Με δύο εκτενείς δημόσιες παρεμβάσεις και τη δημοσιοποίηση εγγράφων που, σύμφωνα με τον ίδιο, φωτίζουν πτυχές της υπόθεσης που δεν είχαν έως σήμερα αναδειχθεί στη δημόσια συζήτηση, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης μεταφέρει το βάρος της συζήτησης από τις κατηγορίες που δέχεται στη νέα επιχειρηματολογία που αναπτύσσει για τον ρόλο του Μάριου Σαλμά. Ποια είναι τα νέα στοιχεία που επικαλείται, τι προκύπτει από τα έγγραφα που δημοσιοποίησε και ποια ζητήματα παραμένουν αντικείμενο πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης;
Εισαγωγή
Η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη και τον ανεξάρτητο βουλευτή Μάριο Σαλμά εισέρχεται σε μια νέα, σαφώς πιο συγκρουσιακή φάση. Μετά τις καταγγελίες που διατύπωσε ο Μάριος Σαλμάς από το βήμα της Βουλής, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την επανεξέταση πτυχών της υπόθεσης Novartis και παρουσιάζοντας στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή του, θεμελιώνουν υπόνοιες για αξιόποινες πράξεις, ο Άδωνις Γεωργιάδης απάντησε με δύο εκτενείς δημόσιες αναρτήσεις, στις οποίες όχι μόνο απορρίπτει κατηγορηματικά τις αιτιάσεις, αλλά προχωρεί και ο ίδιος σε σειρά σοβαρών καταγγελιών κατά του πρώην συναδέλφου του.
Σε αντίθεση με προηγούμενες δημόσιες αντιπαραθέσεις, η νέα παρέμβαση του υπουργού δεν περιορίζεται σε πολιτικά επιχειρήματα ή χαρακτηρισμούς. Συνοδεύεται από τη δημοσιοποίηση εγγράφων, τα οποία ο ίδιος παρουσιάζει ως τεκμήρια υπέρ των ισχυρισμών του. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την πολιτική αντιπαράθεση στην αξιολόγηση συγκεκριμένων εγγράφων και γεγονότων, υποστηρίζοντας ότι αυτά ανατρέπουν την εικόνα που επιχειρεί να δημιουργήσει ο Μάριος Σαλμάς.
Το παρόν άρθρο εξετάζει τις νέες αυτές εξελίξεις με βάση τις δημόσιες αναρτήσεις, τα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν, το ήδη γνωστό ιστορικό της υπόθεσης και τις διαθέσιμες δημόσιες πληροφορίες. Όπου παρουσιάζονται ισχυρισμοί των εμπλεκομένων, αυτοί αποδίδονται ρητά στους ίδιους και διακρίνονται από τα στοιχεία που προκύπτουν από τα δημοσιοποιημένα έγγραφα ή από ήδη γνωστές δικαστικές και πολιτικές εξελίξεις.
Το ιστορικό της αντιπαράθεσης: από τη Βουλή στις δημόσιες αναρτήσεις
Η νέα δημόσια σύγκρουση μεταξύ του Άδωνι Γεωργιάδη και του Μάριου Σαλμά δεν προέκυψε αιφνιδίως. Αποτελεί την κορύφωση μιας αντιπαράθεσης που εξελίχθηκε τις τελευταίες ημέρες, όταν ο ανεξάρτητος πλέον βουλευτής επέλεξε να επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο την υπόθεση Novartis, παρουσιάζοντας από το βήμα της Βουλής στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, δικαιολογούν την επανεξέταση πτυχών της υπόθεσης.
Στην τοποθέτησή του, ο Μάριος Σαλμάς επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, μηνύματα ηλεκτρονικής επικοινωνίας και σύντομα γραπτά μηνύματα (SMS), υποστηρίζοντας ότι αποτελούν ενδείξεις σχέσεων ή ενεργειών που, κατά την άποψή του, χρήζουν περαιτέρω δικαστικής διερεύνησης. Παράλληλα, ζήτησε την επανεξέταση της δικογραφίας ως προς συγκεκριμένα πρόσωπα, διατυπώνοντας σοβαρές αιτιάσεις εις βάρος του υπουργού Υγείας.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης απάντησε ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν είναι νέα, αλλά είχαν περιληφθεί ήδη στην αρχική δικογραφία της υπόθεσης Novartis και είχαν αξιολογηθεί κατά την εισαγγελική διερεύνηση. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα μηνύματα που επικαλέστηκε ο Μάριος Σαλμάς είχαν εξεταστεί από τις αρμόδιες αρχές χωρίς να οδηγήσουν σε άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος του, γεγονός που επικαλείται ως απόδειξη ότι πρόκειται για ήδη γνωστό υλικό και όχι για νέες αποκαλύψεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει επίσης στο γεγονός ότι, όπως υποστηρίζει, η υπόθεση Novartis ως προς το πρόσωπό του έχει ήδη οδηγηθεί στο αρχείο, ενώ υπενθυμίζει τις δικαστικές εξελίξεις που ακολούθησαν σε σχέση με πρόσωπα τα οποία είχαν εμπλακεί στην υπόθεση ως προστατευόμενοι μάρτυρες. Ο υπουργός χρησιμοποιεί τα γεγονότα αυτά για να υποστηρίξει ότι η δημόσια επαναφορά της υπόθεσης εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες και όχι την ανάδειξη νέων αποδεικτικών στοιχείων.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσει και την απόφασή του να απαντήσει όχι μόνο πολιτικά αλλά και δικαστικά. Ήδη από την πρώτη του ανάρτηση δηλώνει ότι οι ισχυρισμοί του Μάριου Σαλμά θα αποτελέσουν αντικείμενο της μεταξύ τους δικαστικής αντιπαράθεσης, υποστηρίζοντας ότι η κρίση για τέτοιου είδους κατηγορίες ανήκει στα δικαστήρια και όχι στη δημόσια σφαίρα ή στις πολιτικές εντυπώσεις.
Το σημείο καμπής
Μέχρι αυτό το σημείο, η αντιπαράθεση κινούνταν στο γνωστό πλαίσιο μιας σκληρής πολιτικής σύγκρουσης. Η ουσιαστική διαφοροποίηση ήρθε όταν ο Άδωνις Γεωργιάδης επέλεξε να δημοσιοποιήσει έγγραφα τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είχαν μέχρι σήμερα αναδειχθεί στη δημόσια συζήτηση και τα οποία θεωρεί ότι αλλάζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να εξεταστεί συνολικά η υπόθεση.
Από εκεί και πέρα, η δημόσια αντιπαράθεση αποκτά δύο παράλληλες διαστάσεις. Η πρώτη αφορά την ουσία των καταγγελιών που διατυπώνει ο Μάριος Σαλμάς εις βάρος του υπουργού. Η δεύτερη αφορά τους νέους ισχυρισμούς που διατυπώνει ο ίδιος ο Άδωνις Γεωργιάδης για τον ρόλο που, κατά την άποψή του, διαδραμάτισαν συγκεκριμένα πρόσωπα κατά την εξέλιξη της υπόθεσης Novartis. Αυτή ακριβώς η δεύτερη διάσταση αποτελεί το νέο στοιχείο της αντιπαράθεσης και είναι εκείνη που μεταφέρει πλέον το βάρος της δημόσιας συζήτησης.
Η νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης
Η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ του Άδωνι Γεωργιάδη και του Μάριου Σαλμά, η οποία είχε ήδη λάβει έντονα χαρακτηριστικά μετά τις δημόσιες καταγγελίες του δεύτερου στη Βουλή, εισήλθε σε νέα φάση όταν ο υπουργός Υγείας επέλεξε να απαντήσει με δύο εκτενείς δημόσιες αναρτήσεις, συνοδευόμενες από έγγραφα που ο ίδιος παρουσίασε ως κρίσιμα τεκμήρια της επιχειρηματολογίας του.
Στην πρώτη ανάρτησή του, ο κ. Γεωργιάδης επιχειρεί να μεταφέρει το επίκεντρο της συζήτησης από τις κατηγορίες που διατυπώνονται εις βάρος του στη συνολική πολιτική και δικαστική διαδρομή της υπόθεσης Novartis. Υποστηρίζει ότι, παρά τη μακρά υπουργική του θητεία και τη διαχείριση σημαντικών χαρτοφυλακίων από το 2019 έως σήμερα, οι πολιτικοί του αντίπαλοι εξακολουθούν να επαναφέρουν, όπως αναφέρει, «το ξαναζεσταμένο φαγητό της Novartis», μια υπόθεση για την οποία επισημαίνει ότι οι σχετικές κατηγορίες εις βάρος του τέθηκαν στο αρχείο, ενώ πρόσωπα που είχαν εμπλακεί ως κατήγοροί του καταδικάστηκαν για συκοφαντική δυσφήμηση.
Στο ίδιο κείμενο απορρίπτει πλήρως τις αιτιάσεις του Μάριου Σαλμά σχετικά με την ερμηνεία συγκεκριμένων μηνυμάτων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της Novartis. Σύμφωνα με τον υπουργό, τα επίμαχα μηνύματα είχαν ήδη αξιολογηθεί από τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές κατά την αρχική διερεύνηση της υπόθεσης και δεν κρίθηκαν ως στοιχεία που στοιχειοθετούσαν αξιόποινη πράξη. Υποστηρίζει ακόμη ότι η επίκλησή τους ως «νέων αποκαλύψεων» συνιστά ανακύκλωση ήδη γνωστού υλικού, το οποίο είχε εξεταστεί κατά το παρελθόν.
Η επιχειρηματολογία του επεκτείνεται και στη δεύτερη δημόσια παρέμβασή του, όπου πλέον δεν περιορίζεται στην απόκρουση των κατηγοριών, αλλά προχωρεί σε σειρά νέων ισχυρισμών για τον ρόλο που, όπως ισχυρίζεται, διαδραμάτισε ο Μάριος Σαλμάς κατά τα πρώτα στάδια της διεθνούς διερεύνησης της υπόθεσης Novartis. Για να στηρίξει τους ισχυρισμούς αυτούς, ο υπουργός δημοσιοποίησε έγγραφα τα οποία παρουσιάζει ως αποδεικτικά στοιχεία της επιχειρηματολογίας του, μεταφέροντας έτσι τη δημόσια αντιπαράθεση από το επίπεδο των πολιτικών δηλώσεων στην ερμηνεία συγκεκριμένων εγγράφων.
Τα έγγραφα που δημοσιοποίησε ο υπουργός και οι ισχυρισμοί που διατυπώνει
Η σημαντικότερη διαφοροποίηση της νέας παρέμβασης του Άδωνι Γεωργιάδη σε σχέση με προηγούμενες δημόσιες αντιπαραθέσεις είναι ότι δεν περιορίστηκε σε πολιτικές απαντήσεις ή προσωπικές αιχμές. Επέλεξε να συνοδεύσει τους ισχυρισμούς του με σειρά εγγράφων, τα οποία δημοσιοποίησε μέσω των επίσημων λογαριασμών του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα παρουσίασε ως στοιχεία που, κατά την άποψή του, τεκμηριώνουν την επιχειρηματολογία του.
Με την επιλογή αυτή, ο υπουργός επιδιώκει να μεταφέρει το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης από τις καταγγελίες που διατυπώνονται εις βάρος του στην αξιολόγηση συγκεκριμένων εγγράφων, υποστηρίζοντας ότι αυτά φωτίζουν μια διαφορετική διάσταση της πολύχρονης υπόθεσης Novartis.
Ανάμεσα στα έγγραφα που έδωσε στη δημοσιότητα περιλαμβάνονται σελίδες αγγλόφωνου νομικού εγγράφου, στο οποίο εμφανίζονται αναφορές σε πρόσωπα που προσδιορίζονται ως «Whistleblower A», «Whistleblower B» και «Whistleblower C», καθώς και σε συμφωνία διακανονισμού (Settlement Agreement).


Απόσπασμα του εγγράφου που δημοσιοποίησε ο Άδωνις Γεωργιάδης και στο οποίο εμφανίζονται οι αναφορές στους “Whistleblower A”, “Whistleblower B” και “Whistleblower C”.
Σε μία από τις σελίδες που δημοσιοποιήθηκαν εμφανίζεται επίσης το όνομα «Dr. Mario Salmasi» σε σημείο του εγγράφου που ο υπουργός επικαλείται ως κρίσιμο για την επιχειρηματολογία του.

Απόσπασμα του ίδιου εγγράφου, όπου εμφανίζεται η αναφορά στο “Dr. Mario Salmasi”.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι εικόνες που δημοσιοποιήθηκαν αποτελούν αποσπάσματα ευρύτερου εγγράφου και όχι το πλήρες κείμενό του.
Ακριβώς πάνω σε αυτά τα δημοσιοποιημένα αποσπάσματα οικοδομεί ο Άδωνις Γεωργιάδης τη νέα επιχειρηματολογία του. Στη δεύτερη ανάρτησή του υποστηρίζει ότι τα έγγραφα αποδεικνύουν πως ο Μάριος Σαλμάς επιχείρησε να ενταχθεί στο αμερικανικό πρόγραμμα προστασίας πληροφοριοδοτών (whistleblowers) κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης Novartis, προσδοκώντας —κατά τον ισχυρισμό του υπουργού— οικονομική ανταμοιβή που προβλέπεται από το σχετικό αμερικανικό θεσμικό πλαίσιο. Ο ίδιος ισχυρίζεται ακόμη ότι η προσπάθεια αυτή δεν ευοδώθηκε, επειδή, όπως αναφέρει, οι αμερικανικές αρχές δεν τον ενέταξαν τελικά στο πρόγραμμα.
Πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρούς ισχυρισμούς, τους οποίους ο υπουργός παρουσιάζει ως ερμηνεία των εγγράφων που δημοσιοποίησε.
Η δεύτερη δέσμη ισχυρισμών
Πέραν των εγγράφων που αφορούν την αμερικανική διάσταση της υπόθεσης, ο Άδωνις Γεωργιάδης προχωρά και σε μια δεύτερη κατηγορία καταγγελιών, οι οποίες σχετίζονται με μεταγενέστερες διοικητικές αποφάσεις και οικονομικές υποχρεώσεις του Μάριου Σαλμά.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει στη δημόσια ανάρτησή του, λίγο πριν από την αποχώρηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία ελήφθη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΠΥΥ, με την οποία, κατά τον ισχυρισμό του, διαγράφηκε οικονομική οφειλή ύψους 176.677,07 ευρώ που αφορούσε τον Μάριο Σαλμά. Ο υπουργός παρουσιάζει το γεγονός αυτό ως στοιχείο που, κατά την άποψή του, εγείρει σοβαρά πολιτικά ερωτήματα και το συνδέει με τη συνολική επιχειρηματολογία του περί της στάσης που τήρησε ο πρώην υπουργός κατά την περίοδο της υπόθεσης Novartis.
Η θέση της άλλης πλευράς και η ανάγκη πλήρους διερεύνησης
Η δημοσιογραφική καταγραφή μιας τόσο σοβαρής δημόσιας αντιπαράθεσης δεν μπορεί να περιορίζεται στην παρουσίαση των ισχυρισμών ενός μόνο εκ των εμπλεκομένων. Για τον λόγο αυτό αναζητήθηκαν οι δημόσιες τοποθετήσεις του Μάριου Σαλμά που αφορούν τόσο τις αρχικές καταγγελίες του όσο και τις δύο μεταγενέστερες αναρτήσεις του Άδωνη Γεωργιάδη.
Οι αρχικές δημόσιες παρεμβάσεις του κ. Σαλμά είναι γνωστές και αποτέλεσαν την αφετηρία της νέας πολιτικής σύγκρουσης (Δημοσιογραφική κάλυψη από Καθημερινή, Πρώτο Θέμα και ΣΚΑΪ). Στο πλαίσιο αυτών υποστήριξε ότι συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης Novartis θα έπρεπε να επανεξεταστούν από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές και διατύπωσε σειρά αιτιάσεων εις βάρος του υπουργού Υγείας, τις οποίες ο τελευταίος απορρίπτει στο σύνολό τους.
Ωστόσο, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των δύο πρόσφατων αναρτήσεων του Άδωνη Γεωργιάδη και τα έγγραφα που εκείνος δημοσιοποίησε, κατά τον χρόνο σύνταξης του παρόντος άρθρου δεν έχει εντοπιστεί δημόσια, αναλυτική απάντηση από τον Μάριο Σαλμά που να αντικρούει ειδικά τους νέους αυτούς ισχυρισμούς.
Η επισήμανση αυτή δεν αποτελεί αξιολογική κρίση υπέρ ή κατά οποιασδήποτε πλευράς. Αντιθέτως, αντανακλά μια βασική αρχή της δημοσιογραφικής δεοντολογίας: κάθε σοβαρός ισχυρισμός πρέπει να συνοδεύεται από τη δυνατότητα απάντησης του προσώπου στο οποίο αναφέρεται και, όταν η απάντηση δεν είναι διαθέσιμη, αυτό οφείλει να δηλώνεται με σαφήνεια.
Μια υπόθεση που ξεπερνά τα πρόσωπα
Πέρα από τη σφοδρή προσωπική αντιπαράθεση μεταξύ δύο πρώην συναδέλφων στον ίδιο πολιτικό χώρο, η νέα αυτή σύγκρουση αναδεικνύει ευρύτερα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών, τη σχέση πολιτικής και Δικαιοσύνης και τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος γύρω από υποθέσεις μεγάλης πολιτικής σημασίας.
Η υπόθεση Novartis υπήρξε μία από τις πλέον πολυσυζητημένες και πολωτικές υποθέσεις της τελευταίας δεκαετίας. Για χρόνια αποτέλεσε αντικείμενο δικαστικών ερευνών, κοινοβουλευτικών αντιπαραθέσεων και έντονων πολιτικών συγκρούσεων. Παράλληλα, οδήγησε σε διαφορετικές δικαστικές εξελίξεις για διαφορετικά πρόσωπα, ενώ αρκετές από τις αρχικές καταγγελίες είτε τέθηκαν στο αρχείο είτε εξελίχθηκαν διαφορετικά από ό,τι είχε αρχικά προβληθεί στον δημόσιο διάλογο. Αυτή η πολυπλοκότητα καθιστά αναγκαία την προσεκτική διάκριση ανάμεσα σε όσα έχουν κριθεί δικαστικά, σε όσα παραμένουν αντικείμενο έρευνας και σε όσα αποτελούν αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επιλογή του Άδωνι Γεωργιάδη να δημοσιοποιήσει τα συγκεκριμένα έγγραφα. Είτε οι ισχυρισμοί του επιβεβαιωθούν είτε αμφισβητηθούν στο μέλλον, η επιλογή αυτή μεταβάλλει το περιεχόμενο της δημόσιας συζήτησης. Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στην ανταλλαγή πολιτικών κατηγοριών, αλλά μεταφέρεται στην ερμηνεία εγγράφων, στην αξιολόγηση πραγματικών περιστατικών και στη διερεύνηση των γεγονότων από τους αρμόδιους θεσμούς.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια η δημοσιοποίηση εγγράφων δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει την ορθότητα των ισχυρισμών που τα συνοδεύουν. Η αυθεντικότητα, η πληρότητα, το πραγματικό περιεχόμενο και η αποδεικτική αξία κάθε εγγράφου αποτελούν ζητήματα που κρίνονται στο κατάλληλο θεσμικό και, όπου απαιτείται, δικαστικό πλαίσιο. Η δημοσιογραφία οφείλει να παρουσιάζει τα στοιχεία, να αποδίδει τους ισχυρισμούς σε εκείνους που τους διατυπώνουν και να αποφεύγει την υποκατάσταση της δικαστικής κρίσης.
Η υπόθεση αυτή υπενθυμίζει επίσης ότι η διαφάνεια και η λογοδοσία αποτελούν υποχρέωση όλων των δημόσιων προσώπων, ανεξάρτητα από την πολιτική τους ένταξη. Όταν διατυπώνονται σοβαρές καταγγελίες, η θεσμική διερεύνησή τους αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Αντίστοιχα, όταν διατυπώνονται σοβαροί αντίθετοι ισχυρισμοί και δημοσιοποιούνται έγγραφα προς υποστήριξή τους, η αξιολόγησή τους πρέπει να γίνεται με την ίδια νηφαλιότητα και τους ίδιους κανόνες τεκμηρίωσης.
Επίλογος
Η νέα αντιπαράθεση ανάμεσα στον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Μάριο Σαλμά καταδεικνύει ότι η υπόθεση Novartis εξακολουθεί, αρκετά χρόνια μετά την έναρξή της, να επηρεάζει τον δημόσιο και πολιτικό διάλογο στην Ελλάδα. Παρότι η δικαστική διερεύνηση έχει οδηγήσει σε συγκεκριμένες εξελίξεις για πολλές από τις επιμέρους πτυχές της υπόθεσης, οι πολιτικές της προεκτάσεις εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιπαραθέσεις και να επαναφέρουν στο προσκήνιο παλαιά αλλά και νέα ερωτήματα.
Οι δύο πρόσφατες δημόσιες αναρτήσεις του υπουργού Υγείας, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που ο ίδιος επέλεξε να δημοσιοποιήσει, προσθέτουν νέα στοιχεία στη δημόσια συζήτηση και μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από τις αρχικές καταγγελίες στην ερμηνεία του περιεχομένου τους και στη σημασία που μπορεί να έχουν για τη συνολική εικόνα της υπόθεσης. Από την άλλη πλευρά, οι ισχυρισμοί που διατυπώνονται από κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης και, όπου απαιτείται, θεσμικής αξιολόγησης.
Η αντιπαράθεση που άνοιξε εκ νέου γύρω από την υπόθεση Novartis δεν πρόκειται να κριθεί ούτε στις αναρτήσεις των κοινωνικών δικτύων ούτε στην ένταση της πολιτικής σύγκρουσης. Οι δημόσιοι ισχυρισμοί, τα έγγραφα που παρουσιάζονται και οι απαντήσεις που δίνονται αποκτούν πραγματική σημασία μόνο όταν αξιολογούνται μέσα από τις θεσμικές διαδικασίες του κράτους δικαίου.
Μέχρι τότε, υποχρέωση της δημοσιογραφίας είναι να παρουσιάζει με ακρίβεια τα γεγονότα, να διακρίνει τις αποδεδειγμένες πληροφορίες από τους ισχυρισμούς, να αποδίδει με σαφήνεια τις θέσεις όλων των εμπλεκομένων και να επιτρέπει στον αναγνώστη να διαμορφώνει τη δική του κρίση στη βάση τεκμηριωμένων στοιχείων και όχι πολιτικών εντυπώσεων.
