Οι βαρύτερες μέχρι σήμερα αιχμές κυβερνητικού στελέχους κατά της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας:
• «Γιατί ζητήθηκε άρση ασυλίας μόνο για βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας;»
• «Ενισχύεται η εντύπωση ότι συμμετέχει στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό της χώρας», υποστηρίζει ο γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της ΝΔ.
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ εισέρχεται πλέον σε μια νέα και ιδιαίτερα ευαίσθητη φάση. Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται μόνο η διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων ή οι ποινικές διαστάσεις της υπόθεσης. Στο στόχαστρο τίθεται πλέον και ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ύστερα από τις ιδιαίτερα βαριές αιχμές που διατύπωσε ο γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Κυρανάκης.
Με τη συγκεκριμένη παρέμβασή του δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση των τεσσάρων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας που παραπέμφθηκαν προς διερεύνηση. Αντιθέτως, διατύπωσε ευθέως ερωτήματα για τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αφήνοντας αιχμές ότι συγκεκριμένες επιλογές της δημιουργούν την εικόνα πολιτικής εμπλοκής στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό της Ελλάδας. Πρόκειται για μία από τις πλέον αιχμηρές δημόσιες παρεμβάσεις κορυφαίου κυβερνητικού στελέχους απέναντι στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η επιχειρηματολογία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Οι τοποθετήσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερο βάρος, καθώς δεν στρέφονται κατά της ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως θεσμού. Αντιθέτως, ο Κυρανάκης σπεύδει να υπενθυμίσει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που στήριξαν εξαρχής τη δημιουργία και λειτουργία της, επισημαίνοντας ότι η ίδια η Νέα Δημοκρατία υπερψήφισε τον θεσμό και εξακολουθεί να θεωρεί πως μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά συνέπεια, η κριτική του δεν αφορά –όπως διευκρινίζει– τον θεσμό καθεαυτό, αλλά τις επιλογές που έγιναν στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τα πρόσωπα που τις έλαβαν.
«Δεν κατηγορούνται ούτε για ένα ευρώ»
Πρώτο μέλημα του γραμματέα της Νέας Δημοκρατίας είναι να αποδομήσει την εικόνα που, κατά την άποψή του, δημιουργήθηκε στη δημόσια σφαίρα για τους τέσσερις βουλευτές.
Όπως επισημαίνει, οι Μάξιμος Σενετάκης, Κώστας Σκρέκας, Κατερίνα Παπακώστα και Χρήστος Μπουκώρος δεν κατηγορούνται για προσωπικό οικονομικό όφελος ούτε για παράνομο πλουτισμό.
«Δεν κατηγορούνται για παράνομο πλουτισμό, ούτε για ένα ευρώ», τονίζει χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι η διάσταση αυτή είτε αποσιωπήθηκε είτε υποβαθμίστηκε στον δημόσιο διάλογο. Σύμφωνα με τον ίδιο, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι επρόκειτο για υποθέσεις οικονομικής διαφθοράς, ενώ στην πραγματικότητα –όπως υποστηρίζει– οι σχετικές δικογραφίες αφορούν αποκλειστικά τηλεφωνικές παρεμβάσεις βουλευτών για λογαριασμό αγροτών που θεωρούσαν ότι είχαν αδικηθεί από τις διοικητικές διαδικασίες του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Επιπλέον, επικαλείται στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το συνολικό οικονομικό αντικείμενο όλων των επίμαχων περιπτώσεων δεν υπερβαίνει τις 7.200 ευρώ, ενώ για κάθε επιμέρους αγρότη πρόκειται για ποσά της τάξεως των 1.500 έως 2.000 ευρώ. Μάλιστα επικαλείται συγκεκριμένη περίπτωση παραγωγού που είχε ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία υποβάλλοντας εμπρόθεσμη ένσταση και για τον οποίο βουλευτής επικοινώνησε τηλεφωνικά προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία της υπόθεσης.
Με αυτή την επιχειρηματολογία επιχειρεί να αναδείξει ότι οι διώξεις δεν σχετίζονται με προσωπικό οικονομικό όφελος των βουλευτών αλλά με την άσκηση κοινοβουλευτικών παρεμβάσεων για πολίτες των εκλογικών τους περιφερειών.
Η επιχειρηματολογία αυτή αποτελεί, ωστόσο, μόνο το πρώτο μέρος της παρέμβασής του. Στη συνέχεια, ο τόνος της συνέντευξης γίνεται αισθητά πιο αιχμηρός.
Από την υπεράσπιση στις ευθείες καταγγελίες
Το σημείο όμως όπου η πολιτική αντιπαράθεση αλλάζει επίπεδο είναι η στιγμή κατά την οποία ο Κυρανάκης εγκαταλείπει την υπερασπιστική γραμμή και στρέφει τα βέλη του προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Ερωτηθείς εάν θεωρεί ότι υπάρχει πρόβλημα στη λειτουργία της, η απάντησή του είναι κατηγορηματική.
«Προφανώς και υπάρχει», δηλώνει, προσθέτοντας ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οφείλει να εξηγήσει γιατί ακολούθησε διαφορετική πρακτική έναντι διαφορετικών πολιτικών προσώπων που εμφανίζονται στην ίδια δικογραφία.
Η συγκεκριμένη αποστροφή της συνέντευξης σηματοδοτεί ουσιαστικά τη μετάβαση από την υπεράσπιση των εμπλεκομένων βουλευτών στην ευθεία αμφισβήτηση των επιλογών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Από το σημείο αυτό και έπειτα η συνέντευξη μετατρέπεται ουσιαστικά σε ένα εκτενές κατηγορητήριο για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την υπόθεση ο ευρωπαϊκός εισαγγελικός μηχανισμός.
Το ερώτημα που βάζει στο στόχαστρο την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης διατυπώνει το ερώτημα που, κατά την άποψή του, μεταβάλλει ολόκληρη τη διάσταση της υπόθεσης.
Δεν αμφισβητεί απλώς μία επιμέρους εισαγγελική κρίση. Θέτει υπό αμφισβήτηση την ομοιόμορφη εφαρμογή των ίδιων νομικών κριτηρίων απέναντι σε όλους όσοι αναφέρονται στη δικογραφία.
«Για ποιο λόγο», διερωτάται, «ζητήθηκε άρση ασυλίας μόνο για βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας;».
Ενώ, στη σχετική δικογραφία, περιλαμβάνονται και πολιτικά πρόσωπα που ανήκουν σε άλλα κόμματα, χωρίς όμως να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία ως προς την άρση της βουλευτικής τους ασυλίας. Κατά την εκτίμησή του, η διαφορετική αντιμετώπιση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη και ζητεί δημόσιες εξηγήσεις από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τα κριτήρια με τα οποία λήφθηκαν οι σχετικές αποφάσεις.
Η αναφορά στον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Φραγκίσκο Παρασύρη
Ο Κυρανάκης προχωρά ακόμη περισσότερο, κατονομάζοντας τον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Φραγκίσκο Παρασύρη.
Η επίκληση συγκεκριμένου ονόματος προσδίδει διαφορετική βαρύτητα στην επιχειρηματολογία του, καθώς η κριτική παύει να διατυπώνεται σε γενικό επίπεδο και αποκτά συγκεκριμένο αποδέκτη.
Όπως υποστηρίζει, ο συγκεκριμένος βουλευτής περιλαμβάνεται στη δικογραφία του ΟΠΕΚΕΠΕ και εμφανίζεται σε συνομιλία όπου ασκείται πίεση προς υπηρεσιακούς παράγοντες.
Παρά ταύτα, διερωτάται γιατί δεν ζητήθηκε και στην περίπτωσή του άρση της βουλευτικής ασυλίας.
Η επισήμανση αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς δεν αφορά πλέον μία γενική κριτική περί άνισης μεταχείρισης αλλά μία συγκεκριμένη σύγκριση ανάμεσα σε πρόσωπα που, σύμφωνα με τον Κυρανάκη, βρίσκονται στην ίδια δικογραφία αλλά αντιμετωπίστηκαν διαφορετικά από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Στο σημείο αυτό ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας αφήνει να εννοηθεί ότι η επιλογή αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά με νομικά κριτήρια, αλλά δημιουργεί εύλογα πολιτικά ερωτήματα.
Η αναφορά αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Ο Κυρανάκης επικαλείται και δεύτερο παράδειγμα, προκειμένου να ενισχύσει τον ισχυρισμό περί άνισης μεταχείρισης.
Και αναφορά στον Παύλο Πολάκη
Ανάλογη αναφορά κάνει και στον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Παύλο Πολάκη.
Με την προσθήκη και δεύτερου παραδείγματος από διαφορετικό πολιτικό χώρο, επιχειρεί να ενισχύσει τον βασικό ισχυρισμό του ότι εφαρμόστηκαν διαφορετικά κριτήρια στην ίδια δικογραφία.
Ο Κυρανάκης υποστηρίζει ότι και το όνομα του κ. Πολάκη περιγράφεται στη σχετική δικογραφία και θέτει το ίδιο ακριβώς ερώτημα: γιατί ούτε στη συγκεκριμένη περίπτωση ζητήθηκε άρση ασυλίας.
Με την αναφορά αυτή επιχειρεί να αποδείξει ότι η κριτική του δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο ΠΑΣΟΚ, αλλά αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, εφαρμόστηκαν διαφορετικά μέτρα και σταθμά απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα διαφορετικών κομμάτων.
Πρόκειται για μία επιχειρηματολογία που επανέρχεται σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξής του και αποτελεί τον βασικό κορμό των καταγγελιών του.
Από το σημείο αυτό και μετά η επιχειρηματολογία του παύει να περιορίζεται σε συγκεκριμένα παραδείγματα και αποκτά ευρύτερο θεσμικό χαρακτήρα.
«Ενισχύεται η εντύπωση πολιτικής εμπλοκής»
Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη, η επιλεκτική, όπως τη χαρακτηρίζει, άσκηση διώξεων και η επιλεκτική υποβολή αιτημάτων άρσης ασυλίας «ενισχύει τις φωνές» που θεωρούν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εμπλέκεται στον εσωτερικό πολιτικό ανταγωνισμό της χώρας.
Δεν περιορίζεται όμως σε μία θεωρητική αναφορά. Δηλώνει ρητά ότι αυτή είναι και η προσωπική του εκτίμηση.
Η διατύπωση αυτή αποτελεί ίσως τη βαρύτερη πολιτική κατηγορία ολόκληρης της συνέντευξης, καθώς αποδίδει στις συγκεκριμένες εισαγγελικές επιλογές πολιτικές συνέπειες που υπερβαίνουν την καθαρά δικαστική διάσταση της υπόθεσης.
Η κυβέρνηση είχε ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι ορισμένες δημόσιες παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δημιουργούν πολιτικές εντυπώσεις.
Ο Κυρανάκης όμως προχωρεί ακόμη περισσότερο, συνδέοντας ευθέως τις εισαγγελικές επιλογές με το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και ζητώντας εξηγήσεις για τη διαφορετική μεταχείριση πολιτικών προσώπων.
«Δεν έχουμε πρόβλημα με τον θεσμό»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Κυρανάκης επιχειρεί να αποτρέψει την εντύπωση πως η Νέα Δημοκρατία αμφισβητεί συνολικά τον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Αντίθετα, υπενθυμίζει ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας στήριξε εξαρχής τη δημιουργία του θεσμού και τον υπερψήφισε, σε αντίθεση με άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επέλεξαν να μη συμμετάσχουν.
Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζει, η κριτική δεν στρέφεται κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως θεσμού, αλλά αφορά συγκεκριμένες αποφάσεις που ελήφθησαν στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
«Ο θεσμός μπορεί να λειτουργήσει σωστά», σημειώνει, αφήνοντας όμως ανοικτό το ενδεχόμενο το πρόβλημα να εντοπίζεται στα πρόσωπα που διαχειρίστηκαν τη συγκεκριμένη δικογραφία.
Οι αιχμές για τη Λάουρα Κοβέσι
Η συζήτηση οδηγείται αναπόφευκτα και στο πρόσωπο της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, Λάουρα Κοβέσι.
Οι δημοσιογράφοι τον ρωτούν ευθέως εάν θεωρεί ότι υπάρχει ζήτημα με την ίδια.
Η απάντησή του είναι προσεκτική αλλά αφήνει σαφείς υπαινιγμούς.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ποιος ακριβώς έλαβε τις επίμαχες αποφάσεις και δεν αποκλείει να πρόκειται είτε για την ίδια είτε για τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς που χειρίστηκαν την ελληνική δικογραφία.
Εκείνο όμως που θεωρεί δεδομένο είναι ότι «κάποιο πρόσωπο», όπως λέει χαρακτηριστικά, αποφάσισε να ζητήσει άρση ασυλίας μόνο για βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και όχι για όσους εμφανίζονται επίσης στη δικογραφία από άλλα κόμματα.
Έτσι, χωρίς να αποδίδει προσωπική ευθύνη στη Λάουρα Κοβέσι, μεταφέρει τη συζήτηση στο επίπεδο της διοικητικής και εισαγγελικής ευθύνης, υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις αυτές οφείλουν να εξηγηθούν δημόσια.
Από τις αρχικές καταγγελίες στην αποδυνάμωση της δικογραφίας
Ένα ακόμη σημείο στο οποίο επιμένει ιδιαίτερα είναι η εξέλιξη της ίδιας της δικογραφίας.
Ο Κυρανάκης υπενθυμίζει ότι είχαν διατυπωθεί δημόσιες αναφορές περί ύπαρξης εγκλημάτων, ενώ στη συνέχεια, όπως υποστηρίζει, για εννέα από τις δεκατρείς περιπτώσεις δεν προέκυψε τελικά συνέχεια με τον τρόπο που αρχικά είχε παρουσιαστεί.
Κατά την άποψή του, αυτή η εξέλιξη αποδεικνύει ότι δημιουργήθηκαν ιδιαίτερα βαριές εντυπώσεις εις βάρος συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ουσιαστική αξιολόγηση των στοιχείων.
Η θέση αυτή συνδέεται άμεσα με το επόμενο επιχείρημά του, το οποίο αφορά την προστασία του τεκμηρίου αθωότητας και τα όρια της δημόσιας έκθεσης προσώπων που τελούν ακόμη υπό δικαστική διερεύνηση.
Το ζήτημα του κράτους δικαίου
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία της παρέμβασης του Κωνσταντίνου Κυρανάκη αφορά όχι την πολιτική αντιπαράθεση αυτή καθαυτή, αλλά τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, εφαρμόζονται θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου.
Επικαλείται χαρακτηριστικά τις δημόσιες αναφορές του βουλευτή Χρήστου Μπουκώρου, σύμφωνα με τις οποίες, παρά τη δημοσιοποίηση της δίωξης, δεν είχε ακόμη επιδοθεί το πλήρες κατηγορητήριο που να προσδιορίζει επακριβώς τις αποδιδόμενες πράξεις.
Με αφετηρία αυτό το γεγονός, ο Κυρανάκης διατυπώνει ένα γενικότερο ερώτημα:
Πώς είναι δυνατόν –όπως υποστηρίζει– να δημοσιοποιείται επισήμως ότι ένας πολίτης ή ένας βουλευτής διώκεται ποινικά, όταν ο ίδιος δεν έχει ακόμη λάβει πλήρη γνώση των κατηγοριών που του αποδίδονται;
Κατά την άποψή του, πρόκειται για μία πρακτική που δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και την ορθή λειτουργία του κράτους δικαίου.
Το τεκμήριο αθωότητας στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης
Από εκεί και πέρα ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας μεταφέρει την αντιπαράθεση από το πεδίο των δικαστικών διαδικασιών στο πεδίο της πολιτικής συμπεριφοράς.
Κατά την εκτίμησή του, η αντιπολίτευση –και κυρίως το ΠΑΣΟΚ– αντιμετώπισε τους τέσσερις βουλευτές ως ενόχους πριν ακόμη υπάρξει δικαστική κρίση.
Θεωρεί ότι το τεκμήριο αθωότητας παραβιάστηκε στον δημόσιο λόγο, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί μία εικόνα ενοχής η οποία, όπως υποστηρίζει, δεν αντιστοιχούσε στα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης.
Στην επιχειρηματολογία του επανέρχεται συνεχώς η διάκριση ανάμεσα στη δικαστική διερεύνηση και στην πολιτική ετυμηγορία.
Υποστηρίζει ότι η πρώτη οφείλει να ολοκληρώνεται πριν από τη δεύτερη και ότι οποιαδήποτε αντιστροφή αυτής της σειράς οδηγεί αναπόφευκτα σε δημόσιο διασυρμό ανθρώπων που εξακολουθούν να απολαμβάνουν το τεκμήριο της αθωότητας.
«Αν αθωωθούν, κάποιοι θα πρέπει να ζητήσουν συγγνώμη»
Η επιχειρηματολογία αυτή κορυφώνεται όταν ο Κυρανάκης στρέφει τα βέλη του κατά της αντιπολίτευσης.
Υποστηρίζει ότι, εφόσον οι τέσσερις βουλευτές αθωωθούν από τη Δικαιοσύνη, όσοι τους χαρακτήρισαν συλλήβδην ενόχους θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις ίδιες τις πολιτικές τους δηλώσεις.
Κατά την εκτίμησή του, στην περίπτωση αυτή δεν θα πρόκειται απλώς για μία δικαστική εξέλιξη, αλλά για πολιτική διάψευση της ρητορικής που αναπτύχθηκε γύρω από την υπόθεση.
Γι’ αυτόν τον λόγο υποστηρίζει ότι όσοι χρησιμοποίησαν χαρακτηρισμούς όπως «συμμορία» ή παρουσίασαν τους συγκεκριμένους βουλευτές ως ήδη ενόχους θα όφειλαν, σε περίπτωση αθώωσής τους, να αναγνωρίσουν δημόσια το λάθος τους και να ζητήσουν συγγνώμη.
Δεν περιορίζεται μάλιστα σε μία κομματική αντιπαράθεση, αλλά σημειώνει ότι το ίδιο θα όφειλε να πράξει οποιοσδήποτε πολιτικός χώρος εάν αποδεικνυόταν ότι είχε αδικήσει πολιτικούς αντιπάλους του με πρόωρες και ανακριβείς κρίσεις.
Η ανθρώπινη διάσταση της πολιτικής σύγκρουσης
Από τα πιο φορτισμένα σημεία της συνέντευξης είναι εκείνο όπου ο Κυρανάκης εγκαταλείπει την καθαρά νομική και πολιτική επιχειρηματολογία και αναφέρεται στις προσωπικές συνέπειες που, όπως υποστηρίζει, είχαν οι εξελίξεις για τους ίδιους τους βουλευτές και τις οικογένειές τους.
Περιγράφει μία εικόνα κοινωνικής πίεσης που βίωσαν οι συγγενείς των εμπλεκομένων.
Αναφέρεται σε παιδιά που πήγαιναν καθημερινά στο σχολείο και, όπως λέει, έγιναν αποδέκτες περιστατικών σχολικού εκφοβισμού.
Μιλά για συζύγους, αδέλφια και οικογένειες που βρέθηκαν αντιμέτωποι με σχόλια, υπονοούμενα και κοινωνική αποδοκιμασία στις τοπικές κοινωνίες όπου ζουν.
Κατά τον ίδιο, ιδιαίτερα στις μικρές επαρχιακές κοινωνίες η δημόσια έκθεση έχει πολύ βαρύτερες συνέπειες από ό,τι σε μεγάλα αστικά κέντρα, καθώς η προσωπική και κοινωνική ζωή των πολιτικών προσώπων είναι άμεσα συνδεδεμένη με την καθημερινότητα των συμπολιτών τους.
Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι το πολιτικό κόστος που υπέστησαν οι συγκεκριμένοι βουλευτές δεν περιορίζεται στην κομματική τους εικόνα, αλλά επεκτείνεται στην προσωπική και οικογενειακή τους ζωή.
Μία αντιπαράθεση που ξεπερνά πλέον τον ΟΠΕΚΕΠΕ
Οι παρεμβάσεις του Κωνσταντίνου Κυρανάκη δείχνουν ότι η πολιτική σύγκρουση γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ εισέρχεται σε μία νέα φάση.
Ενώ αρχικά το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στις επιδοτήσεις, στους ελέγχους και στις ευθύνες των εμπλεκομένων, πλέον το επίκεντρο μετατοπίζεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκαν οι διώξεις και στις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Με άλλα λόγια, η δημόσια συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το εάν υπήρξαν παρατυπίες στον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και το κατά πόσο οι θεσμοί που κλήθηκαν να τις διερευνήσουν λειτούργησαν με ενιαία και αμερόληπτα κριτήρια.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αναδείξει ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας, μεταφέροντας την αντιπαράθεση από το πεδίο της ουσίας της δικογραφίας στο πεδίο της θεσμικής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η υπόθεση αποκτά πλέον ευρωπαϊκές διαστάσεις
Οι καταγγελίες αυτές δεν είναι τυχαίες ούτε αποσπασματικές.
Εντάσσονται σε μία ευρύτερη προσπάθεια της κυβερνητικής πλευράς να αμφισβητήσει όχι την ύπαρξη του ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού, αλλά τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκαν, στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αμεροληψίας.
Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση επιμένει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης πρέπει να εξελιχθεί χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις και ότι η Δικαιοσύνη οφείλει να ολοκληρώσει ανεμπόδιστα το έργο της.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η δημόσια αντιπαράθεση αποκτά πλέον και ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς για πρώτη φορά τίθεται τόσο έντονα από κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος ζήτημα αξιολόγησης συγκεκριμένων επιλογών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Το εάν οι αιχμές αυτές θα οδηγήσουν σε περαιτέρω θεσμικές εξηγήσεις ή θα παραμείνουν στο επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των δικαστικών διαδικασιών, αλλά και από τις απαντήσεις που ενδεχομένως θα δώσουν οι αρμόδιοι ευρωπαϊκοί εισαγγελικοί φορείς.
Έως τότε, πάντως, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και πολιτικά φορτισμένα μέτωπα της ελληνικής επικαιρότητας, με τη συζήτηση να μην περιορίζεται πλέον στις αγροτικές επιδοτήσεις, αλλά να επεκτείνεται στη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών, στη σχέση τους με την εθνική πολιτική σκηνή και στα όρια της δικαστικής παρέμβασης σε υποθέσεις υψηλού πολιτικού ενδιαφέροντος.
Το βέβαιο είναι ότι η συζήτηση γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ έχει πλέον μετατοπιστεί. Δεν αφορά μόνο την ουσία της δικογραφίας ούτε αποκλειστικά τις ευθύνες των εμπλεκομένων. Με τις δηλώσεις Κυρανάκη, στο επίκεντρο τίθεται πλέον και ο τρόπος λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο πολιτικής και θεσμικής αντιπαράθεσης που δύσκολα θα κλείσει πριν ολοκληρωθούν οι δικαστικές εξελίξεις.
