Είκοσι δύο χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2004 και με αφορμή τη νέα πρωτοβουλία του ΟΗΕ, μια ιστορική αποτίμηση των γεγονότων, των προβλέψεων και της γεωπολιτικής εξέλιξης του Κυπριακού
Εισαγωγή
Τον Ιούλιο του 2026 πραγματοποιήθηκε νέα άτυπη διευρυμένη συνάντηση για το Κυπριακό υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Παρά τις προσπάθειες να διατηρηθεί ανοικτός ο διάλογος μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται σήμερα απέχει αισθητά από εκείνη που επικρατούσε πριν από είκοσι δύο χρόνια, όταν ο κυπριακός λαός κλήθηκε να αποφασίσει για το Σχέδιο Ανάν.
Το Κυπριακό παραμένει άλυτο, όμως το διεθνές και γεωπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο συζητείται έχει μεταβληθεί ουσιωδώς. Η επίσημη προβολή της λύσης δύο κρατών από την τουρκική πλευρά, οι ανακατατάξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, οι ενεργειακές εξελίξεις και η μετάβαση προς ένα περισσότερο πολυπολικό διεθνές σύστημα συνθέτουν σήμερα ένα πλαίσιο πολύ διαφορετικό από εκείνο του 2004.
Κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος, η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο περιεχόμενο του Σχεδίου Ανάν. Οι υποστηρικτές του «Ναι», με χαρακτηριστικότερους εκφραστές τον Νίκο Αναστασιάδη, τον Αλέκο Μαρκίδη και τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, υποστήριζαν ότι, παρά τις αδυναμίες του, το σχέδιο αποτελούσε μια μοναδική ιστορική ευκαιρία επανένωσης της Κύπρου και προειδοποιούσαν ότι η απόρριψή του ενδεχομένως θα οδηγούσε σε δυσμενέστερες εξελίξεις στο μέλλον.
Αντίθετα, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος και οι πολιτικές δυνάμεις που τάχθηκαν υπέρ του «Όχι» θεωρούσαν ότι το σχέδιο περιείχε σοβαρές θεσμικές, συνταγματικές και ασφαλιστικές αδυναμίες, οι οποίες θα δημιουργούσαν περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυναν, εκτιμώντας ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα δημιουργούσε ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για την επίτευξη μιας δικαιότερης, λειτουργικότερης και ασφαλέστερης συμφωνίας στο μέλλον.
Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, η Ιστορία επιτρέπει πλέον μια ψυχραιμότερη αποτίμηση. Δεν εξετάζουμε πλέον υποθέσεις ή προβλέψεις για το μέλλον, αλλά γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν το 2004 μετασχημάτισαν ουσιαστικά τόσο το διεθνές περιβάλλον όσο και το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο συζητείται σήμερα το Κυπριακό.
Κάθε διεθνής διαπραγμάτευση εμπεριέχει μια εκτίμηση για το μέλλον. Όσοι αποδέχονται έναν συμβιβασμό θεωρούν ότι οι συγκεκριμένοι όροι αποτελούν την καλύτερη εφικτή λύση της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής. Όσοι τον απορρίπτουν αναλαμβάνουν, συνειδητά ή μη, το ιστορικό ρίσκο ότι η πάροδος του χρόνου θα δημιουργήσει ευνοϊκότερες γεωπολιτικές συνθήκες και θα καταστήσει δυνατή μια καλύτερη συμφωνία.
Η Ιστορία δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα στο υποθετικό ερώτημα «τι θα είχε συμβεί αν είχε ληφθεί διαφορετική απόφαση». Μπορεί όμως να εξετάσει κατά πόσον οι προβλέψεις που συνόδευσαν εκείνη την απόφαση επιβεβαιώθηκαν ή διαψεύστηκαν από την εξέλιξη των γεγονότων. Αυτό ακριβώς αποτελεί το βασικό ιστορικό ερώτημα της παρούσας μελέτης.
Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι να αποδώσει πολιτικές ευθύνες ούτε να αναδείξει εκ των υστέρων «δικαιωμένους» και «διαψευσμένους» της δημόσιας αντιπαράθεσης του 2004. Επιδιώκει να εξετάσει, με βάση πρωτογενείς ιστορικές πηγές και τα γεγονότα που μεσολάβησαν κατά τις δύο επόμενες δεκαετίες, ποια επιχειρήματα διατυπώθηκαν πριν από το δημοψήφισμα, ποιες προβλέψεις έγιναν από κάθε πλευρά και κατά πόσον οι μεταγενέστερες εξελίξεις επιβεβαίωσαν ή όχι αυτές τις εκτιμήσεις.
Παράλληλα, η μελέτη επιχειρεί να διερευνήσει ένα ευρύτερο ιστορικό ζήτημα: κατά πόσον οι διεθνείς διαπραγματεύσεις εξελίσσονται σε σταθερό ή σε μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον. Με άλλα λόγια, αν μια συμβιβαστική πρόταση που απορρίπτεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία μπορεί πράγματι να επανέλθει στο μέλλον με τους ίδιους ή ευνοϊκότερους όρους ή αν, αντίθετα, η πάροδος του χρόνου μεταβάλλει τις ισορροπίες και επανακαθορίζει το ίδιο το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης.
Το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο το Κυπριακό. Για τον λόγο αυτό, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης εξετάζεται συγκριτικά και η μακρόχρονη διαπραγμάτευση για την ονομασία της σημερινής Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας. Η σύγκριση δεν αποσκοπεί στην εξομοίωση δύο διαφορετικών εθνικών ζητημάτων. Επιλέγεται ως δεύτερη μελέτη περίπτωσης, επειδή παρουσιάζει ένα αντίστοιχο ιστορικό ερώτημα: κατά πόσον η απόρριψη μιας συμβιβαστικής πρότασης μπορεί, ύστερα από χρόνια γεωπολιτικών μεταβολών, να οδηγήσει σε διαφορετικούς όρους διαπραγμάτευσης από εκείνους που ίσχυαν όταν η πρόταση διατυπώθηκε.
Η ανάλυση που ακολουθεί στηρίζεται κατά προτεραιότητα σε πρωτογενείς πηγές: επίσημα έγγραφα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κυπριακής Δημοκρατίας, δημόσιες δηλώσεις των πρωταγωνιστών, αποφάσεις διεθνών οργανισμών, καθώς και στην ελληνική και διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία. Στόχος είναι ο σαφής διαχωρισμός των ιστορικών δεδομένων από την ερμηνεία τους, σύμφωνα με τις αρχές της ιστορικής έρευνας.
Η Ιστορία δεν μπορεί να αλλάξει τις αποφάσεις του παρελθόντος. Μπορεί όμως να εξετάσει, με τη χρονική απόσταση που προσφέρουν πλέον περισσότερες από δύο δεκαετίες εξελίξεων, κατά πόσον οι πολιτικές προβλέψεις που συνόδευσαν μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας επιβεβαιώθηκαν από την εξέλιξη των γεγονότων. Παράλληλα, μπορεί να αναδείξει ένα ευρύτερο συμπέρασμα, που υπερβαίνει το ίδιο το Κυπριακό: τον τρόπο με τον οποίο η πάροδος του χρόνου και οι γεωπολιτικές μεταβολές επηρεάζουν την εξέλιξη των διεθνών διαπραγματεύσεων. Αυτό ακριβώς αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας μελέτης.
Κεφάλαιο 1 – Το Κυπριακό από το 1974 έως το Σχέδιο Ανάν
Η διαμόρφωση του πλαισίου που οδήγησε στο δημοψήφισμα του 2004
Καμία ιστορική αποτίμηση του Σχεδίου Ανάν δεν μπορεί να είναι πλήρης, αν δεν εξεταστεί το πολιτικό, διπλωματικό και γεωπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτό διαμορφώθηκε. Το σχέδιο δεν εμφανίσθηκε σε ιστορικό κενό ούτε αποτέλεσε μια απομονωμένη πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών. Ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας που ξεκίνησε μετά τα γεγονότα του 1974 και εξελίχθηκε επί τρεις δεκαετίες μέσα από αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις, αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, μεταβολές στις διεθνείς ισορροπίες και αλλαγές στις στρατηγικές επιδιώξεις όλων των εμπλεκομένων.
Η κατανόηση αυτού του ιστορικού πλαισίου είναι απαραίτητη όχι μόνο για την αξιολόγηση του ίδιου του Σχεδίου Ανάν, αλλά και για την ερμηνεία του βασικού ερωτήματος της παρούσας μελέτης: γιατί σημαντικό μέρος της διεθνούς κοινότητας θεωρούσε το 2004 μια μοναδική ευκαιρία συνολικής επίλυσης του Κυπριακού και γιατί, αντίθετα, μεγάλο μέρος της ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας εκτιμούσε ότι ο χρόνος θα λειτουργούσε ευνοϊκότερα μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η τομή του 1974
Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, που οργανώθηκε από τη στρατιωτική δικτατορία των Αθηνών μέσω της ΕΟΚΑ Β΄ με στόχο την ανατροπή του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, αποτέλεσε την αφορμή για τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στις 20 Ιουλίου του ίδιου έτους, με επίκληση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960.
Η πρώτη στρατιωτική επιχείρηση ακολουθήθηκε από δεύτερη, τον Αύγουστο του 1974, με αποτέλεσμα η Τουρκία να θέσει υπό τον έλεγχό της περίπου το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι συνέπειες υπήρξαν δραματικές:
- εκατοντάδες νεκροί και αγνοούμενοι,
- περίπου 160.000 έως 200.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες,
- χιλιάδες Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν προς το βόρειο τμήμα του νησιού,
- δημιουργήθηκε η λεγόμενη «Πράσινη Γραμμή» υπό την επίβλεψη της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών,
- διαμορφώθηκε μια πραγματικότητα στρατιωτικής κατοχής, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα.
Η Κυπριακή Δημοκρατία συνέχισε να αναγνωρίζεται διεθνώς ως το μοναδικό νόμιμο κράτος στο νησί, ενώ καμία χώρα, πλην της Τουρκίας, δεν αναγνώρισε το αποσχιστικό μόρφωμα που ανακηρύχθηκε το 1983 ως «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε διαχρονικά από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία χαρακτήρισαν την ανακήρυξη του ψευδοκράτους νομικά άκυρη.
Η σταδιακή διαμόρφωση του πλαισίου λύσης
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000 πραγματοποιήθηκαν δεκάδες γύροι συνομιλιών υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Παρά τις επιμέρους διαφωνίες, διαμορφώθηκε σταδιακά ένα κοινό διαπραγματευτικό πλαίσιο, το οποίο στηριζόταν:
- στην ύπαρξη ενός ενιαίου διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους,
- σε μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία,
- στην πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων, όπως αυτή αποτυπωνόταν στα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ,
- σε μία κυριαρχία,
- μία διεθνή προσωπικότητα,
- και μία ιθαγένεια.
Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του Ραούφ Ντενκτάς το 1977, καθώς και μεταξύ του Προέδρου Σπύρου Κυπριανού και του Ραούφ Ντενκτάς το 1979. Οι συμφωνίες αυτές δεν έλυσαν το Κυπριακό, καθόρισαν όμως το πλαίσιο μέσα στο οποίο επρόκειτο να κινηθούν σχεδόν όλες οι μετέπειτα διαπραγματεύσεις, συμπεριλαμβανομένου και του Σχεδίου Ανάν.
Παρά τις συνεχείς διαφωνίες ως προς την ερμηνεία κρίσιμων εννοιών —όπως η πολιτική ισότητα, η κατανομή των αρμοδιοτήτων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και το καθεστώς των εγγυήσεων— το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών διατήρησε σταθερά ως επιδιωκόμενο στόχο μια λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η νέα διεθνής πραγματικότητα
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 σηματοδότησε βαθιά μεταβολή του διεθνούς συστήματος.
Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν στην κυρίαρχη παγκόσμια δύναμη, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη επιχείρησαν να διαδραματίσουν περισσότερο ενεργό ρόλο στην επίλυση περιφερειακών συγκρούσεων.
Οι ειρηνευτικές συμφωνίες που επιτεύχθηκαν την ίδια περίοδο σε διάφορες περιοχές του κόσμου δημιούργησαν ένα κλίμα αισιοδοξίας ότι ακόμη και χρονίζουσες συγκρούσεις, όπως το Κυπριακό, μπορούσαν πλέον να αντιμετωπισθούν μέσω ολοκληρωμένων πολιτικών διευθετήσεων.
Μέσα σε αυτό το μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον, το Κυπριακό επανήλθε στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας.
Η ευρωπαϊκή προοπτική της Κυπριακής Δημοκρατίας
Καθοριστική εξέλιξη υπήρξε η απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας να επιδιώξει την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η προοπτική αυτή δημιούργησε νέα δεδομένα. Από τη μία πλευρά, ενίσχυσε σημαντικά τη διεθνή θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την άλλη, αύξησε την πίεση προς όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές να επιτευχθεί συνολική συμφωνία πριν από την ένταξη, ώστε ολόκληρη η Κύπρος να καταστεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως επανενωμένο κράτος.
Η συγκυρία αυτή εξηγεί γιατί, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, πολλοί διεθνείς παράγοντες θεωρούσαν ότι είχε δημιουργηθεί ένα εξαιρετικά στενό αλλά μοναδικό «παράθυρο ευκαιρίας» για συνολική λύση. Η εκτίμηση αυτή θα αποτελούσε αργότερα έναν από τους βασικούς άξονες της επιχειρηματολογίας των υποστηρικτών του «Ναι».
Η ανάληψη της πρωτοβουλίας από τον Κόφι Ανάν
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν ανέλαβε προσωπικά την πρωτοβουλία σύνταξης ενός ολοκληρωμένου σχεδίου επίλυσης του Κυπριακού.
Σε αντίθεση με προηγούμενες διαδικασίες, όπου ο ΟΗΕ λειτουργούσε κυρίως ως διαμεσολαβητής μεταξύ των δύο πλευρών, η νέα πρωτοβουλία περιλάμβανε ένα πλήρες συνταγματικό, θεσμικό και μεταβατικό σχέδιο, το οποίο επιχειρούσε να ρυθμίσει σχεδόν κάθε πτυχή της λειτουργίας του νέου ομόσπονδου κράτους.
Μετά από διαδοχικές αναθεωρήσεις και πολύμηνες διαπραγματεύσεις, το τελικό κείμενο υποβλήθηκε προς ταυτόχρονο δημοψήφισμα στις δύο κοινότητες στις 24 Απριλίου 2004.
Η έκβαση εκείνης της ψηφοφορίας δεν θα καθόριζε μόνο την τύχη του ίδιου του Σχεδίου Ανάν. Θα αποτελούσε ταυτόχρονα επιλογή ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εκτιμήσεις για την πορεία του Κυπριακού: η μία θεωρούσε ότι η συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία δύσκολα θα επαναλαμβανόταν, ενώ η άλλη ότι ο χρόνος και η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα δημιουργούσαν ευνοϊκότερους όρους για μια μελλοντική συμφωνία.
Από αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει η παρούσα μελέτη. Για να αξιολογηθεί όμως η ιστορική σημασία εκείνης της επιλογής, είναι απαραίτητο να εξεταστεί πρώτα τι ακριβώς προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν. Πολλά από όσα ειπώθηκαν κατά την προεκλογική περίοδο του δημοψηφίσματος βασίζονταν σε αποσπασματικές παρουσιάσεις ή επιλεκτικές αναγνώσεις του πολυσέλιδου κειμένου. Η ιστορική έρευνα οφείλει, επομένως, να επιστρέψει πρώτα στο ίδιο το πρωτογενές κείμενο και να παρουσιάσει με ακρίβεια τις βασικές του προβλέψεις, πριν εξετάσει τις πολιτικές αντιπαραθέσεις που αυτό προκάλεσε.
Κεφάλαιο 2 – Το Σχέδιο Ανάν
Τι προέβλεπε πραγματικά η τελική πρόταση των Ηνωμένων Εθνών
Πριν εξεταστούν οι πολιτικές αντιπαραθέσεις που οδήγησαν στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004, είναι απαραίτητο να παρουσιαστεί το ίδιο το Σχέδιο Ανάν. Η δημόσια συζήτηση της περιόδου εκείνης χαρακτηρίστηκε από έντονη πολιτική πόλωση, με αποτέλεσμα πολλές διατάξεις του σχεδίου να προβάλλονται αποσπασματικά, άλλοτε ως αποδείξεις μιας ιστορικής ευκαιρίας και άλλοτε ως τεκμήρια ενός απαράδεκτου συμβιβασμού.
Η ιστορική έρευνα, όμως, δεν μπορεί να ξεκινήσει από τις πολιτικές αξιολογήσεις. Οφείλει να ξεκινήσει από το ίδιο το πρωτογενές κείμενο. Για τον λόγο αυτό, το παρόν κεφάλαιο παρουσιάζει συνοπτικά τις βασικές προβλέψεις της τελικής εκδοχής του σχεδίου (Annan V), η οποία υποβλήθηκε από τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν στις 31 Μαρτίου 2004 και τέθηκε σε ταυτόχρονο δημοψήφισμα στις δύο κοινότητες στις 24 Απριλίου του ίδιου έτους.
Το τελικό σχέδιο αριθμούσε χιλιάδες σελίδες μαζί με τα παραρτήματα, τους χάρτες, τις συνταγματικές διατάξεις και τις μεταβατικές ρυθμίσεις. Δεν επρόκειτο για μια γενική πολιτική διακήρυξη, αλλά για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ίδρυσης και λειτουργίας ενός νέου ομόσπονδου κράτους, το οποίο επιχειρούσε να ρυθμίσει σχεδόν κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής μετά την επίλυση του Κυπριακού.
Η φιλοσοφία του σχεδίου
Βασικός στόχος του Σχεδίου Ανάν ήταν η επανένωση της Κύπρου μέσω της δημιουργίας ενός ομόσπονδου κράτους, αποτελούμενου από δύο πολιτικά ισότιμα συνιστώντα κράτη, ένα ελληνοκυπριακό και ένα τουρκοκυπριακό.
Το νέο κράτος θα διέθετε:
- μία και μόνη διεθνή νομική προσωπικότητα,
- μία κυριαρχία,
- μία κυπριακή ιθαγένεια,
- μία ενιαία εκπροσώπηση στους διεθνείς οργανισμούς και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, κάθε πολίτης θα ήταν και πολίτης του αντίστοιχου συνιστώντος κράτους, χωρίς όμως αυτό να δημιουργεί δεύτερη διεθνή κρατική υπόσταση.
Το προτεινόμενο μοντέλο δεν ήταν ούτε ενιαίο κράτος ούτε συνομοσπονδία. Αποτελούσε μια ιδιαίτερα σύνθετη μορφή διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, με σημαντικές αρμοδιότητες στα δύο συνιστώντα κράτη και περιορισμένες αλλά κρίσιμες εξουσίες στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η θεσμική αυτή αρχιτεκτονική επρόκειτο να αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες της πολιτικής αντιπαράθεσης που ακολούθησε.
Οι βασικοί θεσμοί
Το ομοσπονδιακό επίπεδο θα αναλάμβανε κυρίως:
- την εξωτερική πολιτική,
- την εκπροσώπηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
- την ιθαγένεια,
- τη νομισματική πολιτική,
- βασικές οικονομικές αρμοδιότητες,
- καθώς και ζητήματα που αφορούσαν τη λειτουργία του κοινού κράτους.
Οι περισσότερες καθημερινές διοικητικές και νομοθετικές αρμοδιότητες θα παρέμεναν στα δύο συνιστώντα κράτη, τα οποία θα διέθεταν δική τους κυβέρνηση, δική τους Βουλή και ευρύ πεδίο εσωτερικής αυτοδιοίκησης.
Η επιλογή αυτή αντανακλούσε την προσπάθεια των Ηνωμένων Εθνών να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη ύπαρξης ενός ενιαίου, διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους και στην απαίτηση των δύο κοινοτήτων να διατηρήσουν υψηλό βαθμό αυτοδιοίκησης.
Το περιουσιακό και το εδαφικό
Από τα δυσκολότερα ζητήματα που επιχειρούσε να ρυθμίσει το σχέδιο ήταν η αντιμετώπιση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής του 1974.
Το σχέδιο προέβλεπε συνδυασμό:
- επιστροφής περιουσιών,
- ανταλλαγής περιουσιών,
- οικονομικών αποζημιώσεων,
- και ειδικών διαδικασιών εξέτασης των σχετικών αξιώσεων από ανεξάρτητες επιτροπές.
Παράλληλα, προτεινόταν αναπροσαρμογή της γραμμής κατάπαυσης του πυρός, ώστε σημαντικές περιοχές, μεταξύ των οποίων η Μόρφου και μεγάλο μέρος της περιοχής της Αμμοχώστου, να επιστρέψουν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση. Μετά τις προβλεπόμενες εδαφικές αναπροσαρμογές, το τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος θα καταλάμβανε περίπου το 28,5% της έκτασης της νήσου.
Ζητήματα ασφάλειας και εγγυήσεων
Το κεφάλαιο της ασφάλειας υπήρξε ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα στοιχεία του Σχεδίου Ανάν.
Η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 δεν καταργούνταν, αλλά διατηρούνταν με τροποποιήσεις. Παράλληλα, προβλεπόταν σημαντική μείωση των ελληνικών και τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων που θα παρέμεναν στην Κύπρο, με σταδιακή περαιτέρω μείωση τα επόμενα χρόνια και τελική διατήρηση περιορισμένων στρατιωτικών αποσπασμάτων, σύμφωνα με τις προβλέψεις του σχεδίου.
Οι ρυθμίσεις αυτές επρόκειτο να αποτελέσουν το κεντρικό σημείο της δημόσιας αντιπαράθεσης, καθώς διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις αξιολογούσαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο τις εγγυήσεις που παρείχαν για τη μελλοντική ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση
Ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα των συντακτών του σχεδίου ήταν ότι η επανενωμένη Κύπρος θα εντασσόταν ενιαία στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004.
Το ευρωπαϊκό κεκτημένο θα εφαρμοζόταν σταδιακά, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του σχεδίου, ενώ προβλέπονταν ορισμένες προσωρινές παρεκκλίσεις, με στόχο να διευκολυνθεί η εφαρμογή της συμφωνίας και η λειτουργία της προτεινόμενης ομοσπονδιακής δομής.
Η ευρωπαϊκή διάσταση δεν αποτελούσε απλώς ένα θεσμικό στοιχείο του σχεδίου. Αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους πολλοί διεθνείς παράγοντες θεωρούσαν ότι το 2004 είχε διαμορφωθεί μια εξαιρετικά ευνοϊκή ιστορική συγκυρία για την οριστική επίλυση του Κυπριακού.
Ένα εξαιρετικά σύνθετο πολιτειακό εγχείρημα
Ανεξάρτητα από την τελική αξιολόγηση που μπορεί να διατυπώσει κανείς, το Σχέδιο Ανάν υπήρξε ένα από τα πλέον αναλυτικά και σύνθετα σχέδια επίλυσης διεθνούς διαφοράς που έχουν ποτέ τεθεί σε δημοψήφισμα.
Η πολυπλοκότητα του κειμένου εξηγεί γιατί η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε συχνά σε επιμέρους διατάξεις, χωρίς να είναι πάντοτε εύκολο για τους πολίτες να αποκτήσουν ολοκληρωμένη εικόνα του συνολικού θεσμικού πλαισίου.
Γι’ αυτό, η ιστορική αξιολόγηση του Σχεδίου Ανάν δεν μπορεί να στηρίζεται ούτε σε αποσπασματικές αναφορές ούτε σε πολιτικά συνθήματα. Οφείλει πρώτα να κατανοήσει τι ακριβώς προέβλεπε το ίδιο το κείμενο και στη συνέχεια να εξετάσει γιατί οι ίδιες διατάξεις ερμηνεύθηκαν τόσο διαφορετικά από τους πρωταγωνιστές της εποχής.
Το επόμενο κεφάλαιο εξετάζει ακριβώς αυτή τη δημόσια αντιπαράθεση, παρουσιάζοντας συστηματικά τα επιχειρήματα του «Ναι» και του «Όχι», όπως διατυπώθηκαν από τους πολιτικούς αρχηγούς, τα κόμματα και τους βασικούς πρωταγωνιστές της περιόδου.
Κεφάλαιο 3 – Το δημοψήφισμα του 2004
3.1 Το πολιτικό και διεθνές κλίμα πριν από το δημοψήφισμα
Το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 υπήρξε η σημαντικότερη πολιτική απόφαση που κλήθηκε να λάβει ο κυπριακός ελληνισμός μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού δεν επρόκειτο απλώς για μια διαπραγμάτευση μεταξύ κυβερνήσεων ή διπλωματικών αντιπροσωπειών, αλλά για άμεση έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Οι πολίτες των δύο κοινοτήτων καλούνταν να αποφασίσουν αν αποδέχονταν ή απέρριπταν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού, το οποίο είχε συνταχθεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών έπειτα από πολυετείς διαπραγματεύσεις.
Η πολιτική αντιπαράθεση που προηγήθηκε υπήρξε πρωτοφανής σε ένταση. Οι δημόσιες συζητήσεις, οι τηλεοπτικές παρεμβάσεις, οι κομματικές συγκεντρώσεις και τα μέσα ενημέρωσης κυριάρχησαν επί εβδομάδες στην πολιτική ζωή της Κύπρου. Παράλληλα, ιδιαίτερα έντονη ήταν και η διεθνής κινητικότητα. Τα Ηνωμένα Έθνη, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετώπιζαν το δημοψήφισμα ως μια ιστορική ευκαιρία για την επίλυση ενός από τα πλέον μακροχρόνια διεθνή προβλήματα της μεταπολεμικής Ευρώπης.
Η κορύφωση αυτής της διαδικασίας σημειώθηκε στις διαπραγματεύσεις του Μπούργκενστοκ της Ελβετίας, τον Μάρτιο του 2004. Εκεί, υπό την προσωπική εποπτεία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν, πραγματοποιήθηκαν οι τελικές διαβουλεύσεις μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. Καθώς δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη πλήρους συμφωνίας σε όλα τα ζητήματα, ενεργοποιήθηκε η ήδη προβλεπόμενη διαδικασία, σύμφωνα με την οποία ο Γενικός Γραμματέας συμπλήρωσε ο ίδιος τα εκκρεμή σημεία και παρουσίασε την τελική εκδοχή του σχεδίου, γνωστή ως Annan V, η οποία επρόκειτο να τεθεί απευθείας στην κρίση των δύο κοινοτήτων.
Η συγκυρία θεωρούνταν από πολλούς εξαιρετικά ευνοϊκή. Η Κυπριακή Δημοκρατία επρόκειτο να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004, μόλις μία εβδομάδα μετά το δημοψήφισμα. Η διεθνής κοινότητα εκτιμούσε ότι υπήρχε μια μοναδική δυνατότητα να εισέλθει ολόκληρη η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως επανενωμένο κράτος, γεγονός που, κατά την αντίληψη πολλών διεθνών παραγόντων, θα διευκόλυνε τόσο την εφαρμογή της συμφωνίας όσο και τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αντίληψη αυτή αποτυπώθηκε επανειλημμένα στις δημόσιες παρεμβάσεις του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και κυβερνήσεων που συμμετείχαν ενεργά στη διπλωματική προσπάθεια. Κοινός παρονομαστής των τοποθετήσεών τους ήταν η εκτίμηση ότι η συγκεκριμένη συγκυρία δύσκολα θα επαναλαμβανόταν, καθώς η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα άλλαζε αναπόφευκτα τα κίνητρα και τις ισορροπίες των εμπλεκομένων μερών.
Την ίδια στιγμή, στην ελληνοκυπριακή πλευρά διαμορφωνόταν μια διαφορετική ανάγνωση της πραγματικότητας. Πολλοί πολιτικοί, νομικοί και πανεπιστημιακοί υποστήριζαν ότι η επικείμενη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν δημιουργούσε πίεση για αποδοχή της συγκεκριμένης πρότασης, αλλά, αντίθετα, ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά την άποψή τους, η ιδιότητα του κράτους-μέλους θα επέτρεπε τη διεκδίκηση μιας λειτουργικότερης, ασφαλέστερης και περισσότερο συμβατής με το ευρωπαϊκό κεκτημένο συμφωνίας σε μεταγενέστερο χρόνο.
Έτσι, πριν ακόμη ανοίξουν οι κάλπες, είχαν ήδη διαμορφωθεί δύο διαφορετικές σχολές σκέψης για το μέλλον του Κυπριακού. Η πρώτη θεωρούσε ότι το 2004 αποτελούσε ένα μοναδικό γεωπολιτικό «παράθυρο ευκαιρίας», του οποίου η απώλεια θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε δυσμενέστερες εξελίξεις. Η δεύτερη υποστήριζε ότι η ιστορική συγκυρία δεν επέβαλλε την αποδοχή μιας συμφωνίας που θεωρούνταν προβληματική και ότι ο χρόνος, σε συνδυασμό με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα λειτουργούσε τελικά υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η διάσταση αυτή είναι καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση του δημοψηφίσματος. Η ουσιαστική αντιπαράθεση δεν περιοριζόταν στις επιμέρους διατάξεις του Σχεδίου Ανάν. Αφορούσε δύο διαφορετικές εκτιμήσεις για την εξέλιξη της διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας και, τελικά, δύο διαφορετικές προβλέψεις για το μέλλον του Κυπριακού. Αυτές ακριβώς τις προβλέψεις καλείται να εξετάσει η παρούσα ιστορική μελέτη.
Στις επόμενες ενότητες παρουσιάζονται αναλυτικά οι θέσεις των βασικών πρωταγωνιστών της δημόσιας συζήτησης του 2004, όπως διατυπώθηκαν μέσα από επίσημα διαγγέλματα, δημόσιες ομιλίες, κομματικές αποφάσεις και διεθνείς παρεμβάσεις. Η παρουσίασή τους δεν αποσκοπεί στην εκ των προτέρων επιβεβαίωση ή διάψευση κάποιας πλευράς, αλλά στην ακριβή καταγραφή των επιχειρημάτων και των προβλέψεων που διατυπώθηκαν πριν από την ετυμηγορία του κυπριακού λαού.
3.2 Το στρατόπεδο του «Ναι»
Η υποστήριξη του Σχεδίου Ανάν δεν προήλθε από έναν ενιαίο πολιτικό ή ιδεολογικό χώρο. Υπέρ της αποδοχής του τάχθηκαν πολιτικοί παράγοντες στην Κύπρο και την Ελλάδα, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και κυβερνήσεις που είχαν διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην ειρηνευτική προσπάθεια.
Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, όλοι σχεδόν συνέκλιναν σε μία βασική εκτίμηση: ότι το 2004 αποτελούσε ένα μοναδικό ιστορικό και γεωπολιτικό παράθυρο ευκαιρίας, το οποίο δύσκολα θα επαναλαμβανόταν. Κατά την άποψή τους, η απόρριψη του σχεδίου δεν θα διατηρούσε απλώς το υφιστάμενο καθεστώς, αλλά θα οδηγούσε σε σταδιακή επιδείνωση του Κυπριακού και σε δυσμενέστερους όρους για κάθε μελλοντική διαπραγμάτευση.
Νίκος Αναστασιάδης: Η υπεράσπιση του «ΝΑΙ» ως επιλογή εθνικής ευθύνης και πολιτικού ρεαλισμού
Κεντρικός πολιτικός εκφραστής του «ΝΑΙ» στην ελληνοκυπριακή κοινότητα υπήρξε ο Πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού Νίκος Αναστασιάδης. Στην ομιλία του στο Έκτακτο Παγκύπριο Συνέδριο του Δημοκρατικού Συναγερμού (15 Απριλίου 2004) παρουσίασε την υποστήριξή του προς το Σχέδιο Ανάν ως μια επιλογή που υπαγορευόταν από την εθνική ευθύνη και τον πολιτικό ρεαλισμό και όχι από την πεποίθηση ότι το σχέδιο αποτελούσε μια άψογη ή ιδανική λύση. Από την έναρξη της ομιλίας του έθεσε το ιδεολογικό πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του, τονίζοντας ότι το Συνέδριο όφειλε «να πάρει αποφάσεις που απαιτούν πατριωτικό ρεαλισμό… μακριά από λαϊκισμούς και σκοπιμότητες, [που] θα οδηγήσουν στην επανένωση της πατρίδας μας και τη διάσωση του Κυπριακού Ελληνισμού».
Ασκώντας έντονη κριτική στο τηλεοπτικό διάγγελμα του Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου, υποστήριξε ότι η δημόσια ενημέρωση υπήρξε μονομερής και ότι οι θετικές διατάξεις του σχεδίου αποσιωπήθηκαν. Χαρακτηριστικά διερωτήθηκε «πόσο αντικειμενική είναι η ενημέρωση ενός ηγέτη προς το λαό του όταν από ένα διάγγελμα 16 σελίδων οι 13 σελίδες αναλώνονται στο μηδενισμό κάθε θετικής διάταξης του σχεδίου», ενώ επέκρινε το γεγονός ότι η εναλλακτική πολιτική μετά από ένα «ΟΧΙ» περιοριζόταν, κατά την εκτίμησή του, σε γενικές διακηρύξεις χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο δράσης.
Στη συνέχεια επιχείρησε να αποδείξει ότι το τελικό σχέδιο ενσωμάτωνε ουσιώδεις ελληνοκυπριακές επιδιώξεις. Αναφέρθηκε αναλυτικά στη διατήρηση της μίας κυριαρχίας, της μίας διεθνούς προσωπικότητας και της μίας υπηκοότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην απαγόρευση της απόσχισης και της διχοτόμησης, στην επιστροφή εδαφών και σημαντικού αριθμού προσφύγων, στην αποκατάσταση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στη σταδιακή αποχώρηση κατοχικών στρατευμάτων και στη λειτουργία της επανενωμένης Κύπρου στο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καταλήγοντας σε αυτό το μέρος της ομιλίας δήλωσε χαρακτηριστικά ότι, εφόσον εφαρμοζόταν η λύση, «η πατρίδα μας επανενώνεται και χωρίς να ντρεπόμαστε μπορεί να λέμε… “την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσαμε”».
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε, ωστόσο, όχι μόνο στα πλεονεκτήματα της προτεινόμενης λύσης αλλά κυρίως στις συνέπειες που, κατά την εκτίμησή του, θα είχε η απόρριψή της. Με σειρά ερωτημάτων προς το συνέδριο έθεσε ζητήματα όπως η πιθανότητα διεθνούς αναβάθμισης του ψευδοκράτους, η αποδυνάμωση της θέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η μεταφορά των ευθυνών από την Τουρκία προς την ελληνοκυπριακή πλευρά, η οικονομική ενίσχυση των κατεχομένων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η σταδιακή παγίωση της διχοτόμησης. Κατά την εκτίμησή του, οι κίνδυνοι αυτοί όφειλαν να αξιολογηθούν με την ίδια σοβαρότητα όπως και οι αδυναμίες του ίδιου του σχεδίου.
Το κεντρικό συμπέρασμα της επιχειρηματολογίας του συνοψίστηκε προς το τέλος της ομιλίας, όπου χαρακτήρισε το πραγματικό δίλημμα του δημοψηφίσματος ως επιλογή ανάμεσα στην επανένωση και στην αβεβαιότητα της μη λύσης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Έχουμε μπροστά μας μια πρόταση λύσης… με γνωστές τις αδυναμίες, τις δυσκολίες και τα προβλήματα που πάντα ένας οδυνηρός αλλά ιστορικός συμβιβασμός περιλαμβάνει… Την ίδια ώρα η άλλη επιλογή είναι η επιλογή της αβεβαιότητας, η επιλογή του άγνωστου, η αγορά μιας ελπίδας χωρίς προοπτική. Έχοντας μπροστά μας το δίλημμα “επανένωση ή διχοτόμηση”… θα πρέπει να τολμήσουμε».
Η επιχειρηματολογία του μπορεί να συνοψισθεί σε τέσσερις βασικούς άξονες:
- η διατήρηση του υφιστάμενου στάτους κβο δεν αποτελούσε ασφαλή επιλογή αλλά εγκυμονούσε σοβαρούς πολιτικούς και εθνικούς κινδύνους·
- η ένταξη μιας επανενωμένης Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσέφερε, κατά την εκτίμησή του, το ασφαλέστερο θεσμικό πλαίσιο για την εφαρμογή μιας συμφωνίας·
- η διεθνής συγκυρία του 2004 δημιουργούσε μια μοναδική ευκαιρία επίλυσης του Κυπριακού, η οποία δεν ήταν βέβαιο ότι θα επαναλαμβανόταν·
- η πολιτική ηγεσία όφειλε να αποφασίσει με γνώμονα τις μακροπρόθεσμες συνέπειες για τον Κυπριακό Ελληνισμό και όχι υπό την πίεση του λαϊκού συναισθήματος ή του πολιτικού κόστους. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, «οι αποφάσεις που λαμβάνονται με βάση το αίσθημα οργής του λαού ή εθνικής επάρσεως δεν είναι κατά κανόνα οι σοφότερες», ενώ δήλωσε ότι θα θεωρούσε τον εαυτό του «ανάξιο» αν, για να γίνει αρεστός, παρασυρόταν από το κυρίαρχο λαϊκό ρεύμα και συναινούσε στην απόρριψη της λύσης.
Αλέκος Μαρκίδης: Η αξιολόγηση του Σχεδίου Ανάν με κριτήριο την υφιστάμενη πραγματικότητα
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχαν οι δημόσιες παρεμβάσεις του πρώην Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Αλέκου Μαρκίδη, ενός από τους σημαντικότερους νομικούς της χώρας και σταθερού υποστηρικτή της αναζήτησης συμβιβαστικής λύσης του Κυπριακού.
Βασική θέση του Μαρκίδη ήταν ότι η αξιολόγηση του Σχεδίου Ανάν δεν έπρεπε να γίνεται με μέτρο μια ιδανική ή προ του 1974 κατάσταση, αλλά σε σύγκριση με τα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί μετά από τρεις δεκαετίες κατοχής. Ήδη από το 2002 υπογράμμιζε χαρακτηριστικά ότι «αυτό που θα αποκτήσουμε μετά τη λύση δεν πρέπει να συγκρίνεται με την προ του 1974 κατάσταση στην Κύπρο αλλά με τη σημερινή», υποστηρίζοντας ότι κάθε βιώσιμη λύση θα αποτελούσε αναγκαστικά προϊόν αμοιβαίων συμβιβασμών.
Λίγες ημέρες πριν από το δημοψήφισμα, παρουσιάζοντας δημόσια την αξιολόγησή του για το τελικό σχέδιο, τόνισε ότι δεν το θεωρούσε άψογο: «Δεν σημαίνει ότι θεωρώ το σχέδιο τέλειο. Έχει πολλές αδυναμίες και μειονεκτήματα. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να ζήσουμε με αυτό ή αν επιλέγουμε συνειδητά να διακινδυνεύσουμε τη συνέχιση της σημερινής κατάστασης».
Η επιχειρηματολογία του στηριζόταν στην εκτίμηση ότι η πάροδος του χρόνου δεν αποτελούσε από μόνη της εγγύηση ευνοϊκότερης λύσης, ενώ η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος ενείχε σοβαρούς κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη προοπτική του Κυπριακού.
Κόφι Ανάν: «Ο χρόνος των διαπραγματεύσεων τελείωσε. Ήρθε ο χρόνος της απόφασης»
Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν είχε συνδέσει προσωπικά το κύρος και την αξιοπιστία του με την πολυετή προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στο Μπούργκενστοκ και την κατάθεση του τελικού σχεδίου στις 31 Μαρτίου 2004, υπογράμμισε ότι η διαπραγματευτική διαδικασία είχε πλέον ολοκληρωθεί, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Ο χρόνος των διαπραγματεύσεων και των διαβουλεύσεων τελείωσε. Ήρθε ο χρόνος της απόφασης και της δράσης».
Λίγες ημέρες πριν από το δημοψήφισμα απηύθυνε ειδικό τηλεοπτικό μήνυμα προς τους Κυπρίους, επισημαίνοντας ότι η ευθύνη της τελικής επιλογής ανήκε πλέον στους ίδιους τους πολίτες. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «Αυτό το Σάββατο, ο καθένας από εσάς καλείται να λάβει μια δύσκολη απόφαση, που θα καθορίσει το μέλλον της χώρας σας», υπενθυμίζοντας ότι το σχέδιο θα επέτρεπε «σε μια ενωμένη Κύπρο να εισέλθει στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου».
Μετά το διάγγελμα του Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου υπέρ της απόρριψης του σχεδίου, ο Ανάν δήλωσε ότι σέβεται πλήρως την ελεύθερη βούληση του κυπριακού λαού και δεν επρόκειτο να παρέμβει στην απόφασή του. Ταυτόχρονα όμως επανέλαβε την εκτίμησή του ότι «οι Κύπριοι έχουν μια μοναδική ευκαιρία να επανενώσουν τη χώρα τους και ελπίζω ότι θα την αξιοποιήσουν όσο βρίσκεται ακόμη μπροστά τους».
Η έννοια της «μοναδικής ευκαιρίας» αποτελεί τον κεντρικό άξονα της επιχειρηματολογίας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών κατά την τελική φάση της διαδικασίας. Στις δημόσιες παρεμβάσεις του, ο Ανάν δεν παρουσίασε το σχέδιο ως τέλειο ή χωρίς αδυναμίες· υποστήριξε όμως ότι αποτελούσε το αποτέλεσμα τετραετών διαπραγματεύσεων και την καλύτερη διαθέσιμη βάση για την επανένωση της Κύπρου πριν από την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η διεθνής κοινότητα
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστήριξε την επίτευξη συνολικής συμφωνίας πριν από την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκτιμώντας ότι η επανένωση του νησιού θα επέτρεπε την πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την επικράτειά του.
Ανάλογη ήταν και η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε το σχέδιο του Κόφι Ανάν ως μια «δίκαιη και ισορροπημένη» πρόταση διευθέτησης (fair and balanced settlement plan) και υπογράμμισε ότι αποτελούσε έναν «έντιμο συμβιβασμό» (equitable compromise), στον οποίο καμία πλευρά δεν λάμβανε όλα όσα επιδίωκε, αλλά ικανοποιούνταν τα θεμελιώδη συμφέροντα όλων. Παράλληλα, τόνισε ότι η συμφωνία θα επέτρεπε σε μια ενωμένη Κύπρο να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004.
Οι παρεμβάσεις από την Ελλάδα
Η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή διατήρησε σταθερά τη θέση ότι η τελική απόφαση ανήκε αποκλειστικά στον κυπριακό λαό, αποφεύγοντας να παρέμβει στην προεκλογική αντιπαράθεση και υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα θα σεβόταν ανεπιφύλακτα την ετυμηγορία των Κυπρίων.
Αντίθετα, ο πρώην Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου εξέφρασαν δημόσια θετική στάση απέναντι στο Σχέδιο Ανάν. Ο Κώστας Σημίτης υποστήριξε ότι η απόρριψη της συμφωνίας στηριζόταν στην «αυταπάτη ότι ο χρόνος δουλεύει για μας», προειδοποιώντας ότι η διεθνής γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας επρόκειτο να ενισχυθεί περαιτέρω. Από την πλευρά του, ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε την υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ στη λύση στη βάση του Σχεδίου Ανάν, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι το κόμμα του δεν υπεδείκνυε στους Κυπρίους τι να ψηφίσουν και ότι θα σεβόταν πλήρως την ελεύθερη απόφασή τους.
Η κοινή ιστορική πρόβλεψη του στρατοπέδου του «Ναι»
Παρά τις διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες των υποστηρικτών του σχεδίου, οι δημόσιες τοποθετήσεις τους παρουσιάζουν αξιοσημείωτη σύγκλιση.
Το ουσιώδες επιχείρημά τους δεν ήταν ότι το Σχέδιο Ανάν ήταν τέλειο. Αντίθετα, οι περισσότεροι αναγνώριζαν τις αδυναμίες του. Εκείνο που τους ένωνε ήταν η κοινή εκτίμηση ότι η διεθνής συγκυρία του 2004 ήταν μοναδική και ότι η απόρριψη του σχεδίου θα οδηγούσε σε λιγότερο ευνοϊκές προοπτικές για την επίλυση του Κυπριακού.
Από τις δημόσιες παρεμβάσεις των βασικών υποστηρικτών του σχεδίου προκύπτει ως κοινός παρονομαστής η εκτίμηση ότι, αν το παράθυρο ευκαιρίας του 2004 έκλεινε, δύσκολα θα άνοιγε εκ νέου υπό ευνοϊκότερες συνθήκες.
3.3 Το στρατόπεδο του «Όχι»
Η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από την ελληνοκυπριακή κοινότητα δεν υπήρξε προϊόν μιας ενιαίας πολιτικής ή ιδεολογικής αντίληψης. Στο στρατόπεδο του «Όχι» συναντήθηκαν πολιτικές δυνάμεις με διαφορετικές ιστορικές διαδρομές και διαφορετικές προσεγγίσεις στο Κυπριακό, οι οποίες όμως κατέληξαν στο κοινό συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν διασφάλιζε ένα λειτουργικό, ασφαλές και βιώσιμο κράτος.
Επικεφαλής αυτής της προσπάθειας βρέθηκε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος. Στο πλευρό του τάχθηκαν το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ), η ΕΔΕΚ, καθώς και το ΑΚΕΛ, το οποίο, ύστερα από έντονες εσωκομματικές συζητήσεις, αποφάσισε τελικά να εισηγηθεί την απόρριψη του σχεδίου και να ζητήσει την αναβολή της διαδικασίας, αίτημα που δεν έγινε δεκτό.
Παράλληλα, σημαντικός αριθμός πανεπιστημιακών, συνταγματολόγων, διεθνολόγων και νομικών εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τη λειτουργικότητα του προτεινόμενου πολιτειακού σχήματος, τις ρυθμίσεις ασφάλειας, το καθεστώς των εγγυήσεων και την εφαρμογή βασικών διατάξεων του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, οι περισσότεροι υποστηρικτές του «Όχι» συμμερίζονταν τρεις βασικές εκτιμήσεις.
Πρώτον, ότι το Σχέδιο Ανάν δεν εξασφάλιζε την πλήρη άσκηση της κυριαρχίας από το νέο κράτος, καθώς διατηρούσε σημαντικές εξαρτήσεις από το σύστημα εγγυήσεων του 1960 και προέβλεπε τη συνέχιση της παρουσίας ελληνικών και τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, έστω και σε σημαντικά μειωμένο αριθμό.
Δεύτερον, ότι το προτεινόμενο συνταγματικό σύστημα ήταν υπερβολικά σύνθετο και περιείχε μηχανισμούς που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε θεσμικά αδιέξοδα ή παρατεταμένες δυσλειτουργίες.
Τρίτον, ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θα πραγματοποιούνταν ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, θα ενίσχυε σημαντικά τη διεθνή θέση της χώρας και θα δημιουργούσε ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για μια νέα διαπραγμάτευση στο μέλλον.
Τάσσος Παπαδόπουλος: «Παρέλαβα κράτος – δεν θα παραδώσω κοινότητα»
Η σημαντικότερη δημόσια παρέμβαση της προεκλογικής περιόδου υπήρξε το τηλεοπτικό διάγγελμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου στις 7 Απριλίου 2004. Το διάγγελμα αυτό δεν περιορίστηκε σε μια πολιτική τοποθέτηση υπέρ του «Όχι». Αποτέλεσε μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της συλλογιστικής του Προέδρου, ο οποίος εξήγησε γιατί θεωρούσε ότι το Σχέδιο Ανάν δεν διασφάλιζε τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους ούτε παρείχε επαρκείς εγγυήσεις για τη λειτουργικότητα, την ασφάλεια και τη βιωσιμότητα του νέου πολιτειακού σχήματος.
Η πλέον χαρακτηριστική φράση του διαγγέλματος, η οποία έμελλε να μείνει στην ιστορία, ήταν η εξής: «Παρέλαβα κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω “κοινότητα” χωρίς δικαίωμα λόγου διεθνώς και σε αναζήτηση κηδεμόνα».
Με τη φράση αυτή ο Παπαδόπουλος εξέφραζε την ανησυχία του ότι το νέο πολιτειακό σχήμα που προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν θα αποδυνάμωνε τη διεθνή υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα δημιουργούσε ένα κράτος με περιορισμένη δυνατότητα αυτόνομης λειτουργίας.
Σε άλλο σημείο του διαγγέλματος υπογράμμισε χαρακτηριστικά: «Οι κίνδυνοι από το ΝΑΙ είναι πολύ μεγαλύτεροι και μη αναστρέψιμοι από τις συνέπειες ενός ΟΧΙ».
Η διατύπωση αυτή συμπυκνώνει τον πυρήνα της στρατηγικής του σκέψης. Ο Παπαδόπουλος δεν υποστήριζε ότι η απόρριψη του σχεδίου θα ήταν χωρίς κόστος. Αντίθετα, αναγνώριζε ότι θα είχε πολιτικές και διπλωματικές συνέπειες. Υποστήριζε όμως ότι οι συνέπειες μιας συμφωνίας που θεωρούσε εσφαλμένη θα ήταν μόνιμες και μη αναστρέψιμες, ενώ οι συνέπειες της απόρριψης θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν μέσω νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι, σε όλη την επιχειρηματολογία του, ο Παπαδόπουλος διευκρίνιζε πως δεν καλούσε τον κυπριακό λαό να απορρίψει την προοπτική επίλυσης του Κυπριακού, αλλά να απορρίψει το συγκεκριμένο σχέδιο όπως είχε τεθεί ενώπιον των πολιτών.
Η διάκριση αυτή επιβεβαιώθηκε και μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, όταν δήλωσε ότι: «Οι Ελληνοκύπριοι δεν απέρριψαν τη λύση του Κυπριακού. Απέρριψαν το συγκεκριμένο Σχέδιο».
Η θέση αυτή αποτελεί κρίσιμο ιστορικό στοιχείο, διότι δείχνει ότι ο Παπαδόπουλος δεν παρουσίαζε την απόρριψη ως εγκατάλειψη της επιδίωξης για επανένωση της Κύπρου. Αντίθετα, υποστήριζε ότι η απόρριψη του συγκεκριμένου σχεδίου θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια νέα συμφωνία, περισσότερο λειτουργική, ασφαλή και συμβατή με τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από το σύνολο της επιχειρηματολογίας του προκύπτει ότι ο Παπαδόπουλος εκτιμούσε πως η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ενίσχυε τη διεθνή διαπραγματευτική της θέση και θα δημιουργούσε ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για την επίτευξη μιας μελλοντικής συμφωνίας, την οποία θεωρούσε ασφαλέστερη και περισσότερο βιώσιμη.
Το ΑΚΕΛ: μια σύνθετη πολιτική απόφαση
Ιδιαίτερη σημασία στην πορεία προς το δημοψήφισμα είχε η στάση του Ανορθωτικού Κόμματος Εργαζόμενου Λαού (ΑΚΕΛ), καθώς αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά κόμματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και συμμετείχε τότε στην κυβέρνηση του Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου.
Σε αντίθεση με άλλες πολιτικές δυνάμεις, το ΑΚΕΛ δεν διαμόρφωσε εξαρχής αρνητική στάση απέναντι στο Σχέδιο Ανάν. Καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων είχε ταχθεί υπέρ της επιδίωξης μιας συμφωνημένης λύσης δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας, στο πλαίσιο των σχετικών αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο, μετά τη δημοσιοποίηση της τελικής εκδοχής του Σχεδίου Ανάν (Annan V), η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος διαπίστωσε ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις σε κρίσιμα ζητήματα.
Η αρχική θέση του ΑΚΕΛ δεν ήταν η οριστική απόρριψη του σχεδίου. Αντίθετα, το κόμμα εισηγήθηκε την αναβολή του δημοψηφίσματος για σύντομο χρονικό διάστημα, προκειμένου να επιδιωχθούν βελτιώσεις σε ζητήματα που θεωρούσε ουσιώδη, όπως οι ρυθμίσεις ασφάλειας, η εφαρμογή της συμφωνίας και η διασφάλιση της λειτουργικότητας του νέου κράτους.
Το αίτημα αυτό δεν έγινε αποδεκτό από τα Ηνωμένα Έθνη ούτε από τους λοιπούς εμπλεκόμενους διεθνείς παράγοντες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ αποφάσισε τελικά να εισηγηθεί στους ψηφοφόρους την καταψήφιση του σχεδίου.
Στην ανακοίνωσή του το κόμμα υπογράμμιζε ότι η απόφασή του δεν συνιστούσε εγκατάλειψη της επιδίωξης για λύση του Κυπριακού, αλλά απόρριψη του συγκεκριμένου σχεδίου όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την ολοκλήρωση της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Παράλληλα, εξέφραζε την εκτίμηση ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα διατηρούσε ανοικτή την προοπτική επανέναρξης των διαπραγματεύσεων και θα επέτρεπε τη συνέχιση της προσπάθειας για μια περισσότερο λειτουργική, ασφαλή και βιώσιμη λύση.
Η επιχειρηματολογία του ΑΚΕΛ διαφοροποιούνταν σε ορισμένα σημεία από εκείνη του Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου. Ενώ ο τελευταίος έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και στους κινδύνους που, κατά την άποψή του, δημιουργούσε το νέο συνταγματικό σχήμα, το ΑΚΕΛ επικεντρωνόταν περισσότερο σε ζητήματα εφαρμογής της συμφωνίας, ασφάλειας, λειτουργικότητας των θεσμών και δυνατότητας βελτίωσης συγκεκριμένων διατάξεων.
Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις στην επιχειρηματολογία τους, τόσο το ΑΚΕΛ όσο και ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος εκτιμούσαν ότι η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν δεν θα οδηγούσε κατ’ ανάγκην σε οριστικό αδιέξοδο. Αντίθετα, θεωρούσαν ότι μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να δημιουργηθεί η δυνατότητα επανέναρξης των διαπραγματεύσεων υπό ευνοϊκότερες συνθήκες, με στόχο την επίτευξη μιας περισσότερο αποδεκτής και βιώσιμης συμφωνίας.
Το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ
Το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ), υπό την ηγεσία του Τάσσου Παπαδόπουλου, υποστήριξε εξαρχής ότι το Σχέδιο Ανάν δεν διασφάλιζε τη συνέχεια και την αποτελεσματική άσκηση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το κόμμα θεωρούσε ότι οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις για την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, οι περιορισμοί στην επιστροφή των προσφύγων, καθώς και η διατήρηση του συστήματος των εγγυήσεων δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας.
Η ΕΔΕΚ, με Πρόεδρο τον Γιαννάκη Ομήρου, διατύπωσε επίσης έντονες αντιρρήσεις, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα ζητήματα της ασφάλειας, της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων και της πλήρους άσκησης της κυριαρχίας από το νέο κράτος. Κατά την άποψή της, η διατήρηση επεμβατικών δικαιωμάτων τρίτων κρατών δεν ήταν συμβατή ούτε με το διεθνές δίκαιο ούτε με την ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις στην επιχειρηματολογία τους, τόσο το ΔΗΚΟ όσο και η ΕΔΕΚ εκτιμούσαν ότι η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν δεν θα απέκλειε τη συνέχιση της προσπάθειας για επίλυση του Κυπριακού. Αντίθετα, θεωρούσαν ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που θα ανταποκρινόταν περισσότερο στις απαιτήσεις της ασφάλειας, της λειτουργικότητας και της πλήρους κυριαρχίας του κράτους.
Η κοινή ιστορική πρόβλεψη του στρατοπέδου του «Όχι»
Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες των πολιτικών δυνάμεων που υποστήριξαν το «Όχι», οι δημόσιες τοποθετήσεις τους παρουσιάζουν αξιοσημείωτη σύγκλιση σε μία βασική ιστορική εκτίμηση.
Δεν υποστήριζαν ότι η μη λύση αποτελούσε επιθυμητή κατάσταση. Υποστήριζαν ότι η απόρριψη του συγκεκριμένου σχεδίου θα διατηρούσε την Κυπριακή Δημοκρατία ως πλήρως αναγνωρισμένο κράτος, θα επέτρεπε την ολοκλήρωση της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική της θέση για την επίτευξη, σε μεταγενέστερο χρόνο, μιας συμφωνίας ασφαλέστερης, λειτουργικότερης και περισσότερο συμβατής με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Με άλλα λόγια, η θεμελιώδης ιστορική πρόβλεψη του στρατοπέδου του «Όχι» ήταν σαφής: η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν δεν θα οδηγούσε σε μόνιμη παγίωση του αδιεξόδου, αλλά θα επέτρεπε στην Κυπριακή Δημοκρατία να αξιοποιήσει την ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να επιδιώξει, σε μεταγενέστερο χρόνο, μια καλύτερη συνολική λύση.
3.4 Οι δύο αντίθετες ιστορικές προβλέψεις
Πέρα από τις επιμέρους διαφωνίες ως προς τις διατάξεις του Σχεδίου Ανάν, η ουσιαστική αντιπαράθεση του 2004 αφορούσε δύο διαφορετικές εκτιμήσεις για την πορεία του Κυπριακού μετά το δημοψήφισμα.
Η μία πλευρά θεωρούσε ότι η απόρριψη του σχεδίου θα οδηγούσε σε δυσμενέστερες εξελίξεις, ενώ η άλλη εκτιμούσε ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα δημιουργούσε ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για μια νέα διαπραγμάτευση.
Με άλλα λόγια, το δημοψήφισμα δεν αφορούσε μόνο την αποδοχή ή την απόρριψη ενός συγκεκριμένου σχεδίου. Αφορούσε δύο διαφορετικές προβλέψεις για το μέλλον της Κύπρου.
Η πρόβλεψη του στρατοπέδου του «Ναι»
Οι υποστηρικτές του Σχεδίου Ανάν αναγνώριζαν ότι η προτεινόμενη συμφωνία δεν ήταν ιδανική. Υποστήριζαν, όμως, ότι αποτελούσε την καλύτερη δυνατή λύση υπό τις τότε διεθνείς συνθήκες.
Η βασική τους εκτίμηση ήταν ότι:
- η διεθνής συγκυρία του 2004 ήταν μοναδική·
- η ταυτόχρονη επανένωση της Κύπρου και η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούσαν ιστορική ευκαιρία που δύσκολα θα επαναλαμβανόταν·
- μετά την 1η Μαΐου 2004 το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας θα μειωνόταν·
- η Τουρκία δεν θα είχε πλέον το ίδιο κίνητρο να αποδεχθεί σημαντικές υποχωρήσεις·
- η πάροδος του χρόνου θα οδηγούσε στη σταδιακή παγίωση της διχοτόμησης και στη διεθνή αναβάθμιση του ψευδοκράτους.
Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, προέβλεπαν ότι η απόρριψη του σχεδίου δεν θα οδηγούσε σε καλύτερη συμφωνία, αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, σε δυσμενέστερη εξέλιξη του Κυπριακού.
Η πρόβλεψη του στρατοπέδου του «Όχι»
Οι υποστηρικτές της απόρριψης του Σχεδίου Ανάν υποστήριζαν ότι το πραγματικό δίλημμα δεν ήταν ανάμεσα στη λύση και στη μη λύση, αλλά ανάμεσα σε μια προβληματική συμφωνία και στη δυνατότητα επίτευξης μιας καλύτερης συμφωνίας στο μέλλον.
Η δική τους εκτίμηση ήταν ότι:
- η Κυπριακή Δημοκρατία θα εντασσόταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πλήρως αναγνωρισμένο κράτος, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος·
- η ιδιότητα του κράτους-μέλους θα ενίσχυε σημαντικά τη διεθνή και διαπραγματευτική της θέση·
- η Τουρκία, επιδιώκοντας τη συνέχιση της ευρωπαϊκής της πορείας, θα βρισκόταν ενώπιον αυξημένων πιέσεων να προσαρμόσει τη στάση της·
- η διεθνής κοινότητα θα επανερχόταν με νέα πρωτοβουλία, λαμβάνοντας υπόψη τις αδυναμίες του Σχεδίου Ανάν·
- θα ήταν δυνατή η διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας ασφαλέστερης, λειτουργικότερης και περισσότερο συμβατής με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Κατά συνέπεια, το στρατόπεδο του «Όχι» θεωρούσε ότι η απόρριψη του σχεδίου δεν θα αποτελούσε το τέλος της διαπραγματευτικής διαδικασίας, αλλά την αφετηρία μιας νέας, ευνοϊκότερης φάσης.
Δύο διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας πραγματικότητας
Αξιοσημείωτο είναι ότι και οι δύο πλευρές ξεκινούσαν από κοινά δεδομένα.
Και οι δύο αναγνώριζαν ότι:
- η Κυπριακή Δημοκρατία επρόκειτο να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004·
- η Τουρκία επιδίωκε την πρόοδο της ευρωπαϊκής της υποψηφιότητας·
- η διεθνής κοινότητα επιθυμούσε την επίλυση του Κυπριακού·
- η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος δεν αποτελούσε ιδανική κατάσταση.
Η διαφωνία δεν αφορούσε τα γεγονότα, αλλά την ερμηνεία τους και τις συνέπειές τους.
Το στρατόπεδο του «Ναι» θεωρούσε ότι η ευκαιρία βρισκόταν στο τέλος της και ότι η απόρριψη του σχεδίου θα οδηγούσε σε δυσμενέστερες εξελίξεις.
Αντίθετα, το στρατόπεδο του «Όχι» θεωρούσε ότι η ουσιαστική ευκαιρία μόλις άρχιζε και ότι η ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα επέτρεπε τη διαπραγμάτευση μιας καλύτερης λύσης.
Η ιστορική σημασία της αντιπαράθεσης
Με την απόσταση περισσότερων από δύο δεκαετιών, καθίσταται σαφές ότι το ουσιαστικό ερώτημα του δημοψηφίσματος δεν ήταν μόνο αν το Σχέδιο Ανάν ήταν αποδεκτό ή όχι.
Το βαθύτερο ιστορικό ερώτημα ήταν ποια από τις δύο αυτές προβλέψεις επρόκειτο να επιβεβαιωθεί από την εξέλιξη των γεγονότων.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί με βάση τις πολιτικές αντιπαραθέσεις του 2004 ούτε με αξιολογικές κρίσεις εκ των προτέρων. Μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από τη μελέτη των γεγονότων που ακολούθησαν: της πορείας των διαπραγματεύσεων, της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, της διεθνούς θέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, της εξέλιξης των τουρκικών θέσεων και της σημερινής συζήτησης περί λύσης δύο κρατών.
Ακριβώς αυτή η ιστορική αποτίμηση αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κεφαλαίου, στο οποίο θα εξεταστεί κατά πόσον οι προβλέψεις που διατύπωσαν τα δύο στρατόπεδα το 2004 επιβεβαιώθηκαν ή διαψεύστηκαν από τις εξελίξεις της περιόδου 2004–2026.
Κεφάλαιο 4 – Οι προβλέψεις του 2004 απέναντι στην Ιστορία
Στο προηγούμενο κεφάλαιο παρουσιάστηκαν οι διαφορετικές εκτιμήσεις που διατύπωσαν οι υποστηρικτές του «Ναι» και του «Όχι» πριν από το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004. Η αντιπαράθεσή τους δεν περιοριζόταν στην αξιολόγηση των διατάξεων του Σχεδίου Ανάν, αλλά αφορούσε κυρίως τις προβλέψεις τους για την πορεία που θα ακολουθούσε το Κυπριακό μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.
Με την απόσταση περισσότερων από 20 ετών, οι προβλέψεις εκείνες μπορούν πλέον να εξεταστούν υπό το φως των ιστορικών εξελίξεων. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε παρέχει επαρκή δεδομένα, ώστε να αξιολογηθεί κατά πόσον οι εκτιμήσεις των δύο πλευρών επιβεβαιώθηκαν ή διαψεύστηκαν από την ίδια την εξέλιξη των γεγονότων.
Η εξέταση αυτή δεν αποσκοπεί στην εκ των υστέρων πολιτική δικαίωση ή απαξίωση των πρωταγωνιστών του 2004. Στόχος της είναι να συγκρίνει τις τότε προβλέψεις με την πραγματική ιστορική πορεία του Κυπριακού, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις εξελίξεις των επόμενων ετών.
Για τον σκοπό αυτό θα εξεταστούν διαδοχικά οι σημαντικότεροι σταθμοί της περιόδου από το 2004 έως σήμερα: η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων, οι επόμενοι γύροι διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, η Διάσκεψη του Κραν Μοντανά, καθώς και η μεταγενέστερη μεταβολή της τουρκικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της λύσης δύο κρατών.
Μέσα από τη διαδοχική εξέταση των γεγονότων αυτών θα καταστεί δυνατό να αξιολογηθεί, με βάση τα ιστορικά δεδομένα και όχι τις πολιτικές επιδιώξεις της εποχής, σε ποιον βαθμό επιβεβαιώθηκαν ή διαψεύστηκαν οι δύο αντικρουόμενες προβλέψεις που διατυπώθηκαν το 2004.
4.1 Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (1 Μαΐου 2004)
Η πρώτη σημαντική εξέλιξη μετά το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 ήταν η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004, μόλις μία εβδομάδα αργότερα. Η ένταξη πραγματοποιήθηκε, όπως είχε ήδη συμφωνηθεί με τη Συνθήκη Προσχώρησης του 2003, και δεν επηρεάστηκε από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.
Η Κυπριακή Δημοκρατία κατέστη πλήρες κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Ωστόσο, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο αριθ. 10 της Συνθήκης Προσχώρησης, η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου ανεστάλη προσωρινά στις περιοχές που δεν τελούσαν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέχρι την επίτευξη συνολικής λύσης του Κυπριακού.
Η ρύθμιση αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνώρισε ως μοναδικό κράτος-μέλος για το σύνολο της νήσου την Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς να αναγνωρίσει οποιαδήποτε κρατική υπόσταση στο κατεχόμενο τμήμα της. Η αναστολή του κεκτημένου αποτελούσε πρακτική συνέπεια της συνεχιζόμενης κατοχής και όχι αμφισβήτηση της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι επίσημες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για τη μη επίτευξη επανένωσης πριν από την ένταξη. Ταυτόχρονα, όμως, επανέλαβαν με σαφήνεια ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εντασσόταν ως το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος του νησιού.
Στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και στις σχετικές δηλώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπογραμμίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμενε προσηλωμένη στην αναζήτηση συνολικής λύσης υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, ενώ εξέφρασε την πρόθεσή της να συμβάλει στη μείωση της απομόνωσης της τουρκοκυπριακής κοινότητας, πάντοτε όμως χωρίς αναγνώριση του αποσχιστικού καθεστώτος.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε οικονομικά μέτρα στήριξης προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα, τα οποία υλοποιήθηκαν μέσω του μεταγενέστερου Κανονισμού για τη Βοήθεια προς την Τουρκοκυπριακή Κοινότητα, διατηρώντας πάντοτε ως συνομιλητή το διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος.
Η σημασία της ένταξης για τις προβλέψεις του 2004
Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιβεβαίωσε άμεσα μία βασική παραδοχή και των δύο στρατοπέδων του δημοψηφίσματος: ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της λαϊκής ετυμηγορίας, η Κυπριακή Δημοκρατία θα καθίστατο πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα δεν ήταν αν θα πραγματοποιούνταν η ένταξη, αλλά ποιες συνέπειες θα είχε αυτή για τη μελλοντική πορεία του Κυπριακού.
Οι υποστηρικτές του «Όχι» είχαν υποστηρίξει ότι η ιδιότητα του κράτους-μέλους θα ενίσχυε τη διεθνή θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα δημιουργούσε καλύτερες προϋποθέσεις για μια νέα διαπραγμάτευση.
Οι υποστηρικτές του «Ναι», αντίθετα, θεωρούσαν ότι, μετά την ένταξη, η διεθνής δυναμική που είχε οδηγήσει στο Σχέδιο Ανάν θα εξασθενούσε και ότι η Τουρκία θα είχε πλέον μικρότερο κίνητρο να προβεί σε νέες παραχωρήσεις.
Η ίδια η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αρκούσε, από μόνη της, για να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει κάποια από τις δύο αυτές προβλέψεις. Ανέδειξε, όμως, το νέο θεσμικό και γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξελισσόταν το Κυπριακό τα επόμενα χρόνια.
Η απάντηση στο κατά πόσον η ιδιότητα του κράτους-μέλους ενίσχυσε πράγματι τη διαπραγματευτική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας ή, αντίθετα, αν η απώλεια της δυναμικής του 2004 οδήγησε σε δυσμενέστερες εξελίξεις, θα αρχίσει να διαφαίνεται μέσα από την εξέταση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας και των πρώτων εξελίξεων που ακολούθησαν.
4.2 Η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και οι πρώτες μεταβολές (2004–2006)
Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτέλεσε το τέλος της ευρωπαϊκής διάστασης του Κυπριακού. Αντιθέτως, σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας περιόδου, κατά την οποία το Κυπριακό συνδέθηκε άμεσα με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας.
Το 2004 η Τουρκία βρισκόταν ακόμη σε φάση έντονου ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προωθούσε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, επιδιώκοντας την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό, η στάση της Άγκυρας απέναντι στο Σχέδιο Ανάν είχε ερμηνευθεί από πολλούς διεθνείς παρατηρητές ως ένδειξη μεγαλύτερης προθυμίας για συμβιβασμό σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Έκθεση Προόδου του 2004, έκρινε ότι η Τουρκία πληρούσε επαρκώς τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, ώστε να αρχίσουν ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Στη βάση αυτής της εισήγησης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2004 αποφάσισε την έναρξη των διαπραγματεύσεων από τις 3 Οκτωβρίου 2005.
Η απόφαση αυτή δημιούργησε την εντύπωση ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρέμενε ισχυρή και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διέθετε πλέον ένα ουσιαστικό μέσο επιρροής επί της τουρκικής πολιτικής. Για αρκετούς αναλυτές, επρόκειτο για την πρώτη μεγάλη δοκιμασία της πρόβλεψης που είχαν διατυπώσει οι υποστηρικτές του «Όχι»: ότι η ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους-μέλους θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική της θέση στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Το Πρωτόκολλο της Άγκυρας και η άρνηση αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας
Η αισιοδοξία εκείνης της περιόδου άρχισε, ωστόσο, να δοκιμάζεται πολύ σύντομα.
Τον Ιούλιο του 2005 η Τουρκία υπέγραψε το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Συμφωνίας της Άγκυρας, με το οποίο επεκτεινόταν η τελωνειακή ένωση προς τα δέκα νέα κράτη-μέλη που είχαν ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, μεταξύ των οποίων και η Κυπριακή Δημοκρατία.
Την ίδια όμως ημέρα, η τουρκική κυβέρνηση εξέδωσε μονομερή δήλωση, με την οποία υποστήριζε ότι η υπογραφή του Πρωτοκόλλου δεν συνιστούσε αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντέδρασε άμεσα. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησε Αντιδήλωση (Counter-Declaration), στην οποία υπογράμμιζε ότι: «Η αναγνώριση όλων των κρατών-μελών αποτελεί αναγκαίο συστατικό στοιχείο της ενταξιακής διαδικασίας».
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση κάλεσε την Τουρκία να εφαρμόσει πλήρως το Πρόσθετο Πρωτόκολλο, ανοίγοντας τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της σε πλοία και αεροσκάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Άγκυρα αρνήθηκε να συμμορφωθεί.
Η πρώτη σοβαρή κρίση στις ευρωτουρκικές σχέσεις
Η άρνηση εφαρμογής των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων οδήγησε στην πρώτη σοβαρή κρίση των ευρωτουρκικών σχέσεων μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων.
Τον Δεκέμβριο του 2006, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε να παγώσει οκτώ διαπραγματευτικά κεφάλαια της τουρκικής ενταξιακής διαδικασίας και να μην κλείσει προσωρινά κανένα άλλο κεφάλαιο έως ότου η Τουρκία εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η απόφαση αυτή αποτέλεσε την πρώτη ουσιαστική απόδειξη ότι η ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους-μέλους παρείχε πλέον πραγματικά θεσμικά μέσα επιρροής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ταυτόχρονα, όμως, ανέδειξε και τα όρια αυτής της επιρροής, καθώς η Τουρκία επέλεξε να αποδεχθεί το πολιτικό κόστος της επιβράδυνσης των διαπραγματεύσεων αντί να μεταβάλει τη θέση της ως προς την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πρώτη ιστορική αποτίμηση
Τα γεγονότα της περιόδου 2004–2006 δεν επιτρέπουν ακόμη την οριστική επιβεβαίωση ή διάψευση των προβλέψεων του 2004.
Αναδεικνύουν, όμως, δύο κρίσιμα δεδομένα.
Αφενός, η Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ουσιαστικά θεσμικά εργαλεία που επηρέαζαν πλέον άμεσα την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαίωνε ένα βασικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας του στρατοπέδου του «Όχι».
Αφετέρου, η πρώτη σοβαρή κρίση στις ευρωτουρκικές σχέσεις έδειξε ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας δεν αρκούσε, από μόνη της, για να οδηγήσει σε μεταβολή των πάγιων θέσεών της στο Κυπριακό. Η εξέλιξη αυτή άφηνε ανοικτό το ερώτημα κατά πόσον η ευρωπαϊκή διαδικασία μπορούσε πράγματι να λειτουργήσει ως αποτελεσματικός μοχλός επίλυσης του προβλήματος.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα καταστεί σαφέστερη μέσα από την εξέταση των επόμενων γύρων διαπραγματεύσεων και της σταδιακής μεταβολής της τουρκικής πολιτικής κατά τα επόμενα χρόνια.
4.3 Οι νέες διαπραγματεύσεις και το Κραν Μοντανά (2008–2017)
Παρά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, οι προσπάθειες για την επίλυση του Κυπριακού δεν σταμάτησαν. Αντιθέτως, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών άρχισε ένας νέος κύκλος διαπραγματεύσεων, με σημαντικότερο εκείνον που ξεκίνησε το 2008 μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ.
Οι συνομιλίες συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια με διαφορετικούς συνομιλητές και κορυφώθηκαν το καλοκαίρι του 2017 στη Διάσκεψη του Κραν Μοντανά της Ελβετίας, όπου συμμετείχαν οι δύο κοινότητες, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις και τα Ηνωμένα Έθνη.
Η αποτυχία της Διάσκεψης θεωρείται από πολλούς αναλυτές το σημαντικότερο ναυάγιο των διαπραγματεύσεων μετά το 2004. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες διαπίστωσε ότι δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη συνολικής συμφωνίας, παρά τις εντατικές διαβουλεύσεις.
Η εξέλιξη αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία για την αποτίμηση των προβλέψεων του 2004. Έδειξε ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν οδήγησε αυτομάτως σε ευνοϊκότερη λύση, όπως προσδοκούσε το στρατόπεδο του «Όχι». Ταυτόχρονα, όμως, ανέδειξε ότι ούτε η αποδοχή του Σχεδίου Ανάν μπορεί να θεωρηθεί, εκ των υστέρων, βέβαιη εγγύηση οριστικής επίλυσης, αφού τα βασικά ζητήματα της ασφάλειας, των εγγυήσεων και της αποχώρησης των στρατευμάτων εξακολουθούσαν να προκαλούν σοβαρές διαφωνίες.
Το Κραν Μοντανά κατέδειξε ότι, δεκατρία χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Κυπριακό παρέμενε ένα ιδιαίτερα σύνθετο διεθνές ζήτημα, του οποίου η επίλυση εξακολουθούσε να προσκρούει στις διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις των εμπλεκομένων πλευρών.
4.4 Από το Κραν Μοντανά στη λύση δύο κρατών (2017–2026)
Η αποτυχία της Διάσκεψης του Κραν Μοντανά σηματοδότησε μια νέα φάση στο Κυπριακό. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες διαπραγματεύσεων στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, η τουρκική πλευρά άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται από το μέχρι τότε συμφωνημένο πλαίσιο.
Η αλλαγή αυτή έγινε εμφανής μετά την εκλογή του Ερσίν Τατάρ στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας το 2020 και εκφράστηκε ακόμη πιο καθαρά από την τουρκική κυβέρνηση. Η Άγκυρα άρχισε να υποστηρίζει ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε νέα διαπραγμάτευση την αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας» και του «ίσου διεθνούς καθεστώτος» των δύο πλευρών, προβάλλοντας ουσιαστικά τη λύση δύο χωριστών κρατών.
Η θέση αυτή αποτέλεσε σημαντική μεταβολή σε σχέση με τη διαδικασία του 2004, κατά την οποία η Τουρκία είχε αποδεχθεί τη διαπραγμάτευση ενός σχεδίου ομοσπονδιακής λύσης υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Τα Ηνωμένα Έθνη, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η διεθνής κοινότητα εξακολούθησαν να επαναλαμβάνουν ότι το μόνο αποδεκτό πλαίσιο επίλυσης παραμένει η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ωστόσο, η απόσταση μεταξύ των δύο πλευρών έγινε μεγαλύτερη από ό,τι ήταν κατά την περίοδο του Σχεδίου Ανάν.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορική αποτίμηση των προβλέψεων του 2004. Από τη μία πλευρά, επιβεβαιώνει την εκτίμηση των υποστηρικτών του «Ναι» ότι η δυναμική που είχε δημιουργηθεί το 2004 δεν διατηρήθηκε και ότι, με την πάροδο του χρόνου, οι θέσεις της τουρκικής πλευράς έγιναν περισσότερο απομακρυσμένες από το πλαίσιο που ίσχυε κατά την περίοδο του Σχεδίου Ανάν. Από την άλλη πλευρά, η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολούθησε καθ’ όλη αυτή την περίοδο να συμμετέχει ως πλήρες κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διατηρώντας αδιαμφισβήτητη τη διεθνή της υπόσταση και όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητά της αυτή.
Κατά συνέπεια, η ιστορική εξέλιξη της περιόδου 2017–2026 δεν επιτρέπει μια μονοδιάστατη αξιολόγηση των προβλέψεων του 2004. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι ορισμένες εκτιμήσεις και των δύο πλευρών επιβεβαιώθηκαν εν μέρει, ενώ άλλες δεν επαληθεύθηκαν με τον τρόπο που είχε αρχικά προβλεφθεί.
Το συνολικό συμπέρασμα προκύπτει μόνο από τη συνεκτίμηση όλων των εξελίξεων που εξετάστηκαν στα προηγούμενα υποκεφάλαια.
4.5 Η ιστορική αποτίμηση των προβλέψεων του 2004
Η εξέταση των γεγονότων που ακολούθησαν το δημοψήφισμα δείχνει ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν επιβεβαιώθηκε πλήρως στις προβλέψεις της.
Οι υποστηρικτές του «Όχι» δικαιώθηκαν ως προς την εκτίμηση ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ενίσχυε τη διεθνή και θεσμική της θέση. Πράγματι, η Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε όλα τα δικαιώματα ενός κράτους-μέλους και συμμετείχε ισότιμα στις ευρωπαϊκές διαδικασίες, ενώ η Τουρκία βρέθηκε αντιμέτωπη με ευρωπαϊκές υποχρεώσεις που έως τότε δεν υφίσταντο.
Από την άλλη πλευρά, δεν επιβεβαιώθηκε η προσδοκία ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας θα οδηγούσε σε ευνοϊκότερη λύση του Κυπριακού. Αντίθετα, η ενταξιακή διαδικασία σταδιακά επιβραδύνθηκε, οι σχέσεις Άγκυρας και Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδεινώθηκαν και, τελικά, η τουρκική πολιτική μετατοπίστηκε προς τη λύση δύο κρατών.
Παράλληλα, επιβεβαιώθηκαν σε σημαντικό βαθμό ορισμένες από τις ανησυχίες που είχαν εκφράσει οι υποστηρικτές του «Ναι». Το διεθνές ενδιαφέρον για το Κυπριακό μειώθηκε σταδιακά, οι διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε επανειλημμένα αδιέξοδα και η διαίρεση του νησιού παγιώθηκε περαιτέρω με την πάροδο του χρόνου.
Ωστόσο, ούτε η διαπίστωση αυτή αρκεί για να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή του Σχεδίου Ανάν θα είχε κατ’ ανάγκην οδηγήσει σε μια βιώσιμη και λειτουργική λύση. Ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ιστορικά, καθώς αφορά μια υποθετική εξέλιξη που δεν πραγματοποιήθηκε.
Εκείνο που μπορεί να διαπιστωθεί με ασφάλεια είναι ότι οι δύο πλευρές είχαν εντοπίσει διαφορετικές, αλλά υπαρκτές, διαστάσεις του προβλήματος. Η μία υπογράμμιζε τους κινδύνους που συνεπαγόταν η απόρριψη μιας μοναδικής διεθνούς συγκυρίας, ενώ η άλλη έδινε προτεραιότητα στη λειτουργικότητα του κράτους, στην ασφάλεια και στην αξιοποίηση της ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είκοσι δύο χρόνια μετά το δημοψήφισμα, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι το Κυπριακό παραμένει άλυτο. Η πραγματικότητα αυτή δεν επιτρέπει εύκολες απαντήσεις ούτε απόλυτες ιστορικές ετυμηγορίες. Επιτρέπει, όμως, μια περισσότερο νηφάλια αξιολόγηση των επιλογών του 2004, απαλλαγμένη από την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης της εποχής.
Κεφάλαιο 5 – Από το 2004 στο 2026: πώς μεταβλήθηκε το γεωπολιτικό περιβάλλον
Είκοσι δύο χρόνια μετά το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν, το Κυπριακό εξακολουθεί να παραμένει άλυτο. Ωστόσο, το διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο εξετάζεται σήμερα διαφέρει ουσιωδώς από εκείνο του 2004. Οι μεταβολές που σημειώθηκαν στις διεθνείς σχέσεις, στην ευρωπαϊκή πολιτική, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη στρατηγική της Τουρκίας έχουν διαμορφώσει ένα νέο γεωπολιτικό πλαίσιο.
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή αφορά την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2004 η διεύρυνση προς την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη αποτελούσε κορυφαία πολιτική προτεραιότητα, ενώ η ένταξη της Τουρκίας αντιμετωπιζόταν από αρκετά κράτη-μέλη ως ένας ρεαλιστικός στρατηγικός στόχος. Σήμερα, η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας βρίσκεται ουσιαστικά σε αδράνεια και οι ευρωτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται περισσότερο από επιλεκτική συνεργασία και συχνές εντάσεις παρά από προοπτική πλήρους ένταξης.
Παράλληλα, η Ανατολική Μεσόγειος απέκτησε πολύ μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Η ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου, οι ενεργειακές διασυνδέσεις, καθώς και η ανάγκη διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών της Ευρώπης, ιδίως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, ανέδειξαν την περιοχή σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς χώρους της ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κυπριακή Δημοκρατία ενίσχυσε τη διεθνή της θέση μέσω της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της ανάπτυξης στρατηγικών συνεργασιών με την Ελλάδα, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλους περιφερειακούς εταίρους. Οι συνεργασίες αυτές δεν αφορούν μόνο την ενέργεια, αλλά και την ασφάλεια, την άμυνα και τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Την ίδια περίοδο, η τουρκική εξωτερική πολιτική ακολούθησε διαφορετική πορεία. Η σταδιακή απομάκρυνση από την ευρωπαϊκή προοπτική συνοδεύτηκε από την υιοθέτηση μιας περισσότερο αυτόνομης και αναθεωρητικής στρατηγικής, η οποία επηρέασε τόσο τις σχέσεις της με τη Δύση όσο και τη στάση της απέναντι στο Κυπριακό.
Η σημαντικότερη, όμως, μεταβολή αφορά τη θέση της Άγκυρας ως προς το επιδιωκόμενο μοντέλο λύσης. Ενώ κατά την περίοδο του Σχεδίου Ανάν η τουρκική πλευρά συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις με βάση τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, από τις αρχές της δεκαετίας του 2020 προβάλλει πλέον ως προϋπόθεση την αναγνώριση της «κυριαρχικής ισότητας» και του «ίσου διεθνούς καθεστώτος» των δύο πλευρών, προωθώντας ουσιαστικά τη λύση δύο χωριστών κρατών. Η μετατόπιση αυτή συνιστά μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές αλλαγές στην εξέλιξη του Κυπριακού μετά το 1974.
Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε σύγκριση ανάμεσα στο 2004 και το σήμερα δεν μπορεί να περιοριστεί στην αξιολόγηση του ίδιου του Σχεδίου Ανάν. Οφείλει να λάβει υπόψη ότι το γεωπολιτικό περιβάλλον, οι διεθνείς προτεραιότητες και οι στρατηγικές επιλογές των βασικών εμπλεκομένων έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η συζήτηση για το μέλλον της Κύπρου διεξάγεται πλέον υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Η ιστορική αποτίμηση του Σχεδίου Ανάν οφείλει, επομένως, να εξετάζει όχι μόνο το περιεχόμενό του, αλλά και τη ριζικά διαφορετική γεωπολιτική πραγματικότητα μέσα στην οποία τίθεται σήμερα το Κυπριακό.
Κεφάλαιο 6 – Η τουρκική στρατηγική: από τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία στη λύση των δύο κρατών
Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις μετά το 2004 δεν αφορά μόνο την πορεία των διαπραγματεύσεων, αλλά την ίδια τη στρατηγική στόχευση της Τουρκίας στο Κυπριακό.
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, παρά τις κατά καιρούς διαφωνίες ως προς το περιεχόμενο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, η επίσημη τουρκική θέση παρέμενε, τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων, προσανατολισμένη στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, όπως αυτή προβλεπόταν από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν το Σχέδιο Ανάν, καθώς και η Διάσκεψη του Κραν Μοντανά το 2017, διεξήχθησαν εντός αυτού του πλαισίου.
Ωστόσο, μετά το ναυάγιο του Κραν Μοντανά άρχισε να διαμορφώνεται μια διαφορετική προσέγγιση. Η Άγκυρα υποστήριξε ότι το ομοσπονδιακό μοντέλο είχε πλέον εξαντλήσει τα όριά του, καθώς, κατά την τουρκική εκτίμηση, οι πολυετείς διαπραγματεύσεις δεν είχαν οδηγήσει σε αποτέλεσμα και δεν υπήρχαν πλέον ρεαλιστικές προοπτικές επίτευξης συμφωνίας στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Η μεταβολή αυτή έγινε ακόμη πιο εμφανής μετά την εκλογή του Ερσίν Τατάρ στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας το 2020. Με την πλήρη στήριξη της τουρκικής κυβέρνησης, ο Τατάρ εγκατέλειψε την επιδίωξη ομοσπονδιακής λύσης και έθεσε ως προϋπόθεση κάθε νέας διαπραγμάτευσης την αναγνώριση της «κυρίαρχης ισότητας» και του «ίσου διεθνούς καθεστώτος» των δύο πλευρών. Στην πράξη, η θέση αυτή παραπέμπει σε δύο χωριστές κρατικές οντότητες που θα συνυπάρχουν χωρίς ενιαία κρατική δομή, σε αντίθεση με το μέχρι τότε συμφωνημένο πλαίσιο των συνομιλιών.
Η αλλαγή αυτή συνοδεύτηκε και από συγκεκριμένες κινήσεις επί του πεδίου. Η σταδιακή αξιοποίηση της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων, παρά τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ερμηνεύθηκε από μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας ως προσπάθεια δημιουργίας νέων τετελεσμένων, ενισχύοντας την εντύπωση ότι η τουρκική πολιτική είχε πλέον εισέλθει σε μια νέα φάση.
Η μεταβολή της τουρκικής στρατηγικής αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διαφοροποίηση ανάμεσα στο διεθνές περιβάλλον του 2004 και σε εκείνο του 2026. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποια μορφή λύσης θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τις δύο κοινότητες, αλλά και κατά πόσον εξακολουθεί να υπάρχει κοινό πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Όσο η μία πλευρά εξακολουθεί να αναφέρεται στα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών για διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και η άλλη προβάλλει ως προϋπόθεση τη λύση δύο κρατών, η επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών καθίσταται αντικειμενικά δυσκολότερη.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την ιστορική αποτίμηση των προβλέψεων που είχαν διατυπωθεί το 2004.
Ωστόσο, η περίπτωση του Σχεδίου Ανάν δεν είναι η μόνη στη σύγχρονη ελληνική ιστορία κατά την οποία μια μεγάλη εθνική επιλογή προκάλεσε έντονη πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση. Μια ανάλογη συζήτηση αναπτύχθηκε και γύρω από τη Συμφωνία των Πρεσπών και το ζήτημα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας. Η σύγκριση των δύο περιπτώσεων δεν αποσκοπεί στην εξομοίωσή τους, καθώς πρόκειται για διαφορετικά ιστορικά και γεωπολιτικά ζητήματα. Προσφέρει, όμως, ένα ενδιαφέρον συγκριτικό παράδειγμα για τη σχέση ανάμεσα στις πολιτικές προβλέψεις και την ιστορική εξέλιξη των γεγονότων.
Κεφάλαιο 7 – Παράλληλη ιστορική μελέτη: από τη «Σλαβομακεδονία» στη «Βόρεια Μακεδονία»
Η πορεία του Κυπριακού δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στην ελληνική εξωτερική πολιτική κατά την οποία μια προτεινόμενη λύση απορρίφθηκε με την προσδοκία ότι η πάροδος του χρόνου θα οδηγούσε σε ευνοϊκότερη εξέλιξη. Ανάλογα ερωτήματα αναδείχθηκαν και στο ζήτημα της ονομασίας του γειτονικού κράτους που προέκυψε μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
Κατά την περίοδο 1991–1993 διαμορφώθηκε ένα ιδιαίτερα σύνθετο διπλωματικό περιβάλλον. Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη διεθνή αναγνώριση ενός νέου κράτους, ενώ παράλληλα διεξάγονταν εντατικές διαβουλεύσεις, αρχικά υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και στη συνέχεια των Ηνωμένων Εθνών, με στόχο την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής ονομασίας.
Στο πλαίσιο εκείνων των διαπραγματεύσεων εξετάστηκαν διάφορες προτάσεις που περιλάμβαναν γεωγραφικούς ή εθνολογικούς προσδιορισμούς. Μεταξύ αυτών συγκαταλεγόταν και η ονομασία «Σλαβομακεδονία», η οποία αντιμετωπίστηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση ως μία πιθανή βάση συμβιβασμού, καθώς ο όρος «Σλαβο-» διαχώριζε σαφέστερα τη σλαβική ταυτότητα του νέου κράτους από την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της ελληνικής Μακεδονίας.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν κατέληξε σε συμφωνία. Οι πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ελλάδας, η έλλειψη συναίνεσης μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και οι ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις οδήγησαν σε αδιέξοδο. Έτσι, το 1993 το νέο κράτος έγινε δεκτό στα Ηνωμένα Έθνη με την προσωρινή ονομασία «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (FYROM), ενώ η οριστική επίλυση του ζητήματος μετατέθηκε για το μέλλον.
Η εκκρεμότητα αυτή παρέμεινε επί ένα τέταρτο του αιώνα. Στο διάστημα αυτό μεταβλήθηκαν οι διεθνείς ισορροπίες, άλλαξαν οι κυβερνήσεις και στις δύο χώρες και αναδείχθηκαν νέες γεωπολιτικές προτεραιότητες, χωρίς όμως να επιτευχθεί οριστική συμφωνία.
Η τελική διευθέτηση επήλθε το 2018 με τη Συμφωνία των Πρεσπών, βάσει της οποίας το κράτος έλαβε την ονομασία «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», ενώ ρυθμίστηκαν παράλληλα ζητήματα που αφορούσαν την ιθαγένεια, τη γλώσσα και άλλες πτυχές των διμερών σχέσεων.
Η ιστορική σύγκριση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν δεν περιορίζεται μόνο στην τελική ονομασία, αλλά εξετάζει συνολικά το περιεχόμενο των διαφορετικών διαπραγματευτικών προσεγγίσεων. Η πρόταση της «Σλαβομακεδονίας» στηριζόταν σε έναν σαφή εθνολογικό προσδιορισμό, ενώ η Συμφωνία των Πρεσπών καθιέρωσε γεωγραφικό προσδιορισμό στην κρατική ονομασία, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα «μακεδονική» ιθαγένεια (Macedonian/citizen of the Republic of North Macedonia) και «μακεδονική» γλώσσα. Η διαφοροποίηση αυτή αποτελεί βασικό σημείο της δημόσιας και της επιστημονικής συζήτησης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Για τον λόγο αυτό, σημαντικό μέρος της ελληνικής πολιτικής και ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας υποστηρίζει ότι, ως προς το ζήτημα του εθνολογικού προσδιορισμού, οι προτάσεις που συζητούνταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν ευνοϊκότερες για τις ελληνικές θέσεις από τη συμφωνία που τελικώς επετεύχθη το 2018. Άλλοι, αντιθέτως, θεωρούν ότι η Συμφωνία των Πρεσπών έθεσε τέλος σε μια μακρόχρονη εκκρεμότητα και ενίσχυσε τη σταθερότητα στην περιοχή. Ανεξάρτητα από την αξιολόγηση που υιοθετεί κανείς, είναι σαφές ότι το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης μεταβλήθηκε ουσιωδώς με την πάροδο του χρόνου.
Η διαπίστωση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για το Κυπριακό. Και στις δύο περιπτώσεις, μια συγκεκριμένη πρόταση απορρίφθηκε με την προσδοκία ότι στο μέλλον θα μπορούσε να επιτευχθεί μια ευνοϊκότερη συμφωνία. Η μεταγενέστερη ιστορική εξέλιξη δείχνει ότι οι διαπραγματεύσεις δεν συνεχίστηκαν υπό τους ίδιους όρους. Αντίθετα, οι διεθνείς συσχετισμοί, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι στρατηγικές επιλογές των εμπλεκομένων μερών μετέβαλαν ουσιωδώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναζητήθηκαν οι μεταγενέστερες λύσεις.
Η ιστορική εμπειρία των διεθνών διαπραγματεύσεων δείχνει ότι η πάροδος του χρόνου σπανίως αφήνει αμετάβλητους τους όρους μιας εκκρεμότητας. Αντιθέτως, στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν δεν μεσολαβεί μια θεμελιώδης μεταβολή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων υπέρ της μιας πλευράς, οι μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις διεξάγονται σε διαφορετική και συχνά λιγότερο ευνοϊκή βάση από εκείνη που είχε προηγουμένως απορριφθεί. Υπό αυτή την έννοια, τόσο το Κυπριακό όσο και το Μακεδονικό αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο η ίδια η ιστορική εξέλιξη επηρεάζει τις διεθνείς διαπραγματεύσεις και, τελικά, την αποτίμηση των πολιτικών επιλογών.
Κεφάλαιο 8 – Συμπεράσματα: όταν ο χρόνος γίνεται παράγοντας της διαπραγμάτευσης
Η συμπλήρωση είκοσι δύο ετών από το δημοψήφισμα του 2004 επιτρέπει πλέον την εξέταση του Σχεδίου Ανάν υπό διαφορετικούς όρους από εκείνους που επικρατούσαν κατά την περίοδο της έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Η χρονική απόσταση δεν καταργεί τις διαφορετικές πολιτικές αξιολογήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν· επιτρέπει όμως την αντιπαραβολή των τότε προβλέψεων με την πραγματική εξέλιξη των γεγονότων.
Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας. Και στις δύο περιπτώσεις, οι πολιτικές επιλογές συνοδεύθηκαν από έντονες προβλέψεις για το μέλλον, οι οποίες δεν μπορούν πλέον να αξιολογηθούν μόνο ως θεωρητικές εκτιμήσεις, αλλά και υπό το φως της ιστορικής εμπειρίας που ακολούθησε.
Η εξέταση των δύο υποθέσεων αναδεικνύει ένα κοινό χαρακτηριστικό. Οι διεθνείς διαπραγματεύσεις δεν εξελίσσονται μέσα σε στατικό περιβάλλον. Ο χρόνος δεν λειτουργεί ως ουδέτερος παράγοντας. Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, οι μεταβολές στους διεθνείς συσχετισμούς ισχύος, οι αλλαγές στις στρατηγικές των κρατών και οι νέες περιφερειακές ισορροπίες μεταβάλλουν διαρκώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναζητούνται οι πολιτικές λύσεις.
Στην περίπτωση του Κυπριακού, η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας εξασθένησε, οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία και η τουρκική πλευρά μετακινήθηκε από το πλαίσιο της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας προς τη θέση των δύο κρατών. Την ίδια στιγμή, η Κυπριακή Δημοκρατία ενίσχυσε τη διεθνή της θέση ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανέπτυξε σημαντικές περιφερειακές συνεργασίες. Η πραγματικότητα που διαμορφώθηκε δεν ταυτίστηκε πλήρως με καμία από τις δύο αντίπαλες προβλέψεις του 2004, αλλά ούτε και παρέμεινε στατική.
Στην περίπτωση του Μακεδονικού, οι προτάσεις που συζητούνταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ανήκαν σε ένα διαφορετικό διεθνές περιβάλλον από εκείνο μέσα στο οποίο υπογράφηκε η Συμφωνία των Πρεσπών το 2018. Η σύγκριση των δύο περιόδων δείχνει ότι το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης μεταβλήθηκε ουσιωδώς με την πάροδο του χρόνου, επιβεβαιώνοντας ότι οι ιστορικές συνθήκες επηρεάζουν καθοριστικά τόσο το περιεχόμενο όσο και το αποτέλεσμα μιας διαπραγμάτευσης.
Από την παράλληλη εξέταση των δύο υποθέσεων προκύπτει ένα ευρύτερο ιστορικό συμπέρασμα. Τα παραδείγματα που εξετάστηκαν στην παρούσα μελέτη δείχνουν ότι η πάροδος του χρόνου σπανίως αφήνει αμετάβλητους τους όρους μιας διεθνούς εκκρεμότητας. Αντιθέτως, όταν δεν μεσολαβεί μια θεμελιώδης μεταβολή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων υπέρ της μιας πλευράς, οι μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις διεξάγονται σε διαφορετική και συχνά λιγότερο ευνοϊκή βάση από εκείνη που είχε προηγουμένως απορριφθεί.
Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά έναν απόλυτο νόμο της Ιστορίας ούτε προδικάζει ότι κάθε αρχική πρόταση αποτελεί κατ’ ανάγκην την καλύτερη δυνατή. Υποδηλώνει, όμως, ότι οι πολιτικές επιλογές δεν αξιολογούνται μόνο με βάση τα δεδομένα της στιγμής κατά την οποία λαμβάνονται, αλλά και με βάση τη δυναμική εξέλιξη του διεθνούς περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλούνται να εφαρμοστούν.
Υπό αυτή την έννοια, το παρόν άρθρο δεν επιδιώκει να απονείμει πολιτική δικαίωση σε κάποια από τις αντιμαχόμενες πλευρές του 2004 ή του 2018. Επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία της ιστορικής μεθόδου ως εργαλείου αξιολόγησης των πολιτικών προβλέψεων. Η ιστορία δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα ποια επιλογή ήταν εξαρχής η ιδανική. Μπορεί όμως να δείξει ποιες προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν, ποιες διαψεύστηκαν και με ποιον τρόπο οι γεωπολιτικές εξελίξεις αναδιαμόρφωσαν το ίδιο το αντικείμενο των διαπραγματεύσεων.
Μεθοδολογική σημείωση
Το παρόν άρθρο προσεγγίζει το Σχέδιο Ανάν και τη μετέπειτα εξέλιξη του Κυπριακού υπό το πρίσμα της ιστορικής αναδρομής και της συγκριτικής ανάλυσης. Σκοπός του δεν είναι η εκ των υστέρων πολιτική δικαίωση ή αποδοκιμασία των επιλογών που διατυπώθηκαν κατά το δημοψήφισμα του 2004, αλλά η εξέταση του βαθμού στον οποίο οι τότε προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν ή διαψεύστηκαν από τη μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων.
Η ανάλυση βασίζεται σε πρωτογενείς πηγές —όπως επίσημα έγγραφα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλων διεθνών οργανισμών— καθώς και σε επιλεγμένη επιστημονική βιβλιογραφία και ιστορική έρευνα. Όπου διατυπώνονται αξιολογικές κρίσεις, αυτές στηρίζονται στη σύγκριση τεκμηριωμένων ιστορικών δεδομένων και διακρίνονται σαφώς από την παράθεση των ίδιων των γεγονότων.
Η παράλληλη αναφορά στη διαπραγμάτευση για την ονομασία της Βόρειας Μακεδονίας δεν αποσκοπεί στην εξομοίωση δύο διαφορετικών διεθνών ζητημάτων, αλλά χρησιμοποιείται ως συγκριτική μελέτη περίπτωσης, προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσον η πάροδος του χρόνου μεταβάλλει το πλαίσιο και τους όρους των διεθνών διαπραγματεύσεων.
Πηγές και Βιβλιογραφία
Α. Πρωτογενείς Πηγές
Ηνωμένα Έθνη (United Nations)
- United Nations. The Comprehensive Settlement of the Cyprus Problem (Annan Plan V). New York, 31 March 2004.
- United Nations Security Council. Resolution 541 (1983). S/RES/541, 18 November 1983.
- United Nations Security Council. Resolution 550 (1984). S/RES/550, 11 May 1984.
- United Nations Security Council. Resolution 649 (1990). S/RES/649, 12 March 1990.
- United Nations Security Council. Resolution 1251 (1999). S/RES/1251, 29 June 1999.
- United Nations. Report of the Secretary-General on his Mission of Good Offices in Cyprus. S/2004/437, 28 May 2004.
Ευρωπαϊκή Ένωση
- European Council. Presidency Conclusions – Copenhagen European Council, 12–13 December 2002.
- European Union. Treaty concerning the Accession of the Republic of Cyprus to the European Union. Luxembourg, 16 April 2003.
- European Commission. Regular Reports on Turkey’s Progress towards Accession (2002–2005).
Κυπριακή Δημοκρατία
- Διάγγελμα του Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου προς τον κυπριακό λαό, 7 Απριλίου 2004.
- Υπουργείο Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσημα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος της 24ης Απριλίου 2004.
Ζήτημα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας
- United Nations Security Council. Resolution 817 (1993). S/RES/817, 7 April 1993.
- United Nations Security Council. Resolution 845 (1993). S/RES/845, 18 June 1993.
- Interim Accord between Greece and the Former Yugoslav Republic of Macedonia. New York, 13 September 1995.
- Final Agreement for the Settlement of the Differences as Described in United Nations Security Council Resolutions 817 (1993) and 845 (1993) (Prespa Agreement). Psarades, 17 June 2018.
Β. Αρχειακές και Θεσμικές Πηγές
- United Nations. Secretary-General Kofi Annan. Remarks at the Closing of the Cyprus Talks, Bürgenstock, Switzerland, 31 March 2004.
- United Nations. Secretary-General Kofi Annan. Message to the People of Cyprus before the Referenda, 21 April 2004.
- United Nations. Office of the Spokesman for the Secretary-General. Statement attributable to the Spokesman for the Secretary-General on Cyprus, 8 April 2004.
- Τάσσος Παπαδόπουλος. Διάγγελμα προς τον κυπριακό λαό, 7 Απριλίου 2004.
- Νίκος Αναστασιάδης. Ομιλία στο Έκτακτο Παγκύπριο Συνέδριο του Δημοκρατικού Συναγερμού για το Σχέδιο Ανάν και το δημοψήφισμα. 15 Απριλίου 2004.
- Συνεντεύξεις Τύπου του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών κατά τις διαπραγματεύσεις του Μπούργκενστοκ (Μάρτιος–Απρίλιος 2004).
- Επίσημο αρχειακό υλικό των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Digital Library, United Nations Audiovisual Library και UN Web TV).
- Επίσημες ανακοινώσεις και συνεντεύξεις Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (2002–2004).
Γ. Ενδεικτική Βιβλιογραφία
- Bahcheli, Tozun. Greek-Turkish Relations Since 1955. Boulder, CO: Westview Press, 1990.
- Clerides, Glafcos. My Deposition. 4 vols. Nicosia: Alithia Publishing, 1989–1991.
- Coufoudakis, Van. Cyprus: A Contemporary Problem in Historical Perspective. Minneapolis: Modern Greek Studies Program, University of Minnesota.
- Danforth, Loring M. The Macedonian Conflict: Ethnic Nationalism in a Transnational World. Princeton: Princeton University Press, 1995.
- Dodd, Clement H. The History and Politics of the Cyprus Conflict. Basingstoke: Palgrave Macmillan, 2010.
- Faustmann, Hubert & Kaymak, Erol (eds.). Cyprus and the Roadmap for Peace. London: I.B. Tauris, 2008.
- Fisher, Roger, Ury, William & Patton, Bruce. Getting to Yes: Negotiating Agreement Without Giving In. 3rd ed. New York: Penguin Books, 2011.
- Ker-Lindsay, James. EU Accession and UN Peacemaking in Cyprus. Basingstoke: Palgrave Macmillan, 2005.
- Ker-Lindsay, James. The Cyprus Problem: What Everyone Needs to Know. Oxford: Oxford University Press, 2011.
- Kofos, Evangelos. National Heritage and National Identity in Nineteenth- and Twentieth-Century Macedonia. Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005.
- Mallinson, William. Cyprus: A Modern History. London: I.B. Tauris, 2005.
- O’Malley, Brendan & Craig, Ian. The Cyprus Conspiracy: America, Espionage and the Turkish Invasion. London: I.B. Tauris, 1999.
- Richmond, Oliver P. Mediating in Cyprus. London: Frank Cass, 1998.
- Roudometof, Victor. Collective Memory, National Identity, and Ethnic Conflict: Greece, Bulgaria, and the Macedonian Question. Westport, CT: Praeger, 2002.
- Zartman, I. William. Ripe for Resolution: Conflict and Intervention in Africa. New York: Oxford University Press, 1989.
