Η ελληνική πολιτική ζωή φαίνεται να εισέρχεται για ακόμη μία φορά σε έναν γνώριμο κύκλο. Έναν κύκλο όπου η δημόσια αντιπαράθεση μετατοπίζεται από την πολιτική στην ποινική σφαίρα, όπου οι δικαστικές έρευνες μετατρέπονται σε κεντρικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης και όπου η δημόσια καταδίκη προηγείται συχνά της δικαστικής κρίσης.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ανεξαρτήτως της τελικής της δικαστικής κατάληξης, αναζωπύρωσε μνήμες από την υπόθεση Novartis. Όχι επειδή οι δύο υποθέσεις είναι ταυτόσημες ως προς το αντικείμενο ή τα πραγματικά περιστατικά, αλλά επειδή αναδεικνύουν ένα διαχρονικό πρόβλημα του ελληνικού πολιτικού συστήματος: την τάση ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής και τη μετατροπή κάθε μεγάλης έρευνας σε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά μόνο τα κόμματα. Αφορά την ίδια τη λειτουργία των θεσμών, την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη και, τελικά, τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας.
Η βαριά σκιά της Novartis
Η υπόθεση Novartis υπήρξε μία από τις πιο πολωτικές περιόδους της μεταπολίτευσης. Πολιτικοί αντίπαλοι παρουσιάστηκαν ως σχεδόν βέβαιοι ένοχοι πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι δικαστικές διαδικασίες, ενώ δημόσιες καταγγελίες, διαρροές και έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις δημιούργησαν την εντύπωση ότι η δικαστική διερεύνηση και η πολιτική σύγκρουση είχαν καταστεί σχεδόν αδιαχώριστες.
Τα επόμενα χρόνια, σημαντικό μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου δεν επιβεβαιώθηκε για τα πολιτικά πρόσωπα που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο. Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε πραγματικό σκάνδαλο στον χώρο του φαρμάκου· σημαίνει όμως ότι άλλο πράγμα είναι η διερεύνηση πιθανών ποινικών ευθυνών και άλλο η δημόσια πολιτική στοχοποίηση συγκεκριμένων προσώπων πριν η Δικαιοσύνη αποφανθεί.
Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένα βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης απέναντι τόσο στο πολιτικό σύστημα όσο και στη Δικαιοσύνη.
Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και ο νέος κύκλος αντιπαράθεσης
Στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διερευνά σοβαρές καταγγελίες σχετικά με τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Η διερεύνηση αυτή είναι απολύτως θεμιτή και επιβεβλημένη, καθώς κάθε ευρώ του Ευρωπαίου φορολογουμένου οφείλει να προστατεύεται.
Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η διερεύνηση και άλλο η πολιτική αξιοποίησή της.
Από τις πρώτες κιόλας ημέρες, η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε από το πραγματικό αντικείμενο της έρευνας στην προσπάθεια εξαγωγής πολιτικών συμπερασμάτων πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι εισαγγελικές διαδικασίες. Δηλώσεις περί «κυβερνητικού σκανδάλου», περί «εγκληματικής οργάνωσης» ή περί «τέλους της κυβέρνησης» προηγήθηκαν της πλήρους αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων.
Η εικόνα αυτή θυμίζει έντονα τη λογική της Novartis: πρώτα η πολιτική ετυμηγορία και ύστερα η δικαστική διαδικασία.
Ο θεσμικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους νέους ευρωπαϊκούς θεσμούς για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ύπαρξή της υπηρετεί έναν απολύτως θεμιτό σκοπό: την αντιμετώπιση της διασυνοριακής απάτης, της διαφθοράς και της κατάχρησης κοινοτικών πόρων.
Ακριβώς όμως επειδή διαθέτει τόσο σημαντικές εξουσίες, η λειτουργία της πρέπει να χαρακτηρίζεται από απόλυτη θεσμική ουδετερότητα αλλά και από την εικόνα της ουδετερότητας.
Στη δημόσια συζήτηση γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ διατυπώθηκαν ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο δημοσιοποίησης πληροφοριών, τις διαρροές προς τα μέσα ενημέρωσης και τη χρονική συγκυρία ορισμένων ενεργειών. Τα ερωτήματα αυτά δεν συνιστούν απόδειξη θεσμικής παρέκκλισης. Συνιστούν όμως εύλογο πεδίο δημόσιου ελέγχου, ιδίως όταν οι ενέργειες ενός υπερεθνικού εισαγγελικού οργάνου έχουν τόσο σημαντικές πολιτικές συνέπειες.
Η ανεξαρτησία ενός θεσμού δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση της δημόσιας λογοδοσίας. Αντιθέτως, όσο μεγαλύτερη είναι η ισχύς του, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η διαφάνεια της λειτουργίας του.
Η αντιπολίτευση και ο πειρασμός της πολιτικής εργαλειοποίησης
Η αντιπολίτευση σε κάθε δημοκρατία έχει καθήκον να ελέγχει την κυβέρνηση. Δεν έχει όμως καθήκον να υποκαθιστά τα δικαστήρια.
Η σπουδή ορισμένων πολιτικών δυνάμεων να παρουσιάσουν την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ ως αδιαμφισβήτητη απόδειξη συνολικής κυβερνητικής ενοχής δημιουργεί εύλογες επιφυλάξεις. Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας θα έπρεπε να έχει διδάξει ότι οι πολιτικές ετυμηγορίες που εκδίδονται πριν από τις δικαστικές αποφάσεις συχνά διαψεύδονται ή, τουλάχιστον, αποδεικνύονται πολύ πιο σύνθετες από όσο αρχικά παρουσιάζονταν.
Η δημοκρατία δεν ενισχύεται όταν κάθε εισαγγελική πράξη μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτικό τεκμήριο ενοχής. Αντιθέτως, υπονομεύεται η ίδια η έννοια του τεκμηρίου αθωότητας.
Η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής
Η μεγαλύτερη ζημία ίσως δεν αφορά ούτε την κυβέρνηση ούτε την αντιπολίτευση.
Αφορά τη σταδιακή μετατόπιση της πολιτικής αντιπαράθεσης από τις ιδέες στις δικογραφίες.
Οι εκλογές κινδυνεύουν να μετατραπούν σε δημοψηφίσματα επί εισαγγελικών φακέλων. Οι πολιτικές αποφάσεις αξιολογούνται όχι μόνο με βάση την αποτελεσματικότητά τους αλλά και με βάση το εάν κάποια στιγμή θα αποτελέσουν αντικείμενο ποινικής διερεύνησης.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι κυβερνήσεις λειτουργούν υπό τον διαρκή φόβο της ποινικής εμπλοκής, οι δημόσιοι λειτουργοί γίνονται ολοένα πιο διστακτικοί στη λήψη αποφάσεων και η διοίκηση παραλύει από τον φόβο της μελλοντικής δίωξης.
Οι διεθνείς επιπτώσεις
Η εικόνα που διαμορφώνεται στο εξωτερικό δεν είναι αμελητέα.
Οι διεθνείς επενδυτές δεν παρακολουθούν τις λεπτομέρειες των ελληνικών πολιτικών αντιπαραθέσεων. Αυτό που βλέπουν είναι διαδοχικές ειδήσεις περί «σκανδάλων», «εισαγγελικών ερευνών», «ευρωπαϊκών διώξεων» και πολιτικών συγκρούσεων.
Ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα κάθε υπόθεσης, η συνεχής αναπαραγωγή μιας εικόνας θεσμικής κρίσης επιβαρύνει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας. Η Ελλάδα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες να αποκαταστήσει την οικονομική και θεσμική της αξιοπιστία μετά τη δεκαετή κρίση, κινδυνεύει να εμφανίζεται εκ νέου ως μια χώρα μόνιμης πολιτικής αστάθειας και διαφθοράς.
Αυτό έχει πραγματικό κόστος: στην εμπιστοσύνη των επενδυτών, στην εικόνα των ευρωπαϊκών θεσμών για τη χώρα και, τελικά, στην ίδια την οικονομία.
Η ανάγκη θεσμικής αυτοσυγκράτησης
Η καταπολέμηση της διαφθοράς δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ως στόχος. Είναι θεμελιώδης προϋπόθεση κάθε κράτους δικαίου.
Το ίδιο όμως ισχύει και για την προστασία των δικαιωμάτων των ερευνώμενων, για το τεκμήριο αθωότητας, για την αποφυγή διαρροών που διαμορφώνουν πολιτικά τετελεσμένα και για τη διάκριση ανάμεσα στη δικαστική έρευνα και την πολιτική αντιπαράθεση.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ακριβώς λόγω του υπερεθνικού χαρακτήρα της, οφείλει να είναι εξαιρετικά προσεκτική ώστε οι ενέργειές της να μη δημιουργούν ούτε την παραμικρή υπόνοια ότι μπορεί να επηρεάζουν τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις ενός κράτους-μέλους. Από την άλλη πλευρά, τα ελληνικά πολιτικά κόμματα οφείλουν να επιδείξουν μεγαλύτερη θεσμική ωριμότητα και να μην αντιμετωπίζουν κάθε δικογραφία ως εκλογικό εργαλείο.
Κατακλείδα
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά την εποχή όπου η πολιτική αντιπαράθεση διεξαγόταν κυρίως στις αίθουσες των δικαστηρίων και στα τηλεοπτικά παράθυρα. Η υπόθεση Novartis άφησε πίσω της βαθιά τραύματα στους θεσμούς και στην εμπιστοσύνη των πολιτών. Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ δεν πρέπει να εξελιχθεί σε μια επανάληψη του ίδιου έργου.
Η πλήρης διερεύνηση κάθε υπόθεσης αποτελεί αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση της Δικαιοσύνης. Όμως εξίσου αδιαπραγμάτευτη είναι η ανάγκη να μην υποκαθίσταται η δικαστική κρίση από την πολιτική προπαγάνδα ούτε να συγχέεται η λογοδοσία με την πολιτική εκμετάλλευση.
Σε μια ώριμη ευρωπαϊκή δημοκρατία, η μάχη κατά της διαφθοράς και η προστασία του κράτους δικαίου δεν είναι αντίπαλες έννοιες· είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και όταν η μία χρησιμοποιείται για να υπονομεύσει την άλλη, ζημιωμένος δεν είναι μόνο ένας πολιτικός χώρος ή μια κυβέρνηση. Ζημιωμένη είναι η ίδια η δημοκρατία και η διεθνής αξιοπιστία της χώρας.
