθος· είναι και προϊόν σωστών στρατηγικών επιλογών.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σημερινή συζήτηση για τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις. Πρόκειται πρωτίστως για ένα ερώτημα στρατηγικής: κατά πόσον η συγκεκριμένη συνεργασία συμβάλλει στη διατήρηση μιας ευνοϊκής ισορροπίας δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και ενισχύει την ασφάλεια της Ελλάδας σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε νέα φάση αβεβαιότητας.
Η κατάρρευση των βεβαιοτήτων
Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι κατά τις οποίες η εξωτερική πολιτική ενός κράτους μπορεί να στηρίζεται σε σχετικά σταθερές παραδοχές. Και υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες όλες οι σταθερές ανατρέπονται σχεδόν ταυτόχρονα. Η σημερινή συγκυρία ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Δύση λειτούργησε με την πεποίθηση ότι η φιλελεύθερη διεθνής τάξη είχε πλέον παγιωθεί. Η αμερικανική στρατηγική ηγεμονία, η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και η διεύρυνση του ΝΑΤΟ δημιούργησαν την αίσθηση ότι οι βασικοί άξονες της διεθνούς πολιτικής ήταν δεδομένοι.
Σήμερα, όμως, αυτή η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αυξανόμενη αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η αναθεωρητική στρατηγική της Ρωσίας και η διαρκής επιδίωξη της Τουρκίας να αναδειχθεί σε αυτόνομο περιφερειακό πόλο ισχύος συνθέτουν ένα διεθνές περιβάλλον πολύ πιο σύνθετο και πολύ λιγότερο προβλέψιμο από εκείνο που γνώρισε η Ευρώπη μετά το 1991.
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ακόμη και η αμερικανική εξωτερική πολιτική εμφανίζει χαρακτηριστικά μεγαλύτερης συναλλακτικότητας. Η επανεκλογή του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ συνοδεύθηκε από μια διαφορετική αντίληψη για τις συμμαχίες, με μεγαλύτερη έμφαση στις διμερείς διαπραγματεύσεις, στις οικονομικές ανταλλαγές και στην επανεξέταση παλαιότερων στρατηγικών επιλογών. Οι πρόσφατες δηλώσεις του περί άρσης των κυρώσεων προς την Τουρκία και η προθυμία του να εξετάσει εκ νέου την προοπτική επανένταξης της Άγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35 αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης.
Η σημασία αυτών των εξελίξεων δεν έγκειται μόνο στο εάν τελικά θα ολοκληρωθεί ή όχι μια τέτοια συμφωνία. Άλλωστε, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά νομικά και πολιτικά εμπόδια στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ σημαντικός αριθμός μελών του Κογκρέσου εξακολουθεί να αντιτίθεται στην επανένταξη της Τουρκίας όσο παραμένει σε επιχειρησιακή χρήση το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400.
Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται αλλού. Για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, η ίδια η Ουάσιγκτον αφήνει να διαφανεί ότι επιλογές οι οποίες μέχρι πρότινος θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητες μπορούν πλέον να επανεξεταστούν υπό το πρίσμα νέων γεωπολιτικών υπολογισμών. Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα που οφείλει να διαβάσει η Αθήνα.
Η Ελλάδα δεν είναι Τουρκία
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη παγίδα της ελληνικής δημόσιας συζήτησης.
Συχνά ακούμε να υποστηρίζεται ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να ακολουθήσει μια εξωτερική πολιτική περισσότερο «ανεξάρτητη», περισσότερο «πολυδιάστατη» ή ακόμη και περισσότερο «σκληρή» απέναντι στους συμμάχους της.
Η διατύπωση αυτή ακούγεται ελκυστική. Όμως η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με συνθήματα. Τα κράτη δεν διαθέτουν όλα τις ίδιες δυνατότητες.
Η γεωγραφία δεν χαρίζει προνόμια· επιβάλλει περιορισμούς και δημιουργεί δυνατότητες
Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο συχνές παρανοήσεις του ελληνικού δημόσιου διαλόγου. Πολύ συχνά συγκρίνουμε την Ελλάδα με την Τουρκία σαν να επρόκειτο για δύο κράτη που διαθέτουν τα ίδια γεωπολιτικά χαρακτηριστικά και, συνεπώς, θα έπρεπε να ακολουθούν πανομοιότυπη εξωτερική πολιτική. Στην πραγματικότητα, όμως, η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με συμμετρικούς κανόνες. Η γεωγραφία, το μέγεθος, η οικονομία, η δημογραφία, η βιομηχανική βάση και η στρατηγική θέση κάθε χώρας καθορίζουν το εύρος των επιλογών της.
Η Τουρκία διαθέτει πληθυσμό περίπου δεκαπλάσιο της Ελλάδας, σημαντικά μεγαλύτερη εσωτερική αγορά, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, εκτεταμένη στρατιωτική παρουσία εκτός συνόρων και, κυρίως, ένα μοναδικό γεωγραφικό πλεονέκτημα: ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, δηλαδή μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες διόδους του πλανήτη. Παράλληλα, συνορεύει με τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που της επιτρέπει να εμφανίζεται, στα μάτια των μεγάλων δυνάμεων, ως αναντικατάστατος περιφερειακός παράγοντας σε πολλαπλά γεωπολιτικά μέτωπα.
Ακριβώς γι’ αυτό η Άγκυρα έχει κατορθώσει, ιδίως κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, να αναπτύξει μια περισσότερο αυτόνομη και συχνά συναλλακτική εξωτερική πολιτική. Διατηρεί σχέσεις συνεργασίας και ανταγωνισμού ταυτόχρονα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις αραβικές χώρες και, ολοένα περισσότερο, με την Κίνα. Συχνά επιχειρεί να αξιοποιεί τις αντιθέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων προς όφελός της, αυξάνοντας τη διαπραγματευτική της ισχύ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τουρκική στρατηγική είναι πάντοτε επιτυχής ούτε ότι στερείται κινδύνων. Σημαίνει όμως ότι στηρίζεται σε αντικειμενικά γεωπολιτικά δεδομένα, τα οποία η Ελλάδα δεν διαθέτει στον ίδιο βαθμό.
Η Ελλάδα ακολουθεί διαφορετική γεωστρατηγική λογική. Η ισχύς της δεν προκύπτει από τη δυνατότητα να ισορροπεί ανάμεσα σε ανταγωνιστικά στρατόπεδα ούτε από την ικανότητα να ασκεί πολιτική ίσων αποστάσεων. Προκύπτει από τη θεσμική της αξιοπιστία, από τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, από τον ισχυρό ναυτικό της χαρακτήρα, από την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού της και, κυρίως, από την ικανότητά της να οικοδομεί σταθερές στρατηγικές συνεργασίες με κράτη που συμμερίζονται κοινές ανησυχίες για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Ακριβώς γι’ αυτό, η συχνά διατυπωμένη άποψη ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να «μιμηθεί» την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας παραγνωρίζει μια θεμελιώδη αρχή της γεωπολιτικής: τα επιτυχημένα κράτη δεν αντιγράφουν τις στρατηγικές άλλων κρατών· διαμορφώνουν τη δική τους στρατηγική με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Η γεωγραφία δεν είναι πεπρωμένο, αλλά αποτελεί το σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε κράτος καλείται να αναπτύξει τη στρατηγική του.
Η διαφορά αυτή δεν συνιστά ένδειξη ελληνικής αδυναμίας ούτε τουρκικής υπεροχής. Αντιθέτως, υπενθυμίζει ότι κάθε κράτος οφείλει να αξιοποιεί τα ιδιαίτερα συγκριτικά του πλεονεκτήματα. Η Ελλάδα ενισχύει τη διεθνή της θέση όταν λειτουργεί ως αξιόπιστος ευρωπαϊκός και ευρωατλαντικός εταίρος, όταν επενδύει στην αποτρεπτική της ισχύ και όταν οικοδομεί σταθερές συνεργασίες με χώρες που επιδιώκουν τη διατήρηση της ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η στρατηγική σχέση με την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή, αλλά εφαρμογή των βασικών αρχών του γεωπολιτικού ρεαλισμού.
Κάθε κράτος που αγνοεί τα πραγματικά δεδομένα της ισχύος του και επιχειρεί να ασκήσει πολιτική σαν να διέθετε διαφορετικές δυνατότητες, κινδυνεύει να μετατρέψει τις επιθυμίες του σε στρατηγικές αυταπάτες.
Η σύγκλιση συμφερόντων Ελλάδας και Ισραήλ: μια στρατηγική πραγματικότητα και όχι μια ιδεολογική επιλογή
Εάν υπάρχει ένα θεμελιώδες αξίωμα στις διεθνείς σχέσεις, αυτό είναι ότι τα κράτη δεν επιλέγουν τους εταίρους τους με κριτήριο τη συναισθηματική συμπάθεια ούτε τη μεταξύ τους ιδεολογική ταύτιση. Τους επιλέγουν με βάση το εάν, σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, τα στρατηγικά τους συμφέροντα συγκλίνουν ή αποκλίνουν.
Η διαπίστωση αυτή, που ανάγεται ήδη στην κλασική ρεαλιστική σχολή της διεθνούς πολιτικής και επιβεβαιώνεται διαρκώς από τη διπλωματική ιστορία, αποτελεί ίσως το σημαντικότερο κλειδί για την κατανόηση της σημερινής σχέσης Ελλάδας και Ισραήλ.
Η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ δεν ανέπτυξαν τη στρατηγική τους συνεργασία επειδή συμμερίζονται κάθε πολιτική επιλογή η μία της άλλης. Ούτε επειδή ταυτίζονται σε όλα τα περιφερειακά ζητήματα. Πολύ περισσότερο, η σχέση τους δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «ιδεολογική συμμαχία». Πρόκειται για δύο κράτη με διαφορετική ιστορική διαδρομή, διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικά περιβάλλοντα ασφαλείας.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, στη σημερινή συγκυρία, αντιμετωπίζουν έναν κοινό στρατηγικό προβληματισμό: τη διατήρηση της ισορροπίας ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο απέναντι σε μια Τουρκία που επιδιώκει να διευρύνει την επιρροή της πολύ πέραν των διεθνώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων της.
Η Τουρκία ως αναθεωρητική δύναμη
Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία δεν περιορίζεται πλέον στην προάσπιση των εθνικών της συμφερόντων, όπως πράττει κάθε κράτος. Έχει υιοθετήσει μια σαφώς αναθεωρητική στρατηγική, αμφισβητώντας διεθνείς συνθήκες, θαλάσσιες ζώνες, κυριαρχικά δικαιώματα και υφιστάμενες ισορροπίες.
Η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», οι συνεχείς αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, η διατήρηση στρατευμάτων κατοχής στην Κυπριακή Δημοκρατία και η διαρκής στρατιωτική εμπλοκή της Άγκυρας σε πολλαπλά περιφερειακά μέτωπα δεν αποτελούν αποσπασματικές κινήσεις. Αντανακλούν μια συνολική στρατηγική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία επιδιώκει να αναδειχθεί σε αυτόνομο πόλο ισχύος μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Ακριβώς αυτή η στρατηγική προκαλεί εύλογη ανησυχία όχι μόνο στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και σε άλλα κράτη της περιοχής που επιδιώκουν τη διατήρηση μιας ισορροπημένης αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Το Ισραήλ συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών.
Γιατί το Ισραήλ αντιμετωπίζει την Τουρκία ως στρατηγική πρόκληση
Για να γίνει πλήρως κατανοητή η σημασία των πρόσφατων ισραηλινών παρεμβάσεων, πρέπει να αποφευχθεί μια συνηθισμένη απλούστευση. Το Ισραήλ δεν αξιολογεί την Τουρκία αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των διμερών τους σχέσεων ούτε αντιδρά αποσπασματικά σε μεμονωμένες δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας. Η στρατηγική του εκτίμηση αφορά τη συνολική μεταβολή της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος.
Για την ισραηλινή στρατηγική κοινότητα, η Τουρκία αποτελεί πλέον έναν περιφερειακό δρώντα με αυξανόμενες στρατιωτικές, τεχνολογικές και βιομηχανικές δυνατότητες, ο οποίος επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία έναντι τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, η επένδυση σε μη επανδρωμένα συστήματα, η ενίσχυση της ναυτικής ισχύος και η συστηματική στρατιωτική παρουσία σε πολλαπλά περιφερειακά μέτωπα αποτελούν στοιχεία μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής και όχι περιστασιακές επιλογές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε ενδεχόμενη περαιτέρω ενίσχυση των τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων αξιολογείται από το Ισραήλ όχι απομονωμένα, αλλά ως παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει το συνολικό ισοζύγιο ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Η αντίθεση του Ισραήλ στην πιθανότητα επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν ερμηνεύεται, συνεπώς, μόνο ως διμερής διαφωνία· εντάσσεται στη γενικότερη επιδίωξή του να διατηρήσει μια περιφερειακή ισορροπία που θεωρεί ευνοϊκή για τη δική του ασφάλεια.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο τα ισραηλινά και τα ελληνικά συμφέροντα εμφανίζουν ουσιαστική σύγκλιση. Οι λόγοι ασφαλείας κάθε χώρας είναι διαφορετικοί, όμως η κοινή επιδίωξη παραμένει η ίδια: η αποτροπή της δημιουργίας ενός περιφερειακού περιβάλλοντος στο οποίο μία μόνο δύναμη θα αποκτά τη δυνατότητα να επιβάλλει μονομερώς τους όρους της στους υπόλοιπους δρώντες της Ανατολικής Μεσογείου.
Οι δηλώσεις Νετανιάχου και το πραγματικό τους νόημα
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθούν και οι πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού, ο οποίος εξέφρασε την αντίθεσή του στην προοπτική επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35 και προειδοποίησε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η Τουρκία διατηρεί στρατεύματα κατοχής στην Κύπρο και έχει επανειλημμένως διατυπώσει απειλές κατά της Ελλάδας. Οι επισημάνσεις αυτές έγιναν σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον επανεξετάζει ορισμένες πτυχές της πολιτικής της έναντι της Άγκυρας, γεγονός που καθιστά τη σχετική συζήτηση ακόμη πιο κρίσιμη. Οι δηλώσεις αυτές υπηρετούν πρωτίστως τα συμφέροντα του Ισραήλ· ωστόσο, αντικειμενικά συμπίπτουν με πάγιες ελληνικές ανησυχίες για τη διατήρηση της στρατηγικής ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κάποιοι ενδέχεται να αντιτείνουν ότι το Ισραήλ ενεργεί αποκλειστικά με γνώμονα τα δικά του συμφέροντα. Η παρατήρηση αυτή είναι απολύτως ορθή. Ακριβώς όμως αυτή η διαπίστωση αναδεικνύει την ουσία του ζητήματος. Το Ισραήλ δεν είναι υποχρεωμένο να υπερασπίζεται τα ελληνικά συμφέροντα. Υπερασπίζεται τα δικά του.
Το ζητούμενο για την ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι να αναζητά κράτη που ενεργούν από αλτρουισμό. Είναι να αναγνωρίζει πότε τα συμφέροντα άλλων κρατών συγκλίνουν με τα ελληνικά και να αξιοποιεί αυτή τη συγκυρία προς όφελος της εθνικής στρατηγικής. Η σύγκλιση αυτή είναι σήμερα εμφανής.
Η Αθήνα επιδιώκει να αποτρέψει μια περαιτέρω ανατροπή της στρατιωτικής ισορροπίας υπέρ της Τουρκίας. Το ίδιο επιδιώκει, για διαφορετικούς λόγους, και η Ιερουσαλήμ. Αυτή η σύμπτωση συμφερόντων δεν απαιτεί ιδεολογική ταύτιση. Απαιτεί στρατηγική διορατικότητα.
Η παγίδα της ιδεολογικοποίησης
Σε κάθε δημοκρατική κοινωνία είναι απολύτως θεμιτό να ασκείται κριτική στις επιλογές οποιασδήποτε κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της ισραηλινής. Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις εξελίξεις στη Γάζα, το ανθρωπιστικό κόστος των συγκρούσεων και την ανάγκη τήρησης του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αναγκαία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εύλογη αυτή συζήτηση μετατρέπεται σε πρόταση ανατροπής θεμελιωδών στρατηγικών επιλογών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Άλλο πράγμα είναι η διατύπωση κριτικής απέναντι σε συγκεκριμένες πολιτικές μιας κυβέρνησης. Και άλλο η αμφισβήτηση μιας στρατηγικής συνεργασίας που έχει οικοδομηθεί επί δεκαπέντε και πλέον χρόνια, με διακομματική συνέχεια, επειδή εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας.
Οι σταθερές συνεργασίες μεταξύ κρατών δεν οικοδομούνται πάνω στη συμφωνία για κάθε επιμέρους ζήτημα. Οικοδομούνται πάνω στην ύπαρξη ενός ευρύτερου πλαισίου κοινών συμφερόντων. Το ίδιο ισχύει για όλες σχεδόν τις μεγάλες στρατηγικές συμμαχίες της σύγχρονης ιστορίας.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια του στρατηγικού πειραματισμού
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται μια κρίσιμη παράμετρος που συχνά παραβλέπεται στον δημόσιο διάλογο.
Μεγάλες δυνάμεις μπορούν, κατά περιόδους, να δοκιμάζουν διαφορετικές στρατηγικές, να αναθεωρούν συμμαχίες ή να διαχειρίζονται μεγαλύτερο βαθμό αβεβαιότητας.
Η Ελλάδα, όμως, δεν είναι μεγάλη δύναμη. Είναι μια χώρα πρώτης γραμμής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν διαχρονικό αναθεωρητικό γείτονα και λειτουργεί σε μία από τις πλέον ευαίσθητες γεωπολιτικά περιοχές του πλανήτη.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να γίνεται πεδίο ιδεολογικών εξάρσεων ή ευκαιριακών αναπροσαρμογών. Απαιτεί συνέχεια, αξιοπιστία και συνέπεια.
Η διατήρηση μιας στρατηγικής συνεργασίας δεν σημαίνει ταύτιση με κάθε επιμέρους πολιτική επιλογή ενός συμμάχου. Τα ώριμα κράτη είναι σε θέση να διαφωνούν όπου απαιτείται, χωρίς να υπονομεύουν το συνολικό πλαίσιο μιας σχέσης που υπηρετεί διαχρονικά συμφέροντα. Η διάκριση μεταξύ στρατηγικής σύμπραξης και επιμέρους πολιτικών διαφωνιών αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό κάθε σοβαρής εξωτερικής πολιτικής.
Σημαίνει, όμως, ότι κάθε δημόσια τοποθέτηση οφείλει να σταθμίζεται και υπό το πρίσμα των συνεπειών που μπορεί να έχει για τη συνολική θέση της χώρας.
Διότι στην εξωτερική πολιτική, όπως έχει αποδείξει επανειλημμένα η ιστορία, η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο από τα οπλικά του συστήματα ή το οικονομικό του μέγεθος. Μετριέται και από την αξιοπιστία των στρατηγικών του επιλογών, από τη συνέπεια των συμμαχιών του και από την ικανότητά του να διακρίνει εγκαίρως ποια συμφέροντα συμπίπτουν με τα δικά του και ποια όχι.
Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ ως πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο
Οι διεθνείς σχέσεις δεν διαμορφώνονται μόνο από τις πολιτικές επιλογές των κρατών, αλλά και από τους αντικειμενικούς γεωγραφικούς και στρατηγικούς περιορισμούς μέσα στους οποίους αυτά λειτουργούν. Ο Βρετανός γεωγράφος και θεμελιωτής της σύγχρονης γεωπολιτικής σκέψης, Halford Mackinder, είχε επισημάνει ότι η γεωγραφία δεν επιβάλλει απόλυτα την πολιτική των κρατών, αλλά θέτει τα όρια μέσα στα οποία αυτή αναπτύσσεται. Στην Ανατολική Μεσόγειο, η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η γεωγραφία δεν υπαγορεύει αυτομάτως τις αποφάσεις των κρατών· καθορίζει όμως τα όρια μέσα στα οποία μπορούν να ασκηθούν αποτελεσματικές στρατηγικές επιλογές.
Η Ελλάδα, η Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ αποτελούν τρεις δημοκρατικές χώρες που βρίσκονται σε μια από τις πλέον ασταθείς γεωπολιτικά περιοχές του κόσμου. Βόρεια εκτείνεται ο χώρος της Μαύρης Θάλασσας και ο πόλεμος στην Ουκρανία. Ανατολικά βρίσκονται η Συρία και ο Λίβανος, χώρες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις ασφάλειας. Νοτιότερα εκτείνεται η Μέση Ανατολή, όπου οι περιφερειακές συγκρούσεις, η τρομοκρατία, η ενεργειακή ασφάλεια και οι θαλάσσιες μεταφορές διασταυρώνονται καθημερινά.
Μέσα σε αυτό το γεωπολιτικό περιβάλλον, η συνεργασία Αθήνας, Λευκωσίας και Ιερουσαλήμ δεν αναπτύχθηκε ως προϊόν συγκυριακής πολιτικής επιλογής ούτε ως αποτέλεσμα προσωπικών σχέσεων μεταξύ κυβερνήσεων. Διαμορφώθηκε σταδιακά, επειδή οι τρεις χώρες διαπίστωσαν ότι αντιμετωπίζουν κοινές στρατηγικές προκλήσεις και ότι η μεταξύ τους συνεργασία παράγει αμοιβαία οφέλη.
Από την ενεργειακή συνεργασία στη στρατηγική σύμπραξη
Στην πρώτη της φάση, η τριμερής συνεργασία συνδέθηκε κυρίως με τις ενεργειακές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην ισραηλινή και κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη δημιούργησε νέες δυνατότητες οικονομικής συνεργασίας, αλλά και νέες ανάγκες προστασίας κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών.
Σύντομα, όμως, έγινε αντιληπτό ότι η ενεργειακή συνεργασία δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς αντίστοιχη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.
Η προστασία υποθαλάσσιων αγωγών, καλωδίων δεδομένων, λιμενικών εγκαταστάσεων, ενεργειακών τερματικών και θαλάσσιων οδών επικοινωνίας απαιτεί συντονισμό, ανταλλαγή πληροφοριών και κοινή επιχειρησιακή αντίληψη. Η ενεργειακή ασφάλεια και η εθνική ασφάλεια αποδείχθηκαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Έτσι, η τριμερής συνεργασία άρχισε να αποκτά πολύ ευρύτερο περιεχόμενο: κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, συνεργασία στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, της πολιτικής προστασίας, της αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών και της προστασίας κρίσιμων υποδομών.
Η εξέλιξη αυτή δεν υπήρξε προϊόν ιδεολογικής σύγκλισης. Ήταν η φυσική συνέπεια μιας κοινής ανάγνωσης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
Η Τουρκία ως παράγοντας ανατροπής της περιφερειακής ισορροπίας
Η στρατηγική αυτή συνεργασία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της σταδιακής μεταβολής της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Η Άγκυρα επιδιώκει να αναδειχθεί στην κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου. Η επιδίωξη αυτή δεν περιορίζεται στην προάσπιση των τουρκικών συμφερόντων — κάτι απολύτως θεμιτό για κάθε κράτος — αλλά συνοδεύεται από μια συστηματική προσπάθεια αναθεώρησης του υφιστάμενου καθεστώτος ασφαλείας και του διεθνούς δικαίου της θάλασσας.
Η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά του Αιγαίου, η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, οι επανειλημμένες παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου κατά τα προηγούμενα χρόνια και η συνεχιζόμενη στρατιωτική παρουσία στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αποτελούν αποσπασματικά επεισόδια. Συνιστούν στοιχεία μιας ευρύτερης στρατηγικής που επιδιώκει να μεταβάλει τους περιφερειακούς συσχετισμούς ισχύος.
Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα εξηγεί γιατί οι ελληνικές και οι ισραηλινές ανησυχίες συχνά συγκλίνουν.
Η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ δεν αντιμετωπίζουν τις ίδιες απειλές ούτε με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, και οι δύο επιδιώκουν να αποτρέψουν την ανάδυση μιας περιφερειακής ηγεμονίας που θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία κινήσεων των υπολοίπων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου.
Η αποτροπή δεν είναι επιθετικότητα
Στον δημόσιο διάλογο χρησιμοποιείται συχνά ο όρος «αποτροπή», χωρίς πάντοτε να αποδίδεται το πραγματικό του περιεχόμενο. Η αποτροπή δεν είναι πολιτική σύγκρουσης. Δεν σημαίνει επιθετικότητα ούτε επιδίωξη στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, αποτελεί μηχανισμό διατήρησης της ειρήνης μέσω της ισορροπίας ισχύος.
Ένα κράτος αποτρέπει όταν καθιστά σαφές ότι οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίον του θα έχει δυσανάλογο κόστος για τον επιτιθέμενο. Όσο πιο αξιόπιστη είναι αυτή η αποτρεπτική ικανότητα, τόσο μικρότερη γίνεται η πιθανότητα πραγματικής σύγκρουσης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν στοχεύει στη δημιουργία ενός επιθετικού άξονα απέναντι σε τρίτες χώρες. Στοχεύει στη διατήρηση μιας ισορροπίας που θα αποθαρρύνει μονομερείς αναθεωρητικές ενέργειες και θα ενισχύει τη σταθερότητα στην περιοχή.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Διότι η σταθερότητα δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσω των διπλωματικών διακηρύξεων. Προϋποθέτει και την ύπαρξη αξιόπιστων μηχανισμών αποτροπής.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της συνεργασίας
Υπάρχει ακόμη μία παράμετρος που συχνά υποτιμάται. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ενεργούν μόνο ως δύο εθνικά κράτη. Είναι ταυτόχρονα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελούν το νοτιοανατολικό της σύνορο.
Κατά συνέπεια, η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου δεν αφορά αποκλειστικά την Αθήνα και τη Λευκωσία. Αφορά συνολικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, την προστασία κρίσιμων υποδομών και τη διαχείριση μεταναστευτικών και υβριδικών απειλών.
Υπό αυτή την έννοια, η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ υπερβαίνει τα στενά όρια μιας διμερούς ή τριμερούς σχέσης. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια διαμόρφωσης ενός πλέγματος σταθερότητας που εξυπηρετεί όχι μόνο τα συμφέροντα των τριών χωρών, αλλά και εκείνα της ίδιας της Ευρώπης.
Η συνέπεια ως στρατηγικό κεφάλαιο
Οι διεθνείς συμμαχίες δεν αξιολογούνται μόνο από τη χρησιμότητά τους σε περιόδους κρίσης. Αξιολογούνται και από τη συνέπεια με την οποία διατηρούνται στον χρόνο.
Ένα κράτος που εμφανίζεται να μεταβάλλει τις στρατηγικές του επιλογές υπό την πίεση της εκάστοτε επικαιρότητας ή της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης εκπέμπει μήνυμα αβεβαιότητας προς συμμάχους και αντιπάλους. Αντίθετα, ένα κράτος που διατηρεί σταθερές στρατηγικές συνεργασίες, χωρίς να παραιτείται από την αυτονομία της κρίσης του και χωρίς να αποσιωπά τις διαφωνίες του όταν αυτές υπάρχουν, ενισχύει τη διεθνή του αξιοπιστία.
Η αξιοπιστία αυτή συνιστά από μόνη της πολλαπλασιαστή εθνικής ισχύος. Και για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία καλείται καθημερινά να υπερασπίζεται τα κυριαρχικά της δικαιώματα σε μια περιοχή αυξημένης γεωπολιτικής έντασης, η αξιοπιστία αυτή δεν είναι μια αφηρημένη διπλωματική αρετή. Είναι αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική στην εποχή της στρατηγικής ρευστότητας
Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που προκύπτει από όλες τις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις των τελευταίων ετών, αυτό είναι ότι η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης στρατηγικής ρευστότητας. Οι σταθερές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταψυχροπολεμική διεθνής τάξη δεν έχουν καταρρεύσει ολοκληρωτικά, αλλά ασφαλώς δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται αμετάβλητες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τις συμμαχίες τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητεί ακόμη μια συνεκτική στρατηγική ταυτότητα στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας. Η Ρωσία εξακολουθεί να αμφισβητεί έμπρακτα τη μεταψυχροπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη. Η Κίνα διευρύνει σταθερά τη γεωοικονομική και γεωπολιτική της επιρροή. Παράλληλα, περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία, επιχειρούν να αξιοποιήσουν τις αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων, διεκδικώντας μεγαλύτερο περιθώριο στρατηγικής αυτονομίας.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της αδράνειας ούτε του αυτοσχεδιασμού.
Η ισορροπία ως μορφή εθνικής ισχύος
Συχνά στον δημόσιο διάλογο παρουσιάζεται ως ένδειξη αποφασιστικότητας η άποψη ότι η Ελλάδα οφείλει να ευθυγραμμίζεται πλήρως με κάθε επιλογή ενός συμμάχου ή, αντιστρόφως, να αποστασιοποιείται θεαματικά όταν διαφωνεί μαζί του.
Στην πραγματικότητα, η σοβαρή εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί με όρους απόλυτης ταύτισης ή απόλυτης ρήξης.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να διατηρεί ισχυρότατους δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διότι η αμερικανική παρουσία εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Παράλληλα, οφείλει να ενισχύει τη θέση της μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί τον σημαντικότερο πολλαπλασιαστή της πολιτικής, οικονομικής και διπλωματικής της ισχύος.
Το ίδιο ισχύει για τη στενή στρατηγική συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία, αφού ο ελληνισμός παραμένει ενιαίος γεωπολιτικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Μέσα σε αυτό το πλέγμα σχέσεων, η εμβάθυνση της συνεργασίας με το Ισραήλ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι σήμερα οι δύο χώρες μοιράζονται κρίσιμες στρατηγικές επιδιώξεις που αφορούν την περιφερειακή σταθερότητα, την ενεργειακή ασφάλεια, την αποτροπή και την προστασία κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να καλλιεργεί τις παραδοσιακά καλές σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο. Η ιστορική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, οι δεσμοί της με πολλές αραβικές χώρες και η διαχρονική υποστήριξή της σε μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Παλαιστινιακού ζητήματος αποτελούν σημαντικά διπλωματικά κεφάλαια, τα οποία δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν.
Η επιλογή υπέρ της στρατηγικής συνεργασίας με το Ισραήλ δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη αυτών των σχέσεων. Αντιθέτως, μια ώριμη εξωτερική πολιτική μπορεί να διατηρεί ταυτόχρονα ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με διαφορετικούς εταίρους, αρκεί να μην χάνει από το βλέμμα της το πρωτεύον: την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι προέκταση της εσωτερικής αντιπαράθεσης
Σε μια δημοκρατία είναι φυσικό τα πολιτικά κόμματα να διαφωνούν για την οικονομική πολιτική, το κοινωνικό κράτος, τη φορολογία ή το εύρος των μεταρρυθμίσεων.
Η εξωτερική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο εύκολων συνθημάτων ή σε χώρο όπου κάθε διεθνής κρίση αξιοποιείται πρωτίστως για την εξυπηρέτηση της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξωτερική πολιτική πρέπει να μένει εκτός δημόσιου ελέγχου. Αντιθέτως, ο δημοκρατικός έλεγχος είναι αναγκαίος. Σημαίνει, όμως, ότι η κριτική οφείλει να συνοδεύεται από επίγνωση των ευρύτερων γεωπολιτικών συνεπειών.
Όταν μια χώρα βρίσκεται απέναντι σε έναν διαχρονικό αναθεωρητικό γείτονα, κάθε δημόσια πρόταση που αφορά τις στρατηγικές της συνεργασίες πρέπει να αξιολογείται με ιδιαίτερη προσοχή. Η αποδυνάμωση μιας σχέσης που ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να προτείνεται χωρίς σαφή απάντηση στο εύλογο ερώτημα: ποια εναλλακτική αρχιτεκτονική ασφάλειας προτείνεται στη θέση της και με ποια εχέγγυα αποτελεσματικότητας;
Η γεωπολιτική σπανίως ανέχεται τα στρατηγικά κενά· όταν αυτά δημιουργούνται, κατά κανόνα καλύπτονται από άλλους δρώντες, όχι πάντοτε προς όφελος εκείνων που τα άφησαν να δημιουργηθούν.
Η στρατηγική ψυχραιμία ως εθνικό πλεονέκτημα
Η ελληνική διπλωματία έχει αποδείξει πολλές φορές, ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ότι μπορεί να λειτουργεί με συνέχεια, θεσμική μνήμη και προσαρμοστικότητα. Αυτή η παρακαταθήκη δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Η σημερινή συγκυρία απαιτεί ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: ψυχραιμία αντί παρορμητισμού, αξιολόγηση των πραγματικών συσχετισμών ισχύος αντί ιδεολογικών αντανακλαστικών και μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό αντί περιστασιακών εντυπώσεων.
Η ιστορία διδάσκει ότι τα μικρά και μεσαία κράτη δεν επιβιώνουν επειδή υψώνουν τους πιο ηχηρούς τόνους στη διεθνή σκηνή. Επιβιώνουν όταν αναγνωρίζουν έγκαιρα τις μεταβολές του διεθνούς περιβάλλοντος, επενδύουν στην αξιοπιστία τους, διαμορφώνουν ανθεκτικές συμμαχίες και αποφεύγουν τις στρατηγικές αυταπάτες.
Η συνέχεια στη στρατηγική αποτελεί από μόνη της παράγοντα ισχύος. Οι χώρες που αλλάζουν διαρκώς προσανατολισμό αποδυναμώνουν την αξιοπιστία τους ακόμη και όταν διαθέτουν σημαντικούς πόρους.
Η Ελλάδα έχει καταφέρει, ιδιαίτερα κατά την τελευταία δεκαπενταετία, να ενισχύσει τη διεθνή της θέση μέσω ενός πλέγματος συνεργασιών που εκτείνεται από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη έως την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Η εδραίωση αυτών των συνεργασιών δεν είναι αποτέλεσμα συγκυριακών πολιτικών επιλογών, αλλά έκφραση μιας βαθύτερης αντίληψης για τη θέση της χώρας στον σύγχρονο κόσμο.
Ανακεφαλαίωση
Αφορμή για την παρούσα ανάλυση υπήρξαν οι πρόσφατες δηλώσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού για την πιθανή προμήθεια αμερικανικών F-35 στην Τουρκία. Η σημασία τους, όμως, υπερβαίνει κατά πολύ το συγκεκριμένο ζήτημα.
Αναδεικνύουν μια θεμελιώδη αλήθεια της διεθνούς πολιτικής: οι διεθνείς σχέσεις δεν οικοδομούνται πάνω σε ιδεολογικές συμπάθειες ούτε σε συναισθηματικές απορρίψεις, αλλά στη ρεαλιστική εκτίμηση των συσχετισμών ισχύος και στη σύγκλιση των εθνικών συμφερόντων.
Για την Ελλάδα, η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ δεν συνιστά επιλογή που αποκλείει τη διατήρηση ισχυρών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τον αραβικό κόσμο. Αντιθέτως, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, η οποία επιδιώκει να ενισχύσει τη διεθνή θέση της χώρας, να διαφυλάξει τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και να υπηρετήσει με συνέπεια το εθνικό συμφέρον.
Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι οι σοβαρότερες στρατηγικές αποτυχίες των κρατών δεν οφείλονται συνήθως στην έλλειψη στρατιωτικής ή οικονομικής ισχύος. Οφείλονται στην αδυναμία ορθής ανάγνωσης της ιστορικής στιγμής. Όταν ένα κράτος συγχέει τις ιδεολογικές του προτιμήσεις με τις στρατηγικές του ανάγκες ή όταν μετατρέπει την εξωτερική πολιτική σε προέκταση της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένων επιλογών με μακροχρόνιες συνέπειες.
Σε έναν κόσμο όπου οι βεβαιότητες υποχωρούν και οι ισορροπίες μεταβάλλονται με πρωτοφανή ταχύτητα, η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι να επιλέξει στρατόπεδα με ιδεολογικά κριτήρια. Είναι να διατηρήσει τη στρατηγική της πυξίδα σταθερά προσανατολισμένη προς εκείνο που αποτελεί τη διαχρονική αποστολή κάθε υπεύθυνου κράτους: την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας, της διεθνούς αξιοπιστίας και της ειρήνης μέσα από τον ρεαλισμό, τη στρατηγική συνέπεια και τη διορατικότητα.
Διότι, τελικά, στην ιστορία των εθνών δεν δικαιώνονται όσοι περιγράφουν τον κόσμο όπως θα ήθελαν να είναι, αλλά όσοι διαθέτουν τη διορατικότητα να τον κατανοήσουν όπως πραγματικά είναι και την πολιτική βούληση να προσαρμόσουν εγκαίρως τη στρατηγική τους σε αυτή την πραγματικότητα.
Ενδεικτικές πηγές και βιβλιογραφία
- Θουκυδίδης, Ἱστορίαι (γνωστό και ως Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου).
- Hans J. Morgenthau, Politics Among Nations: The Struggle for Power and Peace. New York: Alfred A. Knopf, 1948 (πολλές μεταγενέστερες εκδόσεις).
- Kenneth N. Waltz, Theory of International Politics. Reading, MA: Addison-Wesley, 1979.
- John J. Mearsheimer, The Tragedy of Great Power Politics. New York: W. W. Norton & Company, 2001 (αναθεωρημένη έκδοση 2014).
- Halford J. Mackinder, Democratic Ideals and Reality. London: Constable and Company, 1919.
- NATO, NATO Strategic Concept (2022).
- European Union, A Strategic Compass for Security and Defence (2022).
