Οι πολίτες αναζητούν πολιτικούς που σχεδιάζουν το μέλλον της χώρας,
όχι πολιτικούς που αναμετρώνται διαρκώς με το παρελθόν τους
Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων η εικόνα αλλάζει εύκολα. Πολύ δυσκολότερα αλλάζει όμως η πολιτική στρατηγική. Τα πρώτα βίντεο του Αντώνη Σαμαρά στο TikTok αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της δημόσιας εικόνας του, το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπουν παραμένει βαθιά ριζωμένο σε αντιπαραθέσεις του παρελθόντος.
Η είσοδος του Αντώνη Σαμαρά στο TikTok θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να εκληφθεί ως μια προσπάθεια πολιτικού εκσυγχρονισμού. Ένας πρώην πρωθυπουργός, ηλικίας 75 ετών, επιλέγει να χρησιμοποιήσει τη δημοφιλέστερη πλατφόρμα της νέας γενιάς, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή εικόνα του τηλεοπτικού πολιτικού και επιχειρώντας να συνομιλήσει με ένα διαφορετικό κοινό. Από μόνη της, η επιλογή αυτή δεν είναι ούτε παράδοξη ούτε κατακριτέα. Αντιθέτως, αποδεικνύει ότι ακόμη και πολιτικοί που ανήκουν σε παλαιότερες γενιές αντιλαμβάνονται πως η πολιτική επικοινωνία έχει μεταφερθεί πλέον στα κοινωνικά δίκτυα.
Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στο μέσο. Βρίσκεται στο μήνυμα.
Διότι, όσο σύγχρονη κι αν είναι η πλατφόρμα, το πολιτικό περιεχόμενο που παρουσιάζει ο πρώην πρωθυπουργός μοιάζει να έχει μείνει εγκλωβισμένο σε αντιπαραθέσεις μιας άλλης εποχής. Η εικόνα μπορεί να είναι προσεγμένη. Η ουσία όμως παραμένει ίδια. Οι υπότιτλοι είναι καλαίσθητοι και η παραγωγή επαγγελματική, όμως η πολιτική αφήγηση θυμίζει περισσότερο αναδρομή σε εσωκομματικές συγκρούσεις της δεκαετίας του 2000 παρά πρόταση για την Ελλάδα του 2030.
Τα TikTok βίντεο του Αντώνη Σαμαρά και το μήνυμα που εκπέμπουν
Τα δύο πρώτα βίντεο που δημοσιεύθηκαν έχουν έντονη αισθητική ταυτότητα. Το λευκό κυριαρχεί παντού: στα πουκάμισα, στο φόντο, ακόμη και στη συνολική φωτογραφία του πλάνου. Πρόκειται προφανώς για συνειδητή σκηνοθετική επιλογή, η οποία επιδιώκει να δημιουργήσει αίσθηση καθαρότητας, σοβαρότητας και θεσμικότητας.
Ωστόσο, η υπερβολική έμφαση στην εικόνα καταλήγει να λειτουργεί ειρωνικά απέναντι στο ίδιο το περιεχόμενο. Το βλέμμα του θεατή μένει περισσότερο στη σκηνοθεσία παρά στην ουσία των όσων ακούγονται.
Και όταν τελικά επικεντρωθεί στο περιεχόμενο, διαπιστώνει ότι το βασικό αντικείμενο της συζήτησης δεν είναι ούτε η οικονομία, ούτε η άμυνα, ούτε η εξωτερική πολιτική, ούτε οι μεγάλες προκλήσεις της χώρας.
Είναι η εσωτερική ιστορία της Νέας Δημοκρατίας.
Μια πολιτική αφήγηση που κοιτάζει προς τα πίσω
Η επιλογή να ανοίξει η νέα αυτή σειρά βίντεο με αναφορές στην παλαιά εσωκομματική αναμέτρηση με την Ντόρα Μπακογιάννη αποκαλύπτει πολλά περισσότερα από όσα ίσως επιδίωκε ο δημιουργός της.
Ο πυρήνας της αφήγησης δεν αφορά το αύριο. Αφορά το χθες.
Δεν επιχειρείται η διατύπωση μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής στρατηγικής για τη χώρα, αλλά η αναψηλάφηση ιστορικών συγκρούσεων και προσωπικών δικαιώσεων. Η εντύπωση που αποκομίζει ο θεατής είναι ουσιαστικά ότι ο Αντώνης Σαμαράς αδικήθηκε, ότι οι επιλογές του δικαιώθηκαν και ότι οι αντίπαλοί του ευθύνονται για τις σημερινές εξελίξεις.
Η πολιτική, όμως, δύσκολα κερδίζεται μόνο με αναδρομές.
Οι κοινωνίες ενδιαφέρονται περισσότερο για το τι θα γίνει αύριο παρά για το ποιος είχε δίκιο πριν από είκοσι χρόνια.
Από την κριτική στον Μητσοτάκη στη φθορά της Νέας Δημοκρατίας
Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της νέας αυτής επικοινωνιακής στρατηγικής είναι ότι, ενώ εμφανίζεται ως προσωπική κριτική προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στην πραγματικότητα επηρεάζει συνολικά τη Νέα Δημοκρατία.
Η διαρκής δημόσια αμφισβήτηση της κυβερνητικής ηγεσίας δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στο πρόσωπο του πρωθυπουργού.
Αναπόφευκτα πλήττει την εικόνα του κόμματος, δημιουργεί αμφιβολίες στους ψηφοφόρους του και τροφοδοτεί την αντιπολιτευτική επιχειρηματολογία.
Αυτό συνιστά ένα πολιτικό παράδοξο.
Ο Αντώνης Σαμαράς δηλώνει ότι επιθυμεί την ισχυρή παρουσία της μεγάλης κεντροδεξιάς παράταξης.
Οι δημόσιες παρεμβάσεις του, όμως, λειτουργούν αντικειμενικά προς την αντίθετη κατεύθυνση, καθώς ενισχύουν την εικόνα εσωστρέφειας και εσωτερικής σύγκρουσης.
Η εμπειρία της ελληνικής πολιτικής ζωής κατά τη Μεταπολίτευση δείχνει ότι οι μεγαλύτερες εκλογικές φθορές των κομμάτων εξουσίας δεν προκαλούνται μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά και από τις δημόσιες εσωτερικές συγκρούσεις τους. Όταν η εικόνα της εσωστρέφειας κυριαρχεί, οι πολίτες δυσκολεύονται να εμπιστευθούν ότι ένα κόμμα μπορεί να κυβερνήσει αποτελεσματικά. Από αυτή την άποψη, κάθε παρατεταμένη δημόσια αντιπαράθεση στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας λειτουργεί αντικειμενικά υπέρ των πολιτικών της αντιπάλων.
Η στρατηγική της φθοράς έχει όρια
Η πολιτική ιστορία δείχνει ότι οι στρατηγικές που βασίζονται αποκλειστικά στη φθορά του αντιπάλου σπάνια αρκούν για να δημιουργήσουν πλειοψηφικά ρεύματα.
Οι πολίτες, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετή οικονομική κρίση, εμφανίζονται περισσότερο απαιτητικοί. Δεν αρκούνται στην καταγγελία. Αναζητούν σχέδιο.
Θέλουν να γνωρίζουν τι προτείνει κάποιος για το εισόδημα, την ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, την εκπαίδευση, τη δημογραφική κρίση και τη διεθνή θέση της χώρας.
Στα μέχρι σήμερα βίντεο του πρώην πρωθυπουργού, οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα απουσιάζουν.
Αντίθετα, κυριαρχεί η πολιτική αποτίμηση προσώπων και εσωκομματικών επιλογών.
Έτσι, η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται από το μέλλον της χώρας στο παρελθόν της παράταξης.
Η μεγάλη διαφορά με άλλες πολιτικές επιστροφές
Η πρόσφατη ελληνική πολιτική ιστορία προσφέρει ένα ενδιαφέρον συγκριτικό παράδειγμα.
Ο Αλέξης Τσίπρας, μετά τη βαριά εκλογική ήττα του, επέλεξε να αποχωρήσει από την ενεργό ηγεσία του κόμματός του και να παρακολουθήσει τις εξελίξεις από απόσταση, αφήνοντας τον χρόνο να λειτουργήσει υπέρ του.
Η επιλογή αυτή μπορεί να αξιολογηθεί διαφορετικά πολιτικά, ωστόσο είχε ένα χαρακτηριστικό: δεν επιδίωξε καθημερινή δημόσια υπονόμευση της νέας κομματικής ηγεσίας.
Στην περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά διαφαίνεται διαφορετική στρατηγική.
Οι δημόσιες παρεμβάσεις του δημιουργούν την εντύπωση ότι θεωρεί πιθανή μια μελλοντική ανατροπή των εσωκομματικών ισορροπιών, μέσα από την πολιτική αποδυνάμωση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το ερώτημα είναι κατά πόσον μια τέτοια στρατηγική μπορεί να λειτουργήσει χωρίς να τραυματίσει συνολικά την εκλογική δυναμική της Νέας Δημοκρατίας.
Οι πολίτες δεν επιβραβεύουν πλέον τις προσωπικές σταυροφορίες
Η ελληνική κοινωνία έχει αλλάξει αισθητά τα τελευταία χρόνια. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις —οικονομική, υγειονομική, ενεργειακή και γεωπολιτική— έχουν μεταβάλει τις προτεραιότητες των ψηφοφόρων.
Οι προσωπικές πολιτικές αντιπαλότητες δεν συγκινούν όσο παλαιότερα. Οι πολίτες ενδιαφέρονται περισσότερο για την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης παρά για την αποκατάσταση προσωπικών πολιτικών δικαιώσεων.
Αυτό εξηγεί γιατί οι συνεχείς επιθέσεις κατά της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας φαίνεται να βρίσκουν απήχηση σε ένα περιορισμένο κοινό, αλλά δυσκολεύονται να διαμορφώσουν ευρύτερο κοινωνικό ρεύμα.
Όσοι διαφωνούν ήδη με την κυβέρνηση πιθανότατα θα χειροκροτήσουν τις παρεμβάσεις του.
Εκείνοι όμως που εξακολουθούν να θεωρούν ότι η σημερινή κυβέρνηση αποτελεί την ασφαλέστερη επιλογή για τη χώρα ενδέχεται να συσπειρωθούν ακόμη περισσότερο απέναντι σε κινήσεις που εκλαμβάνονται ως παράγοντας εσωτερικής αποσταθεροποίησης.
Η σκιά του παρελθόντος
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Αντώνης Σαμαράς επιλέγει τη σύγκρουση ως βασικό πολιτικό εργαλείο.
Από την αποχώρησή του από τη Νέα Δημοκρατία στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι τη δημιουργία της Πολιτικής Άνοιξης, αλλά και αργότερα κατά την περίοδο της αντιμνημονιακής του ρητορικής πριν αναλάβει την πρωθυπουργία, η πολιτική του διαδρομή χαρακτηρίζεται από έντονες συγκρούσεις και υψηλούς πολιτικούς τόνους.
Το στοιχείο αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής του φυσιογνωμίας.
Το ερώτημα είναι αν η ίδια συνταγή μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον.
Η σημερινή Ελλάδα δεν είναι η Ελλάδα του 1993 ούτε του 2012.
Οι ψηφοφόροι αξιολογούν πλέον διαφορετικά τις πολιτικές ηγεσίες και επιβραβεύουν περισσότερο τη σταθερότητα, τη διαχειριστική επάρκεια και τη δυνατότητα παραγωγής αποτελεσμάτων.
Το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα
Η ουσία δεν βρίσκεται στο αν ένας πρώην πρωθυπουργός έχει δικαίωμα να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση. Αυτό αποτελεί αυτονόητο στοιχείο κάθε δημοκρατίας.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: Η κριτική αυτή υπηρετεί μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης ή περιορίζεται στην προσωπική αντιπαράθεση με τη σημερινή ηγεσία;
Μέχρι στιγμής, τα μηνύματα που εκπέμπουν τα νέα βίντεο δείχνουν να απαντούν περισσότερο στο δεύτερο παρά στο πρώτο.
Η έμφαση δεν δίνεται στο «πώς θα γίνει καλύτερη η Ελλάδα», αλλά στο «πώς θα ήταν διαφορετική η Νέα Δημοκρατία». Αυτή η διαφορά είναι ουσιώδης.
Οι πολίτες αναζητούν πολιτικούς που σχεδιάζουν το μέλλον της χώρας, όχι πολιτικούς που αναμετρώνται διαρκώς με το παρελθόν του κόμματός τους.
Ανακεφαλαίωση
Η παρουσία του Αντώνη Σαμαρά στο TikTok αποτελεί αναμφίβολα μια ενδιαφέρουσα επικοινωνιακή εξέλιξη. Αποδεικνύει ότι ακόμη και έμπειροι πολιτικοί αντιλαμβάνονται τη σημασία των νέων μέσων επικοινωνίας και επιδιώκουν να προσαρμοστούν στις σύγχρονες συνθήκες.
Ωστόσο, η επιτυχία στην πολιτική δεν εξαρτάται από την πλατφόρμα που χρησιμοποιεί κανείς, αλλά από το περιεχόμενο που μεταφέρει.
Στα πρώτα αυτά βίντεο κυριαρχεί η αίσθηση ότι ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να ξαναδώσει μάχες του χθες, επενδύοντας περισσότερο στην αποδόμηση της σημερινής ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας παρά στη διατύπωση ενός νέου εθνικού οράματος.
Η στρατηγική αυτή ενδέχεται να διατηρεί την παρουσία του στην επικαιρότητα και να ικανοποιεί ένα συγκεκριμένο κομματικό ακροατήριο. Δύσκολα όμως μπορεί να αποτελέσει πειστική πρόταση εξουσίας για μια κοινωνία που ζητά λύσεις στα προβλήματα του σήμερα και απαντήσεις στις προκλήσεις του αύριο.
Η πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από ηγέτες που προσπάθησαν να επιστρέψουν αλλάζοντας το επικοινωνιακό τους περιτύλιγμα. Εκείνο όμως που τελικά κρίνει τους πολιτικούς δεν είναι η πλατφόρμα στην οποία μιλούν ούτε η αισθητική της εικόνας τους. Είναι η απάντηση που δίνουν στο θεμελιώδες ερώτημα κάθε εποχής: ποιο είναι το σχέδιό τους για το αύριο. Μέχρι στιγμής, τα βίντεο του Αντώνη Σαμαρά απαντούν περισσότερο στο ερώτημα ποιος είχε δίκιο χθες, παρά στο ποιος μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα στο μέλλον. Και αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό τους όριο.
