Η απουσία πρώην πρωθυπουργών και κοινοβουλευτικών κομμάτων από τη δεξίωση της 24ης Ιουλίου δεν αποτελεί μήνυμα προς την κυβέρνηση, αλλά μια λανθασμένη υποβάθμιση της κορυφαίας θεσμικής επετείου της Μεταπολίτευσης
Η μία ημέρα που δεν ανήκει σε κανένα κόμμα
Υπάρχουν ημέρες που η πολιτική οφείλει να σωπαίνει μπροστά στην Ιστορία.
Η 24η Ιουλίου είναι μία από αυτές.
Δεν είναι μια ημερομηνία που ανήκει σε μια κυβέρνηση, ούτε σε μια αντιπολίτευση. Δεν ανήκει στη Νέα Δημοκρατία, στο ΠΑΣΟΚ, στον ΣΥΡΙΖΑ ή σε οποιοδήποτε άλλο κόμμα.
Ανήκει στη Δημοκρατία.
Είναι η ημέρα κατά την οποία η Ελληνική Δημοκρατία τιμά την αποκατάσταση της ελευθερίας και της συνταγματικής νομιμότητας μετά την επτάχρονη δικτατορία. Είναι η ημέρα κατά την οποία οι πολιτικές διαφορές οφείλουν να υποχωρούν μπροστά στον κοινό σεβασμό προς τους θεσμούς.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο δεν αποτελεί δεξίωση του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας ούτε του εκάστοτε Πρωθυπουργού.
Είναι η δεξίωση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Και αυτό κάνει τις φετινές απουσίες ακόμη πιο προβληματικές.
Η επέτειος της 24ης Ιουλίου δεν τιμά απλώς μια πολιτειακή μεταβολή. Υπενθυμίζει τη λήξη μιας σκοτεινής περιόδου αυταρχισμού, την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον σχηματισμό της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και την αποκατάσταση της δημοκρατικής και συνταγματικής ομαλότητας. Η Μεταπολίτευση υπήρξε μια εθνική αφετηρία, όχι μια κομματική νίκη. Γι’ αυτό και η επέτειός της δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη πολιτική εκδήλωση.
Οι απουσίες που εξέπεμψαν λάθος μήνυμα
Από την κορυφαία αυτή θεσμική εκδήλωση απουσίασαν οι πρώην πρωθυπουργοί Αντώνης Σαμαράς, Κώστας Καραμανλής και Αλέξης Τσίπρας, ενώ η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, με απόφαση που ανακοίνωσε η πρόεδρός της Ρένα Δούρου, επέλεξε επίσης να μην παραστεί. Παράλληλα, από τη δεξίωση απουσίαζαν και αρχηγοί κοινοβουλευτικών κομμάτων, ενώ αντίθετα παρέστησαν, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας και ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτης Φάμελλος. Οι παρουσίες και οι απουσίες αυτές καταγράφηκαν τόσο στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ όσο και σε δημοσιογραφικές αναφορές της ημέρας.
Ασφαλώς, κάθε πολιτικός έχει το δικαίωμα να αποφασίσει αν θα συμμετάσχει ή όχι σε μια εκδήλωση.
Το δικαίωμα, όμως, δεν εξαντλεί τη συζήτηση.
Διότι ορισμένες επιλογές αποκτούν βαρύ θεσμικό συμβολισμό.
Και όταν αυτές γίνονται από πρώην πρωθυπουργούς, αρχηγούς κοινοβουλευτικών κομμάτων ή άλλες κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες, δεν αφορούν πλέον μόνο τους ίδιους.
Αφορούν το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία.
Δεν τιμάται η κυβέρνηση. Τιμάται η Δημοκρατία
Είναι θεμελιώδες να γίνει μια διάκριση.
Η παρουσία στη δεξίωση της 24ης Ιουλίου δεν συνιστά ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.
Δεν αποτελεί πολιτική επιδοκιμασία του εκάστοτε Πρωθυπουργού.
Δεν σημαίνει αποδοχή της κυβερνητικής πολιτικής.
Σημαίνει κάτι πολύ βαθύτερο.
Σημαίνει αναγνώριση ότι η Δημοκρατία είναι ανώτερη από τις κυβερνήσεις, τα κόμματα και τις προσωπικές αντιπαραθέσεις.
Όποιος συγχέει τη δεξίωση της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας με μια κομματική εκδήλωση, στην πραγματικότητα υποβαθμίζει τον ίδιο τον θεσμό που τιμάται εκείνη την ημέρα.
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν.
Οι αντιπολιτεύσεις αλλάζουν.
Οι πολιτικοί συσχετισμοί μεταβάλλονται.
Η Δημοκρατία, όμως, παραμένει το κοινό θεμέλιο όλων.
Οι θεσμοί δεν ταυτίζονται με τα πρόσωπα
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της σύγχρονης πολιτικής είναι η σύγχυση των θεσμών με τα πρόσωπα που τους υπηρετούν.
Άλλο ο εκάστοτε Πρωθυπουργός.
Άλλο ο θεσμός του Πρωθυπουργού.
Άλλο ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Άλλο η Προεδρία της Δημοκρατίας.
Όποιος επιλέγει να απουσιάσει από την κορυφαία επέτειο της Δημοκρατίας επειδή διαφωνεί με τα πρόσωπα της συγκυρίας, κινδυνεύει να εκπέμψει το μήνυμα ότι απορρίπτει έναν θεσμό, ενώ στην πραγματικότητα διαφωνεί με τους προσωρινούς φορείς του.
Και αυτή είναι μια διάκριση που μια ώριμη δημοκρατία δεν πρέπει ποτέ να χάνει.
Το παράδειγμα οφείλουν να το δίνουν οι κορυφαίοι θεσμικοί παράγοντες
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας, στην ομιλία του κατά τη δεξίωση, υπενθύμισε ότι η προηγούμενη δεκαετία δίδαξε πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει ο πολιτικός διχασμός και τόνισε ότι οι πολιτικοί δεν μπορούν να ζητούν από τους πολίτες σύνεση και ενότητα, αν οι ίδιοι δεν δίνουν πρώτοι το παράδειγμα.
Δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει.
Και ποιοι, άραγε, οφείλουν περισσότερο να δίνουν αυτό το παράδειγμα;
Πρωτίστως όσοι υπηρέτησαν στα ανώτατα αξιώματα της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Οι πρώην πρωθυπουργοί δεν είναι απλώς πρώην κομματικοί αρχηγοί.
Αποτελούν μέρος της θεσμικής συνέχειας του κράτους.
Είναι άνθρωποι που άσκησαν την ύψιστη εκτελεστική εξουσία της χώρας και, ακόμη και μετά την αποχώρησή τους από το αξίωμα, συνεχίζουν να φέρουν ένα ιδιαίτερο θεσμικό βάρος. Η κοινωνία εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει ως πρόσωπα με αυξημένη ευθύνη απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Οι αρχηγοί των κοινοβουλευτικών κομμάτων δεν εκπροσωπούν μόνο τους ψηφοφόρους τους.
Εκπροσωπούν θεσμικά τη λειτουργία του ίδιου του Κοινοβουλίου.
Ακριβώς γι’ αυτό, η παρουσία τους σε μια τέτοια ημέρα δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από πολιτικές διαφωνίες ή προσωπικές επιλογές.
Η Δημοκρατία δεν μπορεί να γίνεται πεδίο συμβολικών αποχών
Η πολιτική αντιπαράθεση είναι απαραίτητη.
Η αυστηρή κριτική είναι αναγκαία.
Οι διαφωνίες αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο κάθε ζωντανής δημοκρατίας.
Υπάρχει όμως μία ημέρα στις τριακόσιες εξήντα πέντε του χρόνου που αξίζει να αφήνονται στην άκρη οι προσωπικές πικρίες, οι κομματικοί υπολογισμοί και οι πολιτικές σκοπιμότητες.
Αυτό δεν είναι ένδειξη συμβιβασμού.
Είναι ένδειξη θεσμικής ωριμότητας.
Η Δημοκρατία είναι ακριβώς εκείνη που επιτρέπει σε όλους να διαφωνούν ελεύθερα.
Η επέτειος της αποκατάστασής της θα έπρεπε να αποτελεί τη μοναδική στιγμή κατά την οποία όλοι αναγνωρίζουν, εμπράκτως, ότι υπάρχουν αξίες μεγαλύτερες από την καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση.
Η Δημοκρατία προηγείται όλων
Η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από χειροκροτήματα.
Έχει ανάγκη από σεβασμό.
Και ο σεβασμός δεν αποδεικνύεται όταν όλα κυλούν ομαλά.
Αποδεικνύεται όταν οι προσωπικές διαφωνίες, οι κομματικές αντιπαραθέσεις και οι πολιτικές σκοπιμότητες υποχωρούν μπροστά στους θεσμούς.
Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται.
Οι πρωθυπουργοί αλλάζουν.
Οι αρχηγοί των κομμάτων αλλάζουν.
Η Δημοκρατία, όμως, είναι εκείνη που επιτρέπει σε όλους αυτούς να υπάρχουν.
Γι’ αυτό και η κορυφαία επέτειός της δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη εκδήλωση που ο καθένας επιλέγει αν θα τιμήσει ή όχι, ανάλογα με την πολιτική συγκυρία.
Εκείνη την ημέρα δεν τιμάται η εξουσία.
Δεν τιμάται η κυβέρνηση.
Δεν τιμάται η αντιπολίτευση.
Τιμάται η Ελευθερία.
Και απέναντι στην Ελευθερία κανείς δημοκρατικός πολίτης — πολύ περισσότερο κανένα πρόσωπο που υπηρέτησε ή υπηρετεί κορυφαίους θεσμούς της Ελληνικής Δημοκρατίας — δεν έχει την πολυτέλεια να απουσιάζει.
