Οι εκλογές δεν διεξάγονται απλώς για να αποτυπωθούν εκλογικά ποσοστά. Διεξάγονται για να προκύψει κυβέρνηση
Η σταθερότητα δεν είναι σύνθημα· είναι προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας
Η φράση «Καληνύχτα και καλή τύχη» έγινε γνωστή από την ομώνυμη ταινία του Τζορτζ Κλούνεϊ. Στην ελληνική πολιτική συγκυρία, όμως, αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν αφορά μια κινηματογραφική αφήγηση, αλλά το ερώτημα που θα κυριαρχήσει στην πορεία προς τις επόμενες εθνικές εκλογές: ποιος μπορεί πραγματικά να κυβερνήσει τη χώρα;
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη περί μιας ενδεχόμενης «κυβέρνησης ειδικού σκοπού», στην οποία θα συνέπρατταν πολιτικές δυνάμεις με εκ διαμέτρου αντίθετες ιδεολογικές αφετηρίες, δεν αποτελούν απλώς μια επικοινωνιακή επιλογή. Αποτυπώνουν τη στρατηγική με την οποία η Νέα Δημοκρατία σκοπεύει να εισέλθει στην προεκλογική περίοδο: να παρουσιάσει την αυτοδυναμία ως τη μοναδική ασφαλή επιλογή απέναντι σε ένα σχήμα ετερόκλητων συνεργασιών.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν αυτή η στρατηγική θα χρησιμοποιηθεί. Είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει τον βασικό κορμό της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Η κυβερνησιμότητα ως πολιτικό κεφάλαιο
Σε κάθε δημοκρατία, οι εκλογές δεν διεξάγονται απλώς για να αποτυπωθούν εκλογικά ποσοστά. Διεξάγονται για να προκύψει κυβέρνηση.
Όταν η κοινωνία αισθάνεται ότι το διεθνές περιβάλλον γίνεται ολοένα πιο ασταθές, όταν οι γεωπολιτικές εξελίξεις είναι απρόβλεπτες, όταν η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, η κυβερνησιμότητα μετατρέπεται από πολιτικό σύνθημα σε κρίσιμο εθνικό ζητούμενο.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών καταγράφουν μια σταθερή προτίμηση σημαντικού μέρους των πολιτών προς κυβερνήσεις με σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ανεξάρτητα από την κομματική τους προτίμηση, πολλοί ψηφοφόροι θεωρούν ότι η δυνατότητα λήψης αποφάσεων χωρίς παρατεταμένες διαπραγματεύσεις αποτελεί στοιχείο πολιτικής σταθερότητας.
Η αριθμητική της πολιτικής δεν αρκεί
Η θεωρητική δυνατότητα συγκρότησης μιας κυβέρνησης συνεργασίας δεν ταυτίζεται με την πραγματική δυνατότητα αποτελεσματικής διακυβέρνησης.
Μια κυβέρνηση που θα στηρίζεται σε κόμματα με διαφορετικές ή ακόμη και αντικρουόμενες θέσεις στην οικονομία, στην εξωτερική πολιτική, στη μεταναστευτική πολιτική ή στους θεσμούς θα καλείται καθημερινά να επιλύει εσωτερικές αντιφάσεις πριν ακόμη αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας.
Η εμπειρία δείχνει ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας μπορούν να λειτουργήσουν όταν υπάρχει κοινό πολιτικό πρόγραμμα, κοινή στρατηγική και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Όταν όμως η μοναδική συγκολλητική ουσία είναι η απομάκρυνση ενός πολιτικού αντιπάλου, τότε η κυβερνητική σταθερότητα μετατρέπεται σε εύθραυστο οικοδόμημα.
Οι γεωπολιτικές συνθήκες δεν επιτρέπουν πειραματισμούς
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μία από τις πλέον απαιτητικές γεωπολιτικές περιόδους των τελευταίων δεκαετιών.
Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, η συνεχιζόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή ασφάλεια και η ευρωπαϊκή οικονομική αβεβαιότητα απαιτούν κυβέρνηση που να μπορεί να λαμβάνει γρήγορες και συνεκτικές αποφάσεις.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε παρατεταμένη εσωτερική διαπραγμάτευση μεταξύ εταίρων με διαφορετικές στρατηγικές αντιλήψεις θα μπορούσε να εξελιχθεί σε παράγοντα αποδυνάμωσης της διεθνούς θέσης της χώρας.
Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με συμβιβασμούς της τελευταίας στιγμής ούτε με συνεχείς εσωτερικές διαβουλεύσεις που καθυστερούν κρίσιμες αποφάσεις.
Το πραγματικό δίλημμα
Η δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζεται με υπερβολικούς τόνους. Ωστόσο, πίσω από την πολιτική αντιπαράθεση υπάρχει ένα πραγματικό ερώτημα: Μπορεί να υπάρξει σταθερή διακυβέρνηση χωρίς σαφή πολιτική πλειοψηφία;
Η απάντηση δεν είναι πάντοτε ίδια ούτε προκύπτει από ιδεολογικές βεβαιότητες. Εξαρτάται από τους συσχετισμούς, από τη δυνατότητα προγραμματικής σύγκλισης και από το διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει μια κυβέρνηση.
Στη σημερινή συγκυρία, όμως, είναι εύλογο να υποστηριχθεί ότι η πολιτική σταθερότητα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Όχι επειδή αποτελεί προεκλογικό σύνθημα, αλλά επειδή συνδέεται άμεσα με την οικονομική εμπιστοσύνη, τη διεθνή αξιοπιστία και την εθνική ασφάλεια.
Κατακλείδα
Η προεκλογική περίοδος που έρχεται δεν θα κριθεί μόνο από την αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου ή από τις αδυναμίες της αντιπολίτευσης.
Θα κριθεί κυρίως από το ποιο πολιτικό σχέδιο πείθει ότι μπορεί να κυβερνήσει αποτελεσματικά την Ελλάδα μέσα σε ένα ιδιαίτερα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι μόνο κομματική. Είναι θεσμική και εθνική.
Διότι η δημοκρατία δεν απαιτεί απλώς εκλογές. Απαιτεί και κυβέρνηση που να μπορεί να κυβερνήσει.
