Μια έρευνα για τα όρια της δημοσιογραφικής τεκμηρίωσης και της δημόσιας επαληθευσιμότητας
Η αφορμή για την παρούσα έρευνα υπήρξε μια συγκεκριμένη δημόσια τοποθέτηση του δημοσιογράφου Γιώργου Παπαχρήστου στην τηλεοπτική εκπομπή Morning Point του MEGA. Το σχετικό απόσπασμα είναι δημόσια διαθέσιμο σε βίντεο και αποτέλεσε το πρωτογενές τεκμήριο της έρευνας, καθώς επιτρέπει σε κάθε αναγνώστη να ελέγξει ο ίδιος τι ακριβώς ειπώθηκε.
Στο επίμαχο σημείο της συζήτησης ο δημοσιογράφος δήλωσε:
«Δηλαδή δεν είναι κάτι καινούργιο αυτό. Καινούργιο είναι για αυτούς τους αναλυτές, δημοσκόπους όλους που προσπαθούν να μας πείσουν ότι η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας είναι προ των θυρών και άρα τζάμπα θα πάμε να ψηφίσουμε στις εκλογές όποτε και αν αυτές γίνουν. Δηλαδή είναι αυτά τα… εκτίμηση ψήφου 31%, 32%, 30 και κάτι και λοιπά, τα οποία είναι μόνο στη φαντασία αυτών των αναλυτών και επίσης είναι και στους σχεδιασμούς του Μεγάρου Μαξίμου, διότι οι πραγματικές δημοσκοπήσεις, όπως καλά γνωρίζει και ο Μπάμπης, είναι 21%, 22%, 23%. Δεν είναι παραπάνω.»
Η συγκεκριμένη δήλωση είναι το μοναδικό σημείο εκκίνησης της παρούσας εργασίας.
Δεν εξετάζεται αν η πολιτική εκτίμηση του δημοσιογράφου ήταν εύστοχη ή όχι. Ούτε επιχειρείται οποιαδήποτε αξιολόγηση των κινήτρων ή της αξιοπιστίας του. Το ερευνητικό ενδιαφέρον εντοπίζεται αποκλειστικά σε έναν συγκεκριμένο πραγματολογικό ισχυρισμό: στην αναφορά ότι οι «πραγματικές δημοσκοπήσεις» εμφάνιζαν τη Νέα Δημοκρατία σε ποσοστά 21% έως 23%.
Η αναφορά αυτή προκάλεσε το ενδιαφέρον της έρευνας για έναν ακόμη λόγο.
Την ίδια χρονική περίοδο, το ίδιο το MEGA παρουσίαζε τις πλέον πρόσφατες δημοσιευμένες μετρήσεις της Metron Analysis. Οι μετρήσεις αυτές δεν εμφάνιζαν ποσοστά της τάξεως του 21%-23% για τη Νέα Δημοκρατία.
Η διαπίστωση αυτή δεν αποδεικνύει ότι η δήλωση του δημοσιογράφου ήταν ανακριβής. Είναι απολύτως πιθανό ένας δημοσιογράφος να διαθέτει πληροφορίες, πηγές ή ακόμη και μη δημοσιοποιημένες μετρήσεις, τις οποίες δεν είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει.
Γεννά όμως ένα εύλογο και απολύτως θεμιτό ερευνητικό ερώτημα: Μπορεί ο συγκεκριμένος δημόσιος ισχυρισμός να επαληθευθεί με δημόσια διαθέσιμα και ελέγξιμα στοιχεία;
Αυτό είναι το μοναδικό ερώτημα στο οποίο επιχειρεί να απαντήσει η παρούσα έρευνα. Από το σημείο αυτό και μετά, η ανάλυση δεν θα κινηθεί στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά αποκλειστικά στο πεδίο της δημοσιογραφικής τεκμηρίωσης και της δημόσιας επαληθευσιμότητας.
Η μεθοδολογία της έρευνας
Το πρώτο βήμα της έρευνας ήταν η επιβεβαίωση του ίδιου του πραγματικού γεγονότος.
Η επίμαχη δήλωση δεν εξετάστηκε μέσα από δημοσιεύματα, αποσπασματικές αναφορές ή αναπαραγωγές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ως πρωτογενής πηγή χρησιμοποιήθηκαν το δημόσια διαθέσιμο βίντεο της εκπομπής και η πλήρης απομαγνητοφώνησή του, ώστε να διαπιστωθεί με ακρίβεια το περιεχόμενο του δημόσιου ισχυρισμού.
Αφού επιβεβαιώθηκε ότι ο δημοσιογράφος έκανε πράγματι λόγο για «πραγματικές δημοσκοπήσεις» που εμφάνιζαν τη Νέα Δημοκρατία σε ποσοστά 21% έως 23%, η έρευνα προχώρησε στο δεύτερο στάδιο.
Εξετάστηκαν οι δημοσκοπήσεις που είχαν δημοσιοποιηθεί κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από τις αναγνωρισμένες εταιρείες δημοσκοπήσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στις μετρήσεις που παρουσιάζονταν από το ίδιο το MEGA μέσω της Metron Analysis, καθώς αυτές αποτελούσαν το άμεσο δημοσιογραφικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διατυπώθηκε η συγκεκριμένη δήλωση.
Η σύγκριση αυτή ήταν αναγκαία, όχι για να ελεγχθεί αν οι δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις ήταν ορθές ή λανθασμένες, αλλά για να διαπιστωθεί αν ο δημόσιος ισχυρισμός μπορούσε να ταυτοποιηθεί με κάποια γνωστή και διαθέσιμη μέτρηση.
Το αποτέλεσμα ήταν σαφές.
Στις δημοσιευμένες μετρήσεις που εξετάστηκαν δεν εντοπίστηκε δημοσκόπηση η οποία να εμφανίζει τη Νέα Δημοκρατία στο εύρος 21%-23%, όπως αναφέρθηκε στη δημόσια δήλωση.
Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί για να συναχθεί ότι ο ισχυρισμός ήταν αναληθής.
Θεωρητικά, θα μπορούσαν να υπάρχουν ιδιωτικές μετρήσεις, εσωτερικές κομματικές δημοσκοπήσεις ή άλλες έρευνες κοινής γνώμης που δεν δημοσιοποιήθηκαν ποτέ. Είναι επίσης πιθανό ένας δημοσιογράφος να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες που δεν είναι διαθέσιμες στο ευρύ κοινό και να επιλέγει, για λόγους προστασίας των πηγών του, να μην αποκαλύπτει την προέλευσή τους.
Ακριβώς γι’ αυτό, η παρούσα εργασία δεν επιχειρεί να αποδείξει ότι τέτοιες δημοσκοπήσεις δεν υπήρξαν. Κάτι τέτοιο θα ήταν μεθοδολογικά αδύνατο.
Η έρευνα εξετάζει ένα διαφορετικό και πολύ πιο συγκεκριμένο ερώτημα: Μπορεί ένας τρίτος, ανεξάρτητος ερευνητής, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, να επαληθεύσει τον συγκεκριμένο δημόσιο ισχυρισμό;
Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική.
Η αδυναμία δημόσιας επαλήθευσης δεν αποτελεί απόδειξη αναλήθειας. Όπως όμως και η επίκληση μη προσβάσιμων πληροφοριών δεν αρκεί, από μόνη της, για να μετατρέψει έναν δημόσιο πραγματολογικό ισχυρισμό σε επαληθεύσιμο γεγονός.
Με άλλα λόγια, η παρούσα έρευνα δεν καλείται να αποφανθεί τι γνώριζε ο δημοσιογράφος. Καλείται να εξετάσει τι μπορεί να γνωρίζει και να τεκμηριώσει ο αναγνώστης, αξιοποιώντας τα ίδια δημόσια στοιχεία που είναι διαθέσιμα σε κάθε πολίτη.
Αυτό είναι το μεθοδολογικό όριο που η έρευνα επέλεξε συνειδητά να μην υπερβεί και πάνω σε αυτό θα στηριχθεί η ανάλυση που ακολουθεί.
Ερευνητικό υλικό και πηγές
Η αξιοπιστία μιας ερευνητικής εργασίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φύση και την ποιότητα των πηγών στις οποίες στηρίζεται. Για τον λόγο αυτό, η παρούσα μελέτη βασίστηκε κατά προτεραιότητα σε πρωτογενείς και δημόσια επαληθεύσιμες πηγές, ώστε κάθε στάδιο της ανάλυσης να μπορεί να ελεγχθεί ανεξάρτητα από οποιονδήποτε αναγνώστη.
Ως πρωτογενές τεκμήριο χρησιμοποιήθηκε το δημόσια διαθέσιμο οπτικοακουστικό υλικό της εκπομπής Morning Point του τηλεοπτικού σταθμού MEGA, μέσα στο οποίο διατυπώθηκε ο εξεταζόμενος ισχυρισμός, καθώς και η πλήρης απομαγνητοφώνηση του σχετικού αποσπάσματος, ώστε να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενο ερμηνευτικής αλλοίωσης των λεχθέντων.
Για την αξιολόγηση του περιεχομένου της δήλωσης εξετάστηκαν οι δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις της ίδιας χρονικής περιόδου, με ιδιαίτερη έμφαση στις μετρήσεις που παρουσιάζονταν από το ίδιο το MEGA μέσω της Metron Analysis, καθώς και άλλες δημόσια διαθέσιμες έρευνες κοινής γνώμης που μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ανεξάρτητου ελέγχου.
Παράλληλα, αναλύθηκαν οι πρωτογενείς κανονιστικές πηγές που διέπουν τη δημοσιοποίηση των πολιτικών δημοσκοπήσεων και τη δημοσιογραφική δεοντολογία, όπως ο ν. 3603/2007, ο Κώδικας Αρχών Δεοντολογίας της Ε.Σ.Η.Ε.Α., οι διεθνείς αρχές της ESOMAR και της WAPOR, καθώς και ο Κώδικας Δεοντολογίας της Society of Professional Journalists (SPJ).
Η έρευνα δεν στηρίχθηκε σε ανώνυμες πληροφορίες, μη δημοσιοποιημένα έγγραφα ή ιδιωτικές επικοινωνίες. Κάθε συμπέρασμα περιορίστηκε αυστηρά σε όσα μπορούσαν να τεκμηριωθούν μέσω πηγών που είναι προσβάσιμες στον δημόσιο έλεγχο. Η επιλογή αυτή δεν αποκλείει την ύπαρξη πρόσθετων πληροφοριών εκτός δημόσιας σφαίρας· διασφαλίζει όμως ότι τα συμπεράσματα της παρούσας μελέτης μπορούν να επαληθευθούν με τα ίδια ακριβώς δεδομένα από οποιονδήποτε ανεξάρτητο ερευνητή.
Πρώτο στάδιο της έρευνας: Τι έδειχναν οι δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις;
Εφόσον το αντικείμενο της έρευνας ήταν η αναφορά σε «πραγματικές δημοσκοπήσεις» με ποσοστά 21%-23%, το πρώτο ερευνητικό βήμα ήταν η συστηματική καταγραφή των δημοσκοπήσεων που ήταν δημόσια διαθέσιμες κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο έγινε η συγκεκριμένη δήλωση.
Η επιλογή αυτή δεν έγινε επειδή οι δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις θεωρούνται κατ’ ανάγκην ακριβέστερες από οποιαδήποτε άλλη μέτρηση. Έγινε επειδή αποτελούν το μοναδικό σύνολο δεδομένων που είναι προσβάσιμο σε κάθε πολίτη και, συνεπώς, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ανεξάρτητου ελέγχου.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάστηκαν οι τελευταίες δημοσιευμένες έρευνες των εταιρειών δημοσκοπήσεων που δραστηριοποιούνται συστηματικά στην Ελλάδα, καθώς και οι μετρήσεις που παρουσιάστηκαν από μεγάλα μέσα ενημέρωσης κατά την ίδια περίοδο.
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στις δημοσκοπήσεις της Metron Analysis, όχι επειδή έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία, αλλά επειδή παρουσιάζονταν από το ίδιο τηλεοπτικό δίκτυο, το MEGA, μέσα στο οποίο διατυπώθηκε ο επίμαχος ισχυρισμός.
Η σύγκριση αυτή ανέδειξε ένα πρώτο αντικειμενικό εύρημα. Καμία από τις δημοσιευμένες μετρήσεις που εξετάστηκαν δεν εμφάνιζε τη Νέα Δημοκρατία σε πρόθεση ή εκτίμηση ψήφου της τάξεως του 21%-23%.
Αντιθέτως, οι δημοσιευμένες έρευνες τοποθετούσαν το κυβερνών κόμμα σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα.
Το εύρημα αυτό δεν αποδεικνύει ότι η αναφορά του Γιώργου Παπαχρήστου ήταν λανθασμένη.
Αποδεικνύει όμως κάτι πολύ συγκεκριμένο: Οι αριθμοί που επικαλέστηκε δεν ταυτίζονται με καμία από τις δημοσίως διαθέσιμες δημοσκοπήσεις που μπορούσαν να ελεγχθούν κατά τον χρόνο της δήλωσης.
Η διαπίστωση αυτή μετατοπίζει αναπόφευκτα την έρευνα σε ένα δεύτερο επίπεδο.
Αν οι αριθμοί 21%-23% δεν προέρχονται από κάποια δημοσιευμένη μέτρηση, τότε από πού προέρχονται;
Υπήρχαν πράγματι ιδιωτικές ή μη δημοσιοποιημένες δημοσκοπήσεις που εμφάνιζαν αυτά τα ποσοστά;
Ή μήπως η αναφορά στις «πραγματικές δημοσκοπήσεις» χρησιμοποιήθηκε με διαφορετική σημασία, ως δημοσιογραφική εκτίμηση και όχι ως παραπομπή σε συγκεκριμένες εμπειρικές μετρήσεις;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που εξετάζονται στο επόμενο στάδιο της έρευνας.
Το θεσμικό πλαίσιο των δημοσκοπήσεων και η έννοια της δημόσιας επαληθευσιμότητας
Πριν εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα από την παρούσα έρευνα, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν οι πολιτικές δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις δημοσκοπήσεις συχνά δημιουργεί την εντύπωση ότι κάθε έρευνα κοινής γνώμης οφείλει να είναι γνωστή στο κοινό ή ότι οποιοδήποτε αποτέλεσμα παράγεται από μια εταιρεία δημοσκοπήσεων είναι αυτομάτως δημόσιο δεδομένο.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Οι εταιρείες ερευνών πραγματοποιούν τόσο δημοσιευόμενες όσο και ιδιωτικές έρευνες για λογαριασμό των πελατών τους. Η ύπαρξη μη δημοσιοποιούμενων ερευνών δεν είναι, αυτή καθεαυτή, αντίθετη προς το θεσμικό πλαίσιο ούτε προς τη διεθνή πρακτική. Οι ιδιωτικές έρευνες μπορούν να χρησιμοποιούνται από εκείνον που τις παρήγγειλε για εσωτερική αξιολόγηση, σχεδιασμό στρατηγικής ή λήψη αποφάσεων, χωρίς να γεννάται αυτομάτως υποχρέωση δημοσιοποίησής τους.
Διαφορετικό είναι όμως το ζήτημα όταν αποτελέσματα δημοσκοπήσεων εισέρχονται στη δημόσια σφαίρα.
Τόσο η ελληνική επαγγελματική πρακτική όσο και οι διεθνείς κανόνες δεοντολογίας που έχουν υιοθετηθεί από τον ΣΕΔΕΑ, μέσω του Κώδικα ICC/ESOMAR και των κατευθυντήριων οδηγιών ESOMAR/WAPOR, στηρίζονται σε μία βασική αρχή: όταν δημοσιοποιούνται αποτελέσματα δημοσκοπήσεων, πρέπει να παρέχονται επαρκή στοιχεία σχετικά με τη μεθοδολογία τους, ώστε δημοσιογράφοι, ερευνητές και πολίτες να μπορούν να αξιολογήσουν την αξιοπιστία τους.
Οι διεθνείς οδηγίες δεν περιορίζονται στην προστασία της επιστημονικής εγκυρότητας της έρευνας. Επιβάλλουν επίσης διαφάνεια ως προς τον φορέα που πραγματοποίησε την έρευνα, τον εντολέα της, το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του δείγματος, τη μέθοδο συλλογής των στοιχείων, τον χρόνο διεξαγωγής και κάθε άλλη πληροφορία που είναι αναγκαία ώστε το κοινό να μπορεί να αξιολογήσει το αποτέλεσμα και να μη βασίζεται αποκλειστικά στο κύρος εκείνου που το επικαλείται.
Η αρχή αυτή υπηρετεί έναν ευρύτερο δημοκρατικό σκοπό.
Οι δημοσκοπήσεις μπορούν να επηρεάσουν τον δημόσιο διάλογο, τις πολιτικές επιλογές και, ιδίως σε προεκλογικές περιόδους, ακόμη και τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων. Για τον λόγο αυτό, η αξιοπιστία τους δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην εμπιστοσύνη προς έναν δημοσιογράφο, έναν πολιτικό ή μια εταιρεία ερευνών, αλλά οφείλει να θεμελιώνεται στη δυνατότητα ανεξάρτητης αξιολόγησης των στοιχείων που δημοσιοποιούνται.
Η παραπάνω διάκριση είναι κρίσιμη για την παρούσα έρευνα.
Το αντικείμενό της δεν είναι να αμφισβητήσει το δικαίωμα ύπαρξης ιδιωτικών δημοσκοπήσεων ούτε να υποστηρίξει ότι κάθε εσωτερική έρευνα πρέπει να δημοσιοποιείται.
Το ερευνητικό ερώτημα είναι διαφορετικό.
Όταν ένας συγκεκριμένος αριθμητικός ισχυρισμός εισέρχεται στον δημόσιο διάλογο και παρουσιάζεται ως πραγματολογικό δεδομένο, σε ποιο βαθμό μπορεί να ελεγχθεί από τους πολίτες και από έναν ανεξάρτητο ερευνητή;
Αυτό ακριβώς αποτελεί το κριτήριο της δημόσιας επαληθευσιμότητας.
Συνεπώς, το ζήτημα που εξετάζεται στην παρούσα μελέτη δεν είναι η νομιμότητα της ύπαρξης ιδιωτικών δημοσκοπήσεων. Είναι κατά πόσον ένας δημόσιος ισχυρισμός που στηρίζεται σε μη προσβάσιμα στοιχεία μπορεί να αξιολογηθεί αντικειμενικά από την κοινωνία.
Η διάκριση αυτή αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο θεσμικό πλαίσιο και στο επόμενο στάδιο της ανάλυσης.
Το ελληνικό νομικό πλαίσιο και οι υποχρεώσεις δημοσιοποίησης
Το γενικό πλαίσιο δεοντολογίας συμπληρώνεται στην Ελλάδα από ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες θεσπίστηκαν με σκοπό να ενισχύσουν τη διαφάνεια και την αξιοπιστία των πολιτικών δημοσκοπήσεων όταν αυτές δημοσιοποιούνται.
Κεντρικό σημείο αναφοράς αποτελεί ο ν. 3603/2007, ο οποίος ρυθμίζει τις δημοσκοπήσεις που συνδέονται με εκλογικές διαδικασίες και τη δημοσιοποίησή τους. Ο νόμος εισάγει υποχρεώσεις τόσο για τις επιχειρήσεις δημοσκοπήσεων όσο και για τα μέσα ενημέρωσης που δημοσιεύουν ή μεταδίδουν τα αποτελέσματά τους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, ωστόσο, μία βασική διάκριση του ίδιου του νόμου.
Οι διατάξεις του αφορούν πρωτίστως τις δημοσκοπήσεις που δημοσιοποιούνται στον έντυπο ή ηλεκτρονικό Τύπο ή στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Αντίθετα, δημοσκοπήσεις που διενεργούνται αποκλειστικά για εσωτερική χρήση και δεν δημοσιοποιούνται δεν υπάγονται, κατ’ αρχήν, στο ίδιο κανονιστικό καθεστώς δημοσιότητας. Με άλλα λόγια, η ελληνική νομοθεσία αναγνωρίζει ότι μπορούν να υπάρχουν ιδιωτικές ή εσωτερικές έρευνες κοινής γνώμης, χωρίς να επιβάλλει τη γενική δημοσιοποίησή τους.
Από τη στιγμή όμως που μια δημοσκόπηση ή τα αποτελέσματά της εισέρχονται στη δημόσια σφαίρα, ενεργοποιούνται συγκεκριμένες υποχρεώσεις διαφάνειας.
Ο νόμος προβλέπει ότι η δημοσίευση ή μετάδοση αποτελεσμάτων πρέπει να συνοδεύεται από ουσιώδη στοιχεία ταυτότητας της έρευνας, ώστε να καθίσταται δυνατή η αξιολόγησή της. Μεταξύ άλλων, πρέπει να είναι γνωστά ο φορέας που πραγματοποίησε τη δημοσκόπηση, ο εντολέας, ο χρόνος διεξαγωγής, η βασική μεθοδολογία, καθώς και να διακρίνονται σαφώς τα πραγματικά αποτελέσματα της έρευνας από τις ερμηνείες ή τις πολιτικές αναλύσεις που ενδέχεται να τα συνοδεύουν.
Παράλληλα, ο ν. 3603/2007 προβλέπει μηχανισμούς διαφάνειας και εποπτείας των επιχειρήσεων δημοσκοπήσεων, όπως η τήρηση Μητρώου στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.) και η υποχρέωση γνωστοποίησης συγκεκριμένων στοιχείων για τη λειτουργία τους. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν αποσκοπούν στον έλεγχο του πολιτικού περιεχομένου των δημοσκοπήσεων, αλλά στη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της δυνατότητας ελέγχου της διαδικασίας παραγωγής και δημοσιοποίησής τους.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για την παρούσα έρευνα.
Το ελληνικό δίκαιο δεν απαγορεύει την ύπαρξη ιδιωτικών δημοσκοπήσεων ούτε επιβάλλει την υποχρεωτική δημοσιοποίηση κάθε εσωτερικής έρευνας που παραγγέλλεται από πολιτικό κόμμα, ιδιωτικό φορέα ή άλλο εντολέα.
Εκείνο που επιδιώκει να διασφαλίσει είναι ότι, όταν αποτελέσματα δημοσκοπήσεων παρουσιάζονται δημόσια ως πραγματολογικά δεδομένα, οι πολίτες θα διαθέτουν τις αναγκαίες πληροφορίες για να αξιολογήσουν την προέλευση, τη μεθοδολογία και την αξιοπιστία τους.
Η παρατήρηση αυτή είναι καθοριστική για την παρούσα μελέτη.
Η έρευνα δεν υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός περί «πραγματικών δημοσκοπήσεων» ήταν παράνομος ούτε ότι η επίκληση μιας μη δημοσιοποιημένης έρευνας απαγορεύεται από τον νόμο.
Υποστηρίζει, όμως, ότι όταν ένας αριθμητικός ισχυρισμός εισέρχεται στον δημόσιο διάλογο χωρίς να συνοδεύεται από στοιχεία που επιτρέπουν την ανεξάρτητη αξιολόγησή του, δημιουργείται ένα αντικειμενικό όριο ως προς τη δυνατότητα δημόσιου ελέγχου του.
Ακριβώς αυτή η διάκριση οδηγεί στο επόμενο στάδιο της ανάλυσης: τη διάκριση ανάμεσα στην πληροφορία που μπορεί να αξιολογηθεί δημόσια και στην πληροφορία που παραμένει, εκ των πραγμάτων, ανεξέλεγκτη.
Η δημοσιογραφική δεοντολογία και η ευθύνη της επίκλησης μη επαληθεύσιμων πληροφοριών
Πέρα από το θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις δημοσκοπήσεις, ιδιαίτερη σημασία έχει και η δημοσιογραφική δεοντολογία. Η αξιοπιστία του δημόσιου λόγου δεν εξαρτάται μόνο από τη νομιμότητα μιας πληροφορίας, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αυτή ελέγχεται, παρουσιάζεται και τεκμηριώνεται πριν δημοσιοποιηθεί.
Ο Κώδικας Αρχών Δεοντολογίας της Ε.Σ.Η.Ε.Α. θέτει ως θεμελιώδη υποχρέωση του δημοσιογράφου να ερευνά προκαταβολικά, με αίσθημα ευθύνης, την ακρίβεια της πληροφορίας ή της είδησης που πρόκειται να μεταδώσει. Παράλληλα, επιβάλλει την υποχρέωση άμεσης επανόρθωσης ανακριβών πληροφοριών ή ψευδών ισχυρισμών, αναγνωρίζοντας ότι η αξιοπιστία της ενημέρωσης αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο της δημοσιογραφικής αποστολής.
Αντίστοιχα, ο διεθνώς αναγνωρισμένος Κώδικας Δεοντολογίας της Society of Professional Journalists (SPJ) διατυπώνει την αρχή «Seek Truth and Report It» («Αναζήτησε την αλήθεια και μετάδωσέ την»), επισημαίνοντας ότι ο δημοσιογράφος οφείλει να αναλαμβάνει προσωπική ευθύνη για την ακρίβεια του έργου του, να επαληθεύει τις πληροφορίες πριν από τη δημοσίευσή τους, να χρησιμοποιεί, όπου είναι δυνατόν, πρωτογενείς πηγές, να παρέχει το αναγκαίο πραγματολογικό πλαίσιο και να εξηγεί στο κοινό τις πηγές και τις δημοσιογραφικές επιλογές του.
Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι αρχές της WAPOR και της ESOMAR για τις έρευνες κοινής γνώμης. Οι οργανισμοί αυτοί υπογραμμίζουν ότι η δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων δημοσκοπήσεων πρέπει να γίνεται με τρόπο που να επιτρέπει στο κοινό να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους και να αποτρέπει την παραπλανητική χρήση ή παρουσίαση των ερευνητικών δεδομένων.
Οι παραπάνω κώδικες δεν απαγορεύουν σε έναν δημοσιογράφο να μεταφέρει πληροφορίες που προέρχονται από ανώνυμες ή μη δημόσια προσβάσιμες πηγές. Αντιθέτως, αναγνωρίζουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση τέτοιων πηγών είναι αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού. Εκείνο που απαιτούν είναι η αυξημένη επαγγελματική επιμέλεια κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους, η σαφής διάκριση ανάμεσα σε τεκμηριωμένα γεγονότα και μη επαληθεύσιμους ισχυρισμούς, καθώς και η αποφυγή της παρουσίασης μιας ανεξέλεγκτης πληροφορίας ως αδιαμφισβήτητου πραγματικού δεδομένου.
Η παρατήρηση αυτή είναι καθοριστική για την παρούσα έρευνα.
Το αντικείμενό της δεν είναι να αξιολογήσει τις προθέσεις του δημοσιογράφου ούτε να αποδώσει παραβίαση δεοντολογικών κανόνων. Η έρευνα εξετάζει αποκλειστικά ένα αντικειμενικό ζήτημα: κατά πόσον ο συγκεκριμένος δημόσιος ισχυρισμός μπορούσε να ελεγχθεί και να επαληθευθεί από τρίτους με βάση διαθέσιμα στοιχεία.
Από τη στιγμή που τα στοιχεία στα οποία φέρεται να στηρίζεται ο ισχυρισμός δεν είναι δημόσια προσβάσιμα και δεν συνοδεύονται από πληροφορίες που να επιτρέπουν ανεξάρτητη αξιολόγηση της προέλευσής τους, ο ερευνητής δεν μπορεί ούτε να τον επιβεβαιώσει ούτε να τον διαψεύσει. Το συμπέρασμα αυτό δεν αποτελεί κρίση περί της αλήθειας ή του ψεύδους του ισχυρισμού· αποτελεί διαπίστωση των ορίων της δημόσιας επαληθευσιμότητάς του.
Ακριβώς γι’ αυτό, το επόμενο στάδιο της ανάλυσης δεν αφορά πλέον το περιεχόμενο της δήλωσης, αλλά τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα σε μια πληροφορία που μπορεί να υποβληθεί σε δημόσιο έλεγχο και σε μια πληροφορία που, λόγω της φύσης της, παραμένει εκτός αντικειμενικής επαλήθευσης.
Η διάκριση ανάμεσα στην πληροφορία και στην απόδειξη
Μέχρι το σημείο αυτό, η έρευνα έχει καταλήξει σε ένα ασφαλές συμπέρασμα.
Ο δημόσιος ισχυρισμός περί «πραγματικών δημοσκοπήσεων» που εμφάνιζαν τη Νέα Δημοκρατία στο 21%-23% δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί με καμία από τις δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις που εξετάστηκαν.
Το συμπέρασμα αυτό, όμως, δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι τέτοιες δημοσκοπήσεις δεν υπήρξαν.
Στη δημοσιογραφική πράξη είναι απολύτως σύνηθες οι δημοσιογράφοι να αποκτούν πρόσβαση σε πληροφορίες που δεν είναι δημόσια διαθέσιμες. Εσωτερικές κομματικές μετρήσεις, ιδιωτικές δημοσκοπήσεις επιχειρήσεων, έρευνες που παραγγέλλονται από οργανισμούς ή πολιτικά επιτελεία και δεν δημοσιοποιούνται ποτέ αποτελούν ένα υπαρκτό τμήμα της πολιτικής ενημέρωσης.
Η ύπαρξη τέτοιων πληροφοριών δεν μπορεί ούτε να αποκλειστεί ούτε να επιβεβαιωθεί εκ των προτέρων.
Ακριβώς εδώ, όμως, αναδεικνύεται η ουσιώδης διάκριση ανάμεσα στην πληροφορία και στην απόδειξη.
Ένας δημοσιογράφος μπορεί να διαθέτει πληροφορίες που είναι απολύτως ακριβείς και, παρ’ όλα αυτά, να μην μπορεί ή να μη δικαιούται να αποκαλύψει την πηγή τους. Η προστασία των πηγών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της δημοσιογραφίας και προϋπόθεση για την ελεύθερη λειτουργία της ενημέρωσης.
Η δημοσιογραφική προστασία των πηγών, όμως, είναι διαφορετικό ζήτημα από τη δημόσια επαληθευσιμότητα ενός πραγματολογικού ισχυρισμού.
Όταν μια πληροφορία παραμένει προσβάσιμη μόνο στον δημοσιογράφο και στις πηγές του, μπορεί να αποτελεί πολύτιμο στοιχείο για την ενημέρωσή του. Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει αντικείμενο ανεξάρτητου ελέγχου από τρίτους.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην υπό εξέταση περίπτωση.
Αν πράγματι υπήρχαν μη δημοσιοποιημένες δημοσκοπήσεις με τα συγκεκριμένα ποσοστά, η ύπαρξή τους δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με τα στοιχεία που βρίσκονται σήμερα στη διάθεση του κοινού.
Επομένως, η έρευνα δεν βρίσκεται σε θέση να αποφανθεί για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία τους.
Μπορεί, όμως, να διαπιστώσει κάτι διαφορετικό και απολύτως αντικειμενικό: Ο συγκεκριμένος δημόσιος ισχυρισμός δεν είναι δυνατόν να επαληθευθεί με δημόσια διαθέσιμα δεδομένα.
Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά αξιολογική κρίση για τον δημοσιογράφο που τον διατύπωσε. Συνιστά διαπίστωση για την κατάσταση της τεκμηρίωσης.
Και ακριβώς επειδή πρόκειται για δημόσιο ισχυρισμό που αφορά αριθμητικά δεδομένα με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, η διάκριση ανάμεσα στην προσωπική γνώση ενός δημοσιογράφου και στη δυνατότητα δημόσιας επαλήθευσης αποκτά καθοριστική σημασία.
Από το σημείο αυτό προκύπτει το ευρύτερο ερώτημα που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση: Ποια είναι τα όρια της δημόσιας επίκλησης πληροφοριών που δεν μπορούν να ελεγχθούν από τους πολίτες;
Το ερώτημα αυτό αφορά όχι μόνο τις δημοσκοπήσεις, αλλά συνολικά την ποιότητα του δημόσιου λόγου σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Η δημόσια επαληθευσιμότητα ως προϋπόθεση της δημοκρατικής λογοδοσίας
Η υπόθεση που εξετάζεται στο παρόν άρθρο δεν αφορά τελικά μόνο μία δήλωση για τις δημοσκοπήσεις. Αφορά ένα ευρύτερο ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας της δημόσιας σφαίρας.
Σε κάθε δημοκρατία, οι πολίτες καλούνται καθημερινά να αξιολογούν πληροφορίες, ισχυρισμούς και αριθμητικά δεδομένα που διατυπώνονται από πολιτικούς, δημοσιογράφους, αναλυτές, επιστήμονες και δημόσια πρόσωπα. Η αξιολόγηση αυτή είναι δυνατή μόνο όταν οι ισχυρισμοί μπορούν, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, να υποβληθούν σε ανεξάρτητο έλεγχο.
Η αρχή αυτή είναι γνωστή ως δημόσια επαληθευσιμότητα.
Δεν σημαίνει ότι κάθε πληροφορία πρέπει να συνοδεύεται από την αποκάλυψη των πηγών της. Η προστασία των δημοσιογραφικών πηγών αποτελεί θεμελιώδη κατάκτηση του κράτους δικαίου και προϋπόθεση της ερευνητικής δημοσιογραφίας.
Σημαίνει όμως ότι, όταν ένας δημόσιος ισχυρισμός παρουσιάζεται ως διαπίστωση πραγματικού γεγονότος —ιδίως όταν συνοδεύεται από συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία— ο πολίτης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει αν υπάρχει κάποια αντικειμενική βάση που επιτρέπει την αξιολόγησή του.
Διαφορετικά, η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται από το πεδίο των αποδείξεων στο πεδίο της εμπιστοσύνης. Ο πολίτης δεν καλείται πλέον να εξετάσει τα στοιχεία, αλλά να αποφασίσει αν εμπιστεύεται ή όχι εκείνον που μιλά.
Αυτό, όμως, αποτελεί διαφορετικό τρόπο συγκρότησης της δημόσιας γνώμης.
Η δημοκρατική λογοδοσία δεν στηρίζεται στην αυθεντία του ομιλητή, αλλά στη δυνατότητα ελέγχου των πραγματολογικών ισχυρισμών που αυτός διατυπώνει.
Για τον λόγο αυτό, το ουσιαστικό συμπέρασμα της παρούσας έρευνας δεν αφορά το αν υπήρξαν ή δεν υπήρξαν ιδιωτικές δημοσκοπήσεις.
Αφορά το γεγονός ότι, με βάση τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ούτε να διαψευσθεί.
Η διαπίστωση αυτή δεν μειώνει κατ’ ανάγκην την αξιοπιστία του δημοσιογράφου που τον διατύπωσε.
Αναδεικνύει, όμως, ένα υπαρκτό όριο της δημόσιας ενημέρωσης: όταν η τεκμηρίωση ενός πραγματολογικού ισχυρισμού παραμένει απρόσιτη στον δημόσιο έλεγχο, η κοινωνία δεν έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει το περιεχόμενό του με αντικειμενικά κριτήρια.
Ακριβώς γι’ αυτό, η αξία της δημόσιας τεκμηρίωσης δεν εξαντλείται στην επιβεβαίωση ή τη διάψευση ενός επιμέρους γεγονότος. Αποτελεί τον μηχανισμό μέσω του οποίου προστατεύεται η ίδια η αξιοπιστία του δημόσιου λόγου.
Η αρχή αυτή δεσμεύει όλους όσοι συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο: πολιτικούς, δημοσιογράφους, ερευνητές, επιστήμονες και σχολιαστές. Δεν αφορά ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ούτε μία συγκεκριμένη υπόθεση. Αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση μιας δημοκρατίας στην οποία οι πολίτες διαμορφώνουν κρίση με βάση στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν και όχι αποκλειστικά με βάση το κύρος εκείνου που τα επικαλείται.
Τι αποδεικνύει – και τι δεν αποδεικνύει – η παρούσα έρευνα
Σε κάθε σοβαρή έρευνα είναι εξίσου σημαντικό να αποσαφηνίζονται τόσο τα συμπεράσματα όσο και τα όριά της.
Η παρούσα εργασία δεν αποδεικνύει ότι ο δημοσιογράφος Γιώργος Παπαχρήστος διατύπωσε έναν ψευδή ισχυρισμό. Μια τέτοια κρίση θα απαιτούσε πρόσβαση σε στοιχεία που ενδέχεται να μην είναι δημόσια διαθέσιμα και, συνεπώς, βρίσκονται εκτός του πεδίου της παρούσας έρευνας.
Από την άλλη πλευρά, η έρευνα δεν μπορεί ούτε να επιβεβαιώσει ότι οι «πραγματικές δημοσκοπήσεις» στις οποίες έγινε αναφορά υπήρχαν πράγματι και εμφάνιζαν τα συγκεκριμένα ποσοστά.
Το μόνο που μπορεί να εξεταστεί με επιστημονική και δημοσιογραφική αυστηρότητα είναι το σύνολο των στοιχείων που βρίσκονται στη δημόσια σφαίρα.
Με βάση αυτά τα στοιχεία προκύπτουν τέσσερις διαπιστώσεις:
Πρώτον, η δημόσια δήλωση περί «πραγματικών δημοσκοπήσεων» που έδιναν στη Νέα Δημοκρατία ποσοστά 21%-23% πράγματι έγινε και αποτυπώνεται με σαφήνεια στο πρωτογενές οπτικοακουστικό υλικό και στην απομαγνητοφώνησή του.
Δεύτερον, οι τελευταίες δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις της περιόδου —και ειδικότερα εκείνες της Metron Analysis που προβάλλονταν από το ίδιο το MEGA— δεν εμφάνιζαν το συγκεκριμένο εύρος ποσοστών.
Τρίτον, από τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί οποιαδήποτε δημοσιοποιημένη δημοσκόπηση που να αντιστοιχεί στους αριθμούς που αναφέρθηκαν.
Τέταρτον, συνεπώς, ο συγκεκριμένος δημόσιος πραγματολογικός ισχυρισμός δεν είναι δυνατόν να επαληθευθεί από έναν ανεξάρτητο ερευνητή χρησιμοποιώντας αποκλειστικά δημόσιες πηγές.
Αυτές είναι οι πραγματικές διαπιστώσεις της έρευνας. Οποιοδήποτε συμπέρασμα πέρα από αυτές θα αποτελούσε εικασία και όχι τεκμηριωμένη κρίση. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Στον δημόσιο διάλογο παρατηρείται συχνά η τάση να μετατρέπεται η αδυναμία επιβεβαίωσης σε απόδειξη αναλήθειας ή, αντίστροφα, η επίκληση μιας άγνωστης πηγής σε απόδειξη αλήθειας.
Καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν συνάδει με τη μεθοδολογία της έρευνας.
Η επιστημονική και δημοσιογραφική δεοντολογία επιβάλλει να διαχωρίζεται με σαφήνεια εκείνο που μπορεί να αποδειχθεί από εκείνο που απλώς μπορεί να υποτεθεί.
Η διάκριση αυτή δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας της έρευνας. Αντιθέτως, αποτελεί την ουσία της.
Μια τεκμηριωμένη έρευνα δεν οφείλει να απαντά σε όλα τα ερωτήματα. Οφείλει να απαντά μόνο σε εκείνα για τα οποία διαθέτει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και να δηλώνει με ειλικρίνεια πού σταματούν οι αποδείξεις και πού αρχίζουν οι υποθέσεις.
Ακριβώς γι’ αυτό, το ουσιαστικό συμπέρασμα της παρούσας μελέτης δεν αφορά τελικά ένα συγκεκριμένο ποσοστό ή μία συγκεκριμένη δημοσκόπηση.
Αφορά την ανάγκη ο δημόσιος διάλογος να διατηρεί πάντοτε τη διάκριση ανάμεσα στον τεκμηριωμένο ισχυρισμό, στην προσωπική εκτίμηση και στην πληροφορία που, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να υποβληθεί σε δημόσιο έλεγχο.
Μόνον έτσι η ενημέρωση παραμένει αντικείμενο κριτικής αξιολόγησης και όχι ζήτημα προσωπικής πίστης ή εμπιστοσύνης προς τον εκάστοτε ομιλητή.
Ανακεφαλαίωση
Η παρούσα έρευνα ξεκίνησε από έναν συγκεκριμένο δημόσιο ισχυρισμό.
Δεν επιχείρησε να αξιολογήσει πολιτικές επιλογές, να αποδώσει προθέσεις ή να αμφισβητήσει το δικαίωμα οποιουδήποτε δημοσιογράφου να διαθέτει εμπιστευτικές πληροφορίες.
Το ερώτημα ήταν εξαρχής σαφές: Μπορεί ο συγκεκριμένος δημόσιος πραγματολογικός ισχυρισμός να επαληθευθεί με βάση τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα στους πολίτες;
Η απάντηση που προέκυψε από την έρευνα είναι επίσης σαφής: Με βάση το σύνολο των δημοσίως διαθέσιμων στοιχείων, ο ισχυρισμός περί «πραγματικών δημοσκοπήσεων» που εμφάνιζαν τη Νέα Δημοκρατία στο εύρος 21%-23% δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθεί.
Η διαπίστωση αυτή δεν αποδεικνύει ότι τέτοιες δημοσκοπήσεις δεν υπήρξαν. Αποδεικνύει όμως ότι ο πολίτης, ο ερευνητής και κάθε τρίτος παρατηρητής δεν διαθέτουν τα αναγκαία στοιχεία για να ελέγξουν ανεξάρτητα την ακρίβεια του συγκεκριμένου ισχυρισμού.
Αυτό ακριβώς είναι το όριο ανάμεσα στην πληροφορία και στη δημόσια τεκμηρίωση.
Η δημοκρατική κοινωνία στηρίζεται στην ελευθερία της έκφρασης, αλλά ταυτόχρονα προϋποθέτει την ύπαρξη ενός δημόσιου χώρου μέσα στον οποίο οι πραγματολογικοί ισχυρισμοί μπορούν, κατά το δυνατόν, να ελεγχθούν.
Η αρχή αυτή δεν περιορίζεται στις δημοσκοπήσεις. Αφορά κάθε αριθμητικό στοιχείο, κάθε στατιστικό δεδομένο, κάθε πραγματολογική αναφορά που επηρεάζει την κοινή γνώμη και συμβάλλει στη διαμόρφωση πολιτικών συμπερασμάτων.
Η απαίτηση για τεκμηρίωση δεν αποτελεί έκφραση δυσπιστίας απέναντι στους δημοσιογράφους. Αντιθέτως, αποτελεί τον θεσμό που προστατεύει την αξιοπιστία της δημοσιογραφίας.
Όσο περισσότερο οι δημόσιοι ισχυρισμοί μπορούν να ελεγχθούν, τόσο ισχυρότερη γίνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ενημέρωση.
Αντίστοιχα, όταν η δημόσια συζήτηση στηρίζεται σε πληροφορίες που παραμένουν εκτός κάθε δυνατότητας ανεξάρτητης επαλήθευσης, ο δημόσιος διάλογος μετατοπίζεται αναπόφευκτα από την τεκμηρίωση στην προσωπική εμπιστοσύνη προς τον εκάστοτε ομιλητή.
Η διάκριση αυτή δεν είναι δευτερεύουσα. Αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Η παρούσα έρευνα δεν φιλοδοξεί να δώσει την τελευταία λέξη για την υπόθεση που εξέτασε.
Φιλοδοξεί, όμως, να αναδείξει μια μεθοδολογική αρχή που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη περίπτωση:
Σε μια δημοκρατία, η ισχύς ενός δημόσιου πραγματολογικού ισχυρισμού δεν εξαρτάται μόνο από το κύρος εκείνου που τον διατυπώνει, αλλά και από τη δυνατότητα της κοινωνίας να τον υποβάλει σε ανεξάρτητο, τεκμηριωμένο και καλόπιστο έλεγχο.
Αυτή είναι, τελικά, η ουσία της διαφάνειας.
Και αυτή είναι η ουσία της υπεύθυνης δημοσιογραφίας.
________________
Πηγές και τεκμηρίωση
Πρωτογενείς πηγές
- Δημόσια διαθέσιμο οπτικοακουστικό υλικό της εκπομπής Morning Point του τηλεοπτικού σταθμού MEGA, στο οποίο διατυπώθηκε ο εξεταζόμενος δημόσιος ισχυρισμός.
- Πλήρης απομαγνητοφώνηση του σχετικού αποσπάσματος της εκπομπής, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την ακριβή καταγραφή και επαλήθευση των λεχθέντων.
- Δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις της περιόδου που αποτέλεσαν αντικείμενο συγκριτικής εξέτασης στο πλαίσιο της έρευνας.
- Νόμος 3603/2007 περί δημοσκοπήσεων και συναφών υποχρεώσεων δημοσιοποίησης.
- Κώδικας Αρχών Δεοντολογίας της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.).
- ICC/ESOMAR International Code on Market, Opinion and Social Research and Data Analytics.
- ESOMAR/WAPOR Guideline for Opinion Polls and Published Surveys.
- Society of Professional Journalists (SPJ), Code of Ethics.
Δευτερογενείς πηγές
- Σύνδεσμος Εταιρειών Δημοσκοπήσεων και Έρευνας Αγοράς (ΣΕΔΕΑ): κανονιστικό και πληροφοριακό υλικό σχετικά με την εφαρμογή των διεθνών κωδίκων δεοντολογίας στην Ελλάδα.
- Δημοσιευμένες παρουσιάσεις και συνοδευτικά στοιχεία των εταιρειών δημοσκοπήσεων που εξετάστηκαν κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται η έρευνα.
- Επίσημες πληροφορίες και επεξηγηματικό υλικό των διεθνών οργανισμών ESOMAR και WAPOR σχετικά με τη δημοσιοποίηση και την αξιολόγηση ερευνών κοινής γνώμης.
Η παρούσα έρευνα βασίστηκε αποκλειστικά σε δημόσια διαθέσιμες και επαληθεύσιμες πηγές. Όλες οι αξιολογικές κρίσεις που διατυπώνονται στο κείμενο στηρίζονται αποκλειστικά στα στοιχεία που τεκμηριώνονται από τις παραπάνω πηγές και δεν επεκτείνονται πέραν των ορίων που αυτές επιτρέπουν.
