Όταν ακόμη και τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης μιλούν για στρατηγική ενίσχυση της Ελλάδας, η εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση οφείλει να επιστρέψει στα πραγματικά δεδομένα και όχι στα συνθήματα.
Εισαγωγή
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου η πιο αξιόπιστη αξιολόγηση μιας κυβέρνησης δεν προέρχεται ούτε από τους υποστηρικτές της ούτε από τους επικριτές της. Προέρχεται από εκείνον που βρίσκεται απέναντι.
Στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο πιο αποκαλυπτικός μάρτυρας δεν είναι κάποιο ελληνικό πολιτικό κόμμα, ούτε ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος, ούτε ένας αναλυτής. Είναι η ίδια η Τουρκία.
Την ώρα που στο εσωτερικό της Ελλάδας αναπαράγεται επίμονα το αφήγημα περί «ενδοτικής» εξωτερικής πολιτικής, στην Άγκυρα διαμορφώνεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, οι στρατιωτικοί αναλυτές και οι σχολιαστές περιγράφουν μια Ελλάδα που υλοποιεί ένα εκτεταμένο εξοπλιστικό πρόγραμμα, ενισχύει αποφασιστικά την αποτρεπτική της ισχύ και επηρεάζει τους στρατηγικούς συσχετισμούς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αντίφαση είναι προφανής. Εάν πράγματι η Ελλάδα ακολουθούσε πολιτική συνεχών υποχωρήσεων, γιατί η άλλη πλευρά του Αιγαίου εμφανίζεται τόσο προβληματισμένη;
Εάν η ελληνική αποτρεπτική ισχύς αποδυναμωνόταν, γιατί τα τουρκικά μέσα αφιερώνουν πρωτοσέλιδα, τηλεοπτικές αναλύσεις και εκτενή ρεπορτάζ στις ελληνικές αμυντικές αποφάσεις;
Το ερώτημα δεν είναι κομματικό. Είναι στρατηγικό.
Και αξίζει να αναζητηθεί η απάντηση όχι στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση, αλλά σε όσα καταγράφονται καθημερινά στην ίδια την Άγκυρα.
Η «δικογραφία» της Τουρκίας
Δεν πρόκειται για μεμονωμένες δηλώσεις ούτε για αποσπασματικά δημοσιεύματα. Οι ίδιες διαπιστώσεις επαναλαμβάνονται στον τουρκικό Τύπο και στις τηλεοπτικές αναλύσεις, σχηματίζοντας μια συνεκτική εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αξιολογεί σήμερα την ελληνική αμυντική πολιτική.
Αξίζει να αφήσουμε, έστω για λίγο, στην άκρη την ελληνική πολιτική αντιπαράθεση και να δούμε πώς περιγράφουν οι ίδιοι οι Τούρκοι τις πρόσφατες ελληνικές εξοπλιστικές αποφάσεις.
Ούτε η τουρκική δημόσια συζήτηση ούτε τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν μια Ελλάδα που υποχωρεί ή αποδυναμώνεται. Αντιθέτως, καταγράφουν με ιδιαίτερη ανησυχία μια χώρα που επιταχύνει την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος και μεταβάλλει σταδιακά τις στρατιωτικές ισορροπίες στην περιοχή.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά της Hürriyet, η οποία παρουσιάζει την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης ως επέκταση ενός «τεράστιου εξοπλιστικού προγράμματος», δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην έγκριση του νέου πακέτου ύψους 4,2 δισεκατομμυρίων ευρώ και στην υλοποίηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα», του νέου πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας που αναπτύσσεται με ισραηλινή τεχνογνωσία.
Παράλληλα, στο τουρκικό τηλεοπτικό ρεπορτάζ που συνόδευσε την είδηση, οι αναλυτές δεν περιορίζονται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Το εντάσσουν σε έναν πολύ ευρύτερο σχεδιασμό, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα προχωρεί σε ένα δεκαετές εξοπλιστικό πρόγραμμα συνολικού ύψους περίπου 30 δισεκατομμυρίων ευρώ και ότι «η Ελλάδα κάνει ένα τεράστιο βήμα», ικανό να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο. Οι διατυπώσεις αυτές δεν προέρχονται από ελληνικές κυβερνητικές ανακοινώσεις ούτε από εγχώριους σχολιαστές· προέρχονται από την ίδια την τουρκική πλευρά.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι Τούρκοι αναλυτές περιγράφουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Υποστηρίζουν ότι το νέο σύστημα θα επιτρέψει στην Ελλάδα να προστατεύει το σύνολο της επικράτειάς της από επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών, πυραύλων cruise και βαλλιστικών πυραύλων, δημιουργώντας έναν ολοκληρωμένο αμυντικό θόλο που δυσχεραίνει σημαντικά οποιονδήποτε επιθετικό σχεδιασμό. Η ελληνική πλευρά, ασφαλώς, αντιμετωπίζει τα συστήματα αυτά ως αμιγώς αμυντικά μέσα αποτροπής. Ωστόσο, η σημασία εδώ βρίσκεται στο πώς αξιολογούνται από την απέναντι πλευρά.
Η ίδια εικόνα επαναλαμβάνεται και στις αναφορές για την Πολεμική Αεροπορία και το Πολεμικό Ναυτικό. Οι Τούρκοι σχολιαστές επισημαίνουν την ένταξη των Rafale, τον εκσυγχρονισμό των F-16 Viper, την επικείμενη παραλαβή των F-35, τις νέες φρεγάτες, αλλά και τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στα νέα προγράμματα. Μάλιστα, ορισμένοι από αυτούς εκτιμούν ότι διαμορφώνεται πλέον μια νέα αεροπορική ισορροπία υπέρ της Ελλάδας στο Αιγαίο, γεγονός που –κατά τη δική τους ανάγνωση– υποχρεώνει την Τουρκία να επιταχύνει τις δικές της προσπάθειες εξισορρόπησης.
Ακόμη και όταν ο δημόσιος λόγος στην Τουρκία καταφεύγει σε υπερβολές ή σε ακραίες εθνικιστικές εξάρσεις, αυτές δεν αναιρούν το βασικό συμπέρασμα. Αντιθέτως, αποκαλύπτουν τον βαθμό της ενόχλησης που προκαλεί η μεταβολή των δεδομένων. Όταν μια στρατηγική επιλογή οδηγεί τον αντίπαλο να την αναλύει επί ώρες, να την εντάσσει στους δικούς του σχεδιασμούς και να αναζητεί τρόπους αντιμετώπισής της, αυτό αποτελεί από μόνο του ένδειξη ότι δεν πρόκειται για μια ασήμαντη εξέλιξη.
Η εικόνα που προκύπτει από όλες αυτές τις τουρκικές αναφορές είναι σαφής. Η Άγκυρα δεν περιγράφει μια Ελλάδα που εγκαταλείπει την αποτρεπτική της ισχύ. Περιγράφει μια Ελλάδα που επενδύει συστηματικά στην άμυνά της, ενισχύει τις δυνατότητές της και επιχειρεί να διαμορφώσει μια νέα αρχιτεκτονική αποτροπής. Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης: την ώρα που στην ελληνική δημόσια συζήτηση κυριαρχούν συχνά οι πολιτικοί χαρακτηρισμοί και οι αμφισβητήσεις για την εξωτερική και αμυντική πολιτική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, η ίδια η τουρκική ανάλυση καταγράφει μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από το αφήγημα του «ενδοτισμού».
Η μεγάλη ανατροπή
Πίσω από τις επιμέρους αναφορές στα Rafale, στα F-35, στις νέες φρεγάτες ή στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» διακρίνεται μια βαθύτερη διαπίστωση, η οποία επανέρχεται με διαφορετικές διατυπώσεις στις τουρκικές αναλύσεις.
Δεν αλλάζει απλώς ο εξοπλισμός της Ελλάδας. Αλλάζει η φιλοσοφία της ελληνικής αποτρεπτικής πολιτικής.
Για δεκαετίες, η Τουρκία λειτουργούσε ως η δύναμη που καθόριζε τον ρυθμό των στρατιωτικών εξελίξεων στην περιοχή. Ανέπτυσσε πρώτη νέες δυνατότητες, επένδυε συστηματικά στην αμυντική της βιομηχανία, δημιουργούσε προηγμένα μη επανδρωμένα συστήματα και υποχρέωνε την Ελλάδα να κινείται, συνήθως, με στόχο να καλύψει την απόσταση.
Σήμερα, όμως, η εικόνα αυτή δείχνει να μεταβάλλεται.
Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα της περιοχής που ενέταξε τα Rafale σε επιχειρησιακή υπηρεσία. Προχωρά στον εκσυγχρονισμό του στόλου των F-16 στην έκδοση Viper και αναμένεται να είναι η πρώτη περιφερειακή δύναμη που θα αποκτήσει τα F-35. Ταυτόχρονα, ανανεώνει το Πολεμικό Ναυτικό, αναπτύσσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας και επεκτείνει τις στρατηγικές συνεργασίες της με χώρες όπως η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Καμία από αυτές τις κινήσεις, μεμονωμένα, δεν αρκεί για να μεταβάλει τις ισορροπίες. Η σημασία τους βρίσκεται στη μεταξύ τους σύνδεση.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, η Ελλάδα δεν φαίνεται να αντιδρά αποσπασματικά στις κινήσεις της Τουρκίας. Αντιθέτως, υλοποιεί ένα συνεκτικό σχέδιο που ενισχύει ταυτόχρονα την αεροπορία, το ναυτικό, την αεράμυνα, τις διεθνείς συνεργασίες και την εγχώρια αμυντική βάση.
Αυτό είναι το στοιχείο που προκαλεί τον μεγαλύτερο προβληματισμό στην Άγκυρα.
Δεν πρόκειται απλώς για την αγορά περισσότερων οπλικών συστημάτων. Πρόκειται για τη σταδιακή διαμόρφωση μιας αποτρεπτικής αρχιτεκτονικής, μέσα στην οποία κάθε νέο πρόγραμμα ενισχύει το προηγούμενο και αυξάνει το συνολικό κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας εναντίον της χώρας.
Αυτός είναι, άλλωστε, και ο πραγματικός σκοπός κάθε σοβαρής αμυντικής πολιτικής. Όχι η αναζήτηση της σύγκρουσης. Αλλά η αποτροπή της.
Όσο πιο αξιόπιστη είναι η δυνατότητα μιας χώρας να υπερασπιστεί τον εαυτό της, τόσο μικρότερη γίνεται η πιθανότητα να χρειαστεί ποτέ να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της ισχύ.
Ακριβώς αυτή τη μεταβολή φαίνεται να καταγράφει σήμερα και ο τουρκικός δημόσιος λόγος.
Και γι’ αυτό η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το ποια οπλικά συστήματα αποκτά η Ελλάδα. Αφορά το γεγονός ότι η ελληνική αποτροπή αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως ένας ολοένα και πιο υπολογίσιμος παράγοντας στον στρατηγικό σχεδιασμό της Τουρκίας.
Η Ελλάδα της αποτροπής δεν οικοδομήθηκε σε μία ημέρα
Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να αντιμετωπίσει κανείς τις πρόσφατες εξελίξεις ως το αποτέλεσμα μιας μόνο κυβερνητικής απόφασης ή μιας ακόμη προμήθειας οπλικών συστημάτων.
Η οικοδόμηση αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος είναι μια μακρόχρονη διαδικασία που εξελίσσεται αδιάλειπτα εδώ και επτά χρόνια. Απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό, πολιτική συνέπεια, σταθερή χρηματοδότηση και διαρκή προσαρμογή στις τεχνολογικές εξελίξεις.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να αναγνωρίζουν και οι τουρκικές αναλύσεις. Δεν παρουσιάζουν τις πρόσφατες αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ ως ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως την κορύφωση μιας πορείας που εξελίσσεται συστηματικά τα τελευταία χρόνια.
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς από ποιο σημείο ξεκίνησε η Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια της μακράς οικονομικής κρίσης, οι αμυντικές δαπάνες περιορίστηκαν δραστικά. Σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα ανεστάλησαν, συντηρήσεις μετατέθηκαν χρονικά και η διαθεσιμότητα κρίσιμων οπλικών συστημάτων επηρεάστηκε από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Την ίδια περίοδο, η Τουρκία επένδυε συστηματικά στην ανάπτυξη της δικής της αμυντικής βιομηχανίας, ενίσχυε την παραγωγική της βάση και αποκτούσε τεχνολογικές δυνατότητες που σήμερα αποτελούν βασικό στοιχείο της στρατηγικής της ισχύος.
Η αντιστροφή αυτής της εικόνας δεν μπορούσε να γίνει από τη μία ημέρα στην άλλη. Απαιτούσε μια αλληλουχία αποφάσεων που θα συνέδεε την αναβάθμιση της Πολεμικής Αεροπορίας, την ανανέωση του Πολεμικού Ναυτικού, τη δημιουργία ενός σύγχρονου πλέγματος αεράμυνας, την ενίσχυση των στρατηγικών συμμαχιών και την επιστροφή της Ελλάδας στον χώρο της αμυντικής παραγωγής.
Και εδώ βρίσκεται μία ακόμη διάσταση που συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση. Η πραγματική ισχύς μιας χώρας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από όσα αγοράζει. Εξαρτάται και από όσα μπορεί να σχεδιάζει, να παράγει, να υποστηρίζει και να εξελίσσει με τις δικές της δυνάμεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι και στο τουρκικό τηλεοπτικό ρεπορτάζ γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην πρόθεση ενίσχυσης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και στη συμμετοχή ελληνικών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα. Η επισήμανση αυτή αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα δεν παρακολουθεί μόνο τις αγορές οπλικών συστημάτων, αλλά και την προσπάθεια δημιουργίας μιας ισχυρότερης εγχώριας αμυντικής και τεχνολογικής βάσης.
Εάν αυτή η στρατηγική αποκτήσει διάρκεια και συνέχεια, το όφελος δεν θα περιοριστεί στην άμυνα. Θα επεκταθεί στην τεχνολογία, στη βιομηχανία, στην καινοτομία και συνολικά στην εθνική οικονομία.
Γιατί η αποτροπή δεν οικοδομείται μόνο με αεροσκάφη, πλοία και πυραύλους. Οικοδομείται με μια συνολική εθνική στρατηγική που συνδυάζει στρατιωτική ισχύ, τεχνολογική αυτονομία, βιομηχανική παραγωγή και αξιόπιστες διεθνείς συνεργασίες.
Αυτό είναι το μοντέλο που δείχνει να διαμορφώνεται σήμερα. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να αξιολογεί με ιδιαίτερη προσοχή και η απέναντι πλευρά του Αιγαίου.
Η εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση απέναντι στην πραγματικότητα
Ακριβώς σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και η μεγαλύτερη αντίφαση της ελληνικής δημόσιας συζήτησης.
Ενώ η Άγκυρα αντιμετωπίζει τις ελληνικές αμυντικές επιλογές ως παράγοντα που μεταβάλλει τους στρατηγικούς συσχετισμούς, στο εσωτερικό της χώρας εξακολουθεί να κυριαρχεί, σε ορισμένους πολιτικούς χώρους, η εικόνα μιας κυβέρνησης που δήθεν ακολουθεί πολιτική «ενδοτισμού».
Πρόκειται για έναν χαρακτηρισμό που ακούγεται συχνά στον δημόσιο διάλογο. Η πραγματικότητα, όμως, δεν επιβεβαιώνεται από τα συνθήματα. Επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα. Και τα γεγονότα έχουν μια ιδιαιτερότητα: δεν επηρεάζονται από τις πολιτικές μας προτιμήσεις.
Μπορεί κανείς να ασκήσει αυστηρή κριτική στην κυβέρνηση για πλήθος επιλογών της. Μπορεί να διαφωνεί με επιμέρους χειρισμούς στην οικονομία, στη διοίκηση, στην καθημερινότητα ή ακόμη και σε πλευρές της εξωτερικής πολιτικής. Η δημοκρατία, άλλωστε, προϋποθέτει την κριτική. Δεν προϋποθέτει, όμως, την άρνηση της πραγματικότητας.
Όταν η ίδια η Τουρκία αφιερώνει εκτενή ρεπορτάζ και αναλύσεις στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα, στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, στις νέες στρατηγικές συνεργασίες και στη μεταβολή των στρατιωτικών ισορροπιών, είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθεί με σοβαρότητα ότι δεν συμβαίνει τίποτε ή ότι η Ελλάδα οδηγείται σε μονομερείς παραχωρήσεις.
Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι η χώρα έχει λύσει όλα τα προβλήματα ασφαλείας της. Σημαίνει, όμως, ότι η δημόσια συζήτηση οφείλει να στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα και όχι σε πολιτικά στερεότυπα.
Η άμυνα και η εθνική ασφάλεια δεν προσφέρονται για εύκολες συνθηματολογικές αντιπαραθέσεις. Αφορούν τη μακροπρόθεσμη επιβίωση και την ισχύ της χώρας και απαιτούν ψυχραιμία, τεκμηρίωση και αίσθηση της πραγματικότητας.
Η ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση δεν βρίσκεται ανάμεσα στην άκριτη αποδοχή και στην άκριτη απόρριψη. Βρίσκεται στην αξιολόγηση των πραγματικών αποτελεσμάτων.
Και όταν τα αποτελέσματα επιβεβαιώνονται ακόμη και από εκείνους που βρίσκονται απέναντι, τότε η πολιτική συζήτηση οφείλει να προσαρμόζεται στα δεδομένα και όχι τα δεδομένα στις πολιτικές επιδιώξεις.
Η πιο αξιόπιστη αξιολόγηση προέρχεται από τον αντίπαλο
Στις διεθνείς σχέσεις υπάρχει μια απλή αλλά διαχρονική αρχή. Η πραγματική αξία μιας αποτρεπτικής πολιτικής δεν μετριέται από το πόσο την επαινούν όσοι τη σχεδίασαν. Μετριέται από το πόσο σοβαρά την λαμβάνει υπόψη εκείνος απέναντι στον οποίο απευθύνεται.
Η αποτροπή δεν έχει ως σκοπό να εντυπωσιάσει την κοινή γνώμη. Έχει ως σκοπό να επηρεάσει τους υπολογισμούς του δυνητικού αντιπάλου.
Αν ο αντίπαλος θεωρεί ότι το κόστος μιας επιθετικής ενέργειας αυξάνεται, τότε η αποτροπή λειτουργεί. Αν, αντίθετα, εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να επιβάλει τη βούλησή του χωρίς σημαντικό τίμημα, τότε η αποτροπή έχει αποτύχει.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σημασία των τουρκικών αναλύσεων υπερβαίνει κατά πολύ τη δημοσιογραφική τους αξία. Αποτελούν έναν έμμεσο αλλά ιδιαίτερα αποκαλυπτικό δείκτη για τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αξιολογεί σήμερα την ελληνική στρατιωτική ισχύ. Και αυτή η αξιολόγηση μόνο καθησυχαστική δεν εμφανίζεται.
Αντιθέτως, καταγράφει με προσοχή κάθε ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα, κάθε νέα επιχειρησιακή δυνατότητα, κάθε στρατηγική συνεργασία και κάθε πρωτοβουλία που ενισχύει την ελληνική αποτρεπτική αρχιτεκτονική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία παύει να αποτελεί μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη. Ούτε ότι οι προκλήσεις για την Ελλάδα έχουν εκλείψει.
Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, ισχυρή αμυντική βιομηχανία και μακρόπνοο στρατηγικό σχεδιασμό. Ακριβώς γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο αξιολογεί τις ελληνικές κινήσεις.
Οι σοβαροί στρατηγικοί σχεδιαστές δεν υπερβάλλουν για τις δυνατότητες του αντιπάλου τους χωρίς λόγο. Αναλύουν εκείνα τα στοιχεία που θεωρούν ότι μπορούν να επηρεάσουν τις μελλοντικές ισορροπίες.
Γι’ αυτό και η εικόνα που παρουσιάζεται στα τουρκικά μέσα αξίζει να μελετηθεί με προσοχή. Όχι επειδή η Άγκυρα έχει πάντοτε δίκιο στις εκτιμήσεις της. Αλλά επειδή αποκαλύπτει ποια στοιχεία της ελληνικής στρατηγικής θεωρεί αρκετά σημαντικά ώστε να τα παρακολουθεί συστηματικά και να τα εντάσσει στον δικό της σχεδιασμό.
Σε τελική ανάλυση, η πιο αξιόπιστη επιβεβαίωση της αξίας μιας αποτρεπτικής πολιτικής δεν είναι οι δηλώσεις των φίλων. Είναι η προσοχή των αντιπάλων.
Και όταν ο αντίπαλος αναγκάζεται να αναθεωρεί τους δικούς του υπολογισμούς εξαιτίας των δικών σου επιλογών, τότε υπάρχει μια ισχυρή ένδειξη ότι η αποτροπή λειτουργεί όπως ακριβώς σχεδιάστηκε.
Το συμπέρασμα και το δίδαγμα για το πολιτικό σύστημα
Η εξωτερική πολιτική και η εθνική άμυνα δεν κρίνονται από τις εντυπώσεις της στιγμής. Κρίνονται από το κατά πόσο μεταβάλλουν τους στρατηγικούς υπολογισμούς των άλλων.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από όσα καταγράφονται σήμερα στον τουρκικό δημόσιο λόγο.
Όταν ο ίδιος ο στρατηγικός αντίπαλος αναγκάζεται να αναπροσαρμόσει τις εκτιμήσεις του, να αφιερώνει εκτενείς αναλύσεις στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα και να αντιμετωπίζει τις ελληνικές αμυντικές επιλογές ως παράγοντα μεταβολής των στρατηγικών ισορροπιών, τότε υπάρχει μια ισχυρή ένδειξη ότι οι επιλογές αυτές έχουν επιτύχει τον πρωταρχικό τους στόχο: την ουσιαστική ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ακόμη σημαντικές προκλήσεις. Η διατήρηση της ισορροπίας ισχύος στο Αιγαίο απαιτεί συνέχεια, συνέπεια και διαρκή επαγρύπνηση. Οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι ταχύτατες, οι γεωπολιτικές συνθήκες μεταβάλλονται συνεχώς και καμία χώρα δεν μπορεί να θεωρήσει ότι εξασφάλισε οριστικά την ασφάλειά της.
Η αποτροπή δεν είναι μια κατάσταση που κατακτάται μία φορά. Είναι μια διαρκής διαδικασία.
Ακριβώς γι’ αυτό, η εθνική άμυνα θα έπρεπε να αποτελεί έναν από τους ελάχιστους τομείς στους οποίους το πολιτικό σύστημα επιδιώκει, όσο είναι δυνατόν, μεγαλύτερη συνεννόηση και μικρότερη ιδεολογική πόλωση.
Η κριτική προς κάθε κυβέρνηση είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αναγκαία. Εξίσου αναγκαίο, όμως, είναι να αναγνωρίζονται και τα αντικειμενικά αποτελέσματα όταν αυτά υπάρχουν.
Γιατί η αξιοπιστία μιας δημοκρατίας δεν ενισχύεται όταν αρνείται τα γεγονότα. Ενισχύεται όταν έχει την ωριμότητα να τα αξιολογεί χωρίς κομματικές παρωπίδες.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη ειρωνεία της υπόθεσης να είναι αυτή. Ενώ στην Ελλάδα συνεχίζεται η αντιπαράθεση για το αν η χώρα ενισχύει ή αποδυναμώνει τη θέση της, στην Τουρκία η συζήτηση έχει ήδη μετατοπιστεί στο πώς θα αντιμετωπιστεί μια Ελλάδα που καθίσταται ολοένα και πιο υπολογίσιμος στρατηγικός παράγοντας.
Και πολλές φορές, αυτή είναι η πιο ισχυρή διάψευση του αφηγήματος του «ενδοτισμού».
Όχι όταν το λέμε εμείς για τον εαυτό μας.
Αλλά όταν αναγκάζεται να το παραδεχθεί, έστω και έμμεσα, εκείνος που βρίσκεται απέναντί μας.
