Η εισαγγελική πρόταση άνοιξε νέο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης – Οι αιχμές για πολιτικούς αρχηγούς, μέσα ενημέρωσης και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης
Νέα διάσταση στην πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την τραγωδία των Τεμπών έδωσε η δημόσια παρέμβαση του Άρη Πορτοσάλτε, με αφορμή την εισαγγελική πρόταση για την παραπομπή του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου, του πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κώστα Αγοραστού και ακόμη τριών υπηρεσιακών παραγόντων για τους χειρισμούς που έγιναν στον χώρο της τραγωδίας.
Ο δημοσιογράφος απέφυγε να τοποθετηθεί επί της ουσίας της εισαγγελικής πρότασης, επισημαίνοντας ότι η αξιολόγηση των στοιχείων αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης. Παράλληλα, όμως, διατύπωσε μία από τις πιο εκτενείς και αιχμηρές πολιτικές παρεμβάσεις του σχετικά με τον τρόπο που, κατά την γνώμη του, εξελίχθηκε η δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση των Τεμπών τα δύο τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η υπόθεση έπαψε σταδιακά να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης και μετατράπηκε σε πεδίο έντονης πολιτικής και επικοινωνιακής αντιπαράθεσης. Όπως υποστήριξε, στη δημόσια συζήτηση κυριάρχησαν θεωρίες περί οργανωμένης συγκάλυψης, παράνομου φορτίου, ξυλολίου και άλλων εύφλεκτων υλικών, οι οποίες παρουσιάστηκαν επί μακρόν ως δεδομένες, πολύ πριν ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.
Ο Άρης Πορτοσάλτε υποστήριξε ότι η αναζήτηση των πραγματικών ευθυνών δεν πρέπει να συγχέεται με πολιτικές εκτιμήσεις ή επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις, επαναλαμβάνοντας ότι η τελική κρίση ανήκει αποκλειστικά στις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Με αφετηρία αυτή τη θέση, ανέπτυξε μία συνολική κριτική τόσο για τους χειρισμούς που ακολούθησαν την τραγωδία όσο και για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, διαμορφώθηκε το δημόσιο αφήγημα γύρω από αυτήν.
«Δεν υπήρχε πρωτόκολλο» – Η διάκριση ανάμεσα στις επιχειρησιακές αστοχίες και τη θεωρία της συγκάλυψης
Κεντρικός άξονας της παρέμβασής του αποτέλεσε η διάκριση ανάμεσα στις επιχειρησιακές αστοχίες που σημειώθηκαν, κατά την άποψή του, τις πρώτες ώρες μετά τη σύγκρουση των τρένων και στους ισχυρισμούς περί οργανωμένης συγκάλυψης.
Ο δημοσιογράφος αναγνώρισε ότι έγιναν λάθη στη διαχείριση του τόπου της τραγωδίας και ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν λειτούργησαν βάσει ενός προκαθορισμένου επιχειρησιακού σχεδίου. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν διέθετε τότε πρωτόκολλο αντιμετώπισης ενός τόσο εκτεταμένου σιδηροδρομικού δυστυχήματος και ότι οι πρώτες δυνάμεις που έφθασαν στο σημείο είχαν ως μοναδική προτεραιότητα τον απεγκλωβισμό των επιζώντων, την ανάσυρση των θυμάτων και την αντιμετώπιση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.
Κατά την εκτίμησή του, η απουσία συγκεκριμένου πρωτοκόλλου εξηγεί σημαντικό μέρος των ενεργειών που ακολούθησαν στον χώρο του δυστυχήματος. Για τον λόγο αυτό υποστήριξε ότι άλλο ζήτημα αποτελεί η διερεύνηση πιθανών επιχειρησιακών, διοικητικών ή ακόμη και ποινικών ευθυνών για τους χειρισμούς εκείνων των ημερών και άλλο η εξαγωγή του συμπεράσματος ότι υπήρξε οργανωμένο σχέδιο συγκάλυψης.
Στο ίδιο πλαίσιο επικαλέστηκε τη διαχείριση μεγάλων σιδηροδρομικών δυστυχημάτων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υποστηρίζοντας ότι και εκεί πραγματοποιούνται τεχνικές παρεμβάσεις στον χώρο του δυστυχήματος για να καταστεί δυνατή η διάσωση, η απομάκρυνση των βαγονιών και η συνέχιση των ερευνών. Όπως ξεκαθάρισε, τέτοιες ενέργειες δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη πρόθεσης συγκάλυψης, ενώ επανέλαβε ότι, εφόσον η Δικαιοσύνη διαπιστώσει ευθύνες για τους συγκεκριμένους χειρισμούς, αυτές πρέπει να διερευνηθούν πλήρως.
Η κριτική του προς την αντιπολίτευση και τα μέσα ενημέρωσης
Σημαντικό μέρος της παρέμβασής του αφιερώθηκε στην κριτική που άσκησε για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, διαμορφώθηκε το δημόσιο αφήγημα γύρω από την τραγωδία των Τεμπών.
Ο Άρης Πορτοσάλτε υποστήριξε ότι επί δύο χρόνια εξελίχθηκε μία συντονισμένη πολιτική και επικοινωνιακή εκστρατεία, η οποία οδήγησε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης να θεωρεί δεδομένη την ύπαρξη οργανωμένης κυβερνητικής συγκάλυψης πριν ακόμη ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Όπως τόνισε, στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν τόσο πολιτικοί αρχηγοί όσο και τμήμα των μέσων ενημέρωσης, τα οποία αναπαρήγαγαν επίμονα θεωρίες περί παράνομου φορτίου, ξυλολίου και οργανωμένης συγκάλυψης, παρουσιάζοντάς τες συχνά ως αποδεδειγμένα γεγονότα. Αναφέρθηκε επίσης σε διάφορους τεχνικούς συμβούλους που συμμετείχαν σε τηλεοπτικές εκπομπές, σχεδιάζοντας υποτιθέμενα παράνομα φορτία πάνω σε μακέτες, ενώ τώρα έχουν… εξαφανιστεί από το προσκήνιο, υποστηρίζοντας ότι οι δημόσιες παρεμβάσεις τους ενίσχυσαν την πεποίθηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας ότι τα συγκεκριμένα σενάρια είχαν ήδη επιβεβαιωθεί.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρωθεί στις πραγματικές αιτίες της τραγωδίας, στις διαχρονικές αδυναμίες του ελληνικού σιδηροδρόμου και στις ευθύνες που οδήγησαν στη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών, μετατοπίστηκε σταδιακά γύρω από το αφήγημα της συγκάλυψης. Υποστήριξε ότι η πολιτική αντιπαράθεση επένδυσε σε αυτή τη θεματολογία, υιοθετώντας ισχυρισμούς που δεν είχαν ακόμη επιβεβαιωθεί από τη δικαστική διαδικασία και δημιουργώντας την εντύπωση ότι η υπόθεση είχε ήδη κριθεί στο πολιτικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε ονομαστικά στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη και στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτη Φάμελλο, εκτιμώντας ότι οι δημόσιες παρεμβάσεις τους ενίσχυσαν το συγκεκριμένο αφήγημα.
Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, ο δημοσιογράφος έκανε λόγο για συστηματική χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Όπως ανέφερε, επί δύο χρόνια η ελληνική κοινωνία εκτέθηκε καθημερινά σε αφηγήματα που παρουσίαζαν τη συγκάλυψη ως βεβαιότητα πριν ακόμη ολοκληρωθεί η αποδεικτική διαδικασία. Επικαλέστηκε μάλιστα δημοσκοπήσεις της περιόδου, σύμφωνα με τις οποίες περίπου οκτώ στους δέκα πολίτες είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι υπήρξε συγκάλυψη, υποστηρίζοντας ότι το εύρημα αυτό αποτύπωνε κυρίως την επίδραση της συνεχούς πολιτικής και επικοινωνιακής αναπαραγωγής των ίδιων ισχυρισμών και όχι δικαστικά τεκμηριωμένα συμπεράσματα.
Αναφερόμενος ειδικότερα στους ισχυρισμούς περί παράνομου φορτίου και ξυλολίου, υποστήριξε ότι οι σχετικές θεωρίες προβλήθηκαν επίμονα από πολιτικά πρόσωπα, δημόσιους σχολιαστές και τηλεοπτικές εκπομπές, ενώ παρέμεναν, κατά την εκτίμησή του, υποθέσεις που δεν είχαν επιβεβαιωθεί από τη δικαστική έρευνα. Σημείωσε ότι η δημοσιοποίηση των βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας αποδυνάμωσε ουσιαστικά το συγκεκριμένο αφήγημα, καθώς από το οπτικό υλικό δεν προέκυπταν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη παράνομου φορτίου. Για τον λόγο αυτό απέδωσε σοβαρές ευθύνες σε όσους, όπως είπε, επέμειναν επί μακρόν στην προβολή αυτών των θεωριών, θεωρώντας ότι συνέβαλαν στην ενίσχυση της δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς και στη δικαστική διαδικασία.
«Η Δικαιοσύνη αποφασίζει, όχι η πολιτική αντιπαράθεση»
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα στα οποία επανήλθε επανειλημμένα ο Άρης Πορτοσάλτε ήταν ότι η απονομή της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να υποκαθίσταται από την πολιτική αντιπαράθεση ούτε από τις τηλεοπτικές συζητήσεις.
Υποστήριξε ότι μόνο οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές είναι αρμόδιες να αξιολογήσουν το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, να αποφανθούν για την ύπαρξη ή μη ποινικών ευθυνών και να κρίνουν ποια πρόσωπα πρέπει να λογοδοτήσουν ενώπιον της Δικαιοσύνης. Τόνισε κατηγορηματικά ότι ούτε οι δημοσκοπήσεις ούτε η ένταση της δημόσιας αντιπαράθεσης μπορούν να υποκαταστήσουν τη δικαστική κρίση ή να λειτουργήσουν ως απόδειξη της ορθότητας οποιασδήποτε πλευράς.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ύπαρξη εισαγγελικών προτάσεων, διώξεων ή άλλων δικονομικών εξελίξεων δεν πρέπει να χρησιμοποιείται επιλεκτικά για την επιβεβαίωση προαποφασισμένων πολιτικών συμπερασμάτων. Αντίθετα, υποστήριξε ότι κάθε στάδιο της διαδικασίας οφείλει να αξιολογείται αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο της δικαστικής έρευνας, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες, επικοινωνιακές υπερβολές ή πρόωρες ετυμηγορίες.
Η τελική αποτίμηση της παρέμβασης του Άρη Πορτοσάλτε
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, ο Άρης Πορτοσάλτε επανέλαβε ότι η πλήρης διερεύνηση της τραγωδίας των Τεμπών και η απόδοση τυχόν ευθυνών αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης. Υποστήριξε ότι όλες οι ενδεχόμενες επιχειρησιακές, διοικητικές ή ποινικές ευθύνες πρέπει να διερευνηθούν μέχρι τέλους, χωρίς εξαιρέσεις, αλλά και χωρίς να συγχέονται με πολιτικά συμπεράσματα που προηγούνται της δικαστικής κρίσης.
Κατά την άποψή του, το βασικό χαρακτηριστικό της δημόσιας συζήτησης που ακολούθησε την τραγωδία ήταν η σύγχυση ανάμεσα στη διερεύνηση πιθανών λαθών και στην προεξόφληση της ύπαρξης οργανωμένου σχεδίου συγκάλυψης. Υποστήριξε ότι η ταύτιση αυτών των δύο διαφορετικών εννοιών οδήγησε στην παραγωγή πολιτικών συμπερασμάτων πριν ακόμη ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία, εντείνοντας την πόλωση και επηρεάζοντας καθοριστικά τον δημόσιο διάλογο.
Στο συνολικό συμπέρασμα της παρέμβασής του διατύπωσε μία ευρύτερη πολιτική καταγγελία για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, εξελίχθηκε η δημόσια συζήτηση επί δύο χρόνια. Υποστήριξε ότι πολιτικοί αρχηγοί, μέσα ενημέρωσης, τηλεοπτικοί σχολιαστές και τεχνικοί σύμβουλοι (που πλέον έχουν… εξαφανιστεί) συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός αφηγήματος που παρουσίαζε ως δεδομένη την ύπαρξη συγκάλυψης, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό την κοινή γνώμη και μετατρέποντας μία υπόθεση που βρισκόταν σε εξέλιξη ενώπιον της Δικαιοσύνης σε μείζον πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η βασική θέση που διατρέχει ολόκληρη την παρέμβασή του είναι ότι η αναζήτηση της αλήθειας και των πραγματικών ευθυνών για την τραγωδία των Τεμπών πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στα στοιχεία που θα αξιολογήσουν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές και όχι σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, επικοινωνιακές εκστρατείες ή πρόωρες δημόσιες ετυμηγορίες.
Νομική επισήμανση
Αξίζει να επισημανθεί ότι η δημόσια συζήτηση που αναλύεται στο παρόν άρθρο πραγματοποιήθηκε με αφορμή την εισαγγελική πρόταση σχετικά με την υπόθεση των Τεμπών. Ωστόσο, από νομικής απόψεως, η εισαγγελική πρόταση αποτελεί ένα πρωταρχικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας και δεν συνιστά οριστική δικαστική κρίση ούτε προδικάζει την τελική έκβαση της υπόθεσης.
Η τελική απόφαση για το εάν θα παραπεμφθούν ή όχι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα στο Ειδικό Δικαστήριο ανήκει αποκλειστικά στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο θα αξιολογήσει το σύνολο της δικογραφίας και θα αποφανθεί εάν υπάρχουν οι αναγκαίες νομικές προϋποθέσεις και επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τους.
Κατά συνέπεια, κάθε δημόσια τοποθέτηση ή πολιτική εκτίμηση που διατυπώνεται στο παρόν στάδιο —είτε υποστηρίζει είτε απορρίπτει την ύπαρξη ποινικών ευθυνών— παραμένει κατ’ ανάγκην προσωρινή και επισφαλής, καθώς η τελική κρίση ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη και δεν μπορεί να προεξοφληθεί πριν από την έκδοση του σχετικού δικαστικού βουλεύματος.
