Πώς η διαστρέβλωση μιας αποσπασματικής δήλωσης μετατράπηκε σε ακόμη έναν κατασκευασμένο «πολιτισμικό πόλεμο» και γιατί η δημοκρατία δεν μπορεί να αποφασίζει ποιοι πολίτες αξίζουν κρατική προστασία
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η πολιτική αντιπαράθεση ξεπερνά τα όρια της διαφωνίας και μετατρέπεται σε συνειδητή κατασκευή μιας εικονικής πραγματικότητας. Τότε δεν επιχειρείται να αντικρουστεί αυτό που πραγματικά ειπώθηκε. Επιχειρείται να αποδοθεί στον πολιτικό αντίπαλο κάτι που ποτέ δεν είπε, ώστε να καταδικαστεί γι’ αυτό.
Αυτό ακριβώς συνέβη με τη δημόσια συζήτηση που αναζωπυρώθηκε γύρω από τις δηλώσεις της υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνας Μιχαηλίδου.
Μέσα από αποσπασματικά βίντεο λίγων δευτερολέπτων δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η υπουργός δήθεν διακήρυξε πως «τελειώνει η ελληνική οικογένεια» ή ότι επιθυμεί την κατάργηση της παραδοσιακής οικογένειας. Στην πραγματικότητα, όποιος παρακολουθήσει ολόκληρη την τοποθέτησή της διαπιστώνει ότι υποστήριξε κάτι πολύ διαφορετικό: ότι η παραδοσιακή οικογένεια εξακολουθεί να αποτελεί μια πραγματικότητα, αλλά δεν είναι η μοναδική κοινωνική πραγματικότητα που οφείλει να αναγνωρίζει και να στηρίζει το κράτος.
Η διαφορά ανάμεσα στα δύο δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η διαφορά ανάμεσα στην ενημέρωση και στην προπαγάνδα.
Η κατασκευή ενός ακόμη «εχθρού»
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και στην Ελλάδα η εισαγωγή μιας πολιτικής μεθόδου που γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εκεί, η πολιτική αντιπαράθεση μετατοπίστηκε από τα πραγματικά προβλήματα –την οικονομία, την υγεία, την παιδεία, τις κοινωνικές ανισότητες– σε αυτό που αποκαλείται «πολιτισμικός πόλεμος» (culture war). Οι εκλογές δεν κερδίζονται πλέον μόνο με προγράμματα. Κερδίζονται κυρίως μέσω της δημιουργίας πολιτισμικών φόβων.
Ο αντίπαλος δεν παρουσιάζεται απλώς ως πολιτικός αντίπαλος. Παρουσιάζεται ως υπαρξιακή απειλή. Ως εκείνος που θέλει να καταστρέψει την πατρίδα. Τη θρησκεία. Την οικογένεια. Το έθνος. Την ταυτότητα.
Η μέθοδος είναι απλή. Απομονώνεται μία φράση. Αφαιρείται το συμφραζόμενο. Αποδίδεται νέο νόημα. Στη συνέχεια δημιουργείται η κατάλληλη συναισθηματική φόρτιση ώστε να ενεργοποιηθεί η αγανάκτηση πριν ακόμη υπάρξει σκέψη.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην περίπτωση Μιχαηλίδου σχεδόν κανείς από όσους αντέδρασαν δεν μπήκε στη διαδικασία να αναλύσει ολόκληρη την τοποθέτησή της.
Αρκούσε ένα σύνθημα: «Καταργεί την ελληνική οικογένεια».
Και αυτό το σύνθημα άρχισε να αναπαράγεται σχεδόν αυτούσιο από συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους της ελληνικής ακροδεξιάς. Η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου και η Νίκη του Δημήτρη Νατσιού έσπευσαν να παρουσιάσουν τις δηλώσεις της υπουργού ως δήθεν επίθεση κατά της ελληνικής οικογένειας, ενώ στο ίδιο κλίμα παρενέβη και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, κάνοντας λόγο για «woke ατζέντα» και για αποδόμηση του θεσμού της οικογένειας. Έτσι, αντί να συζητηθεί το πραγματικό περιεχόμενο των δηλώσεων, η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε σε έναν ακόμη τεχνητό πολιτισμικό πόλεμο.
Τι είπε πραγματικά η υπουργός
Η ουσία των δηλώσεων της Δόμνας Μιχαηλίδου μπορεί να συνοψιστεί σε μία πρόταση: Το κράτος οφείλει να στηρίζει όλες τις οικογένειες που υπάρχουν στην κοινωνία.
Όχι επειδή όλες είναι ίδιες. Όχι επειδή όλες αποτελούν το ίδιο κοινωνικό πρότυπο. Αλλά επειδή όλοι οι πολίτες έχουν ίση αξία απέναντι στον νόμο.
Η ίδια άλλωστε διευκρίνισε δημοσίως ότι μεγάλωσε σε παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια και επέλεξε να δημιουργήσει και η ίδια μια τέτοια οικογένεια. Δηλαδή ουδέποτε αμφισβήτησε την αξία της παραδοσιακής οικογένειας ως προσωπικού και κοινωνικού προτύπου.
Αυτό που είπε ήταν κάτι αυτονόητο για κάθε σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Υπάρχουν σήμερα μονογονεϊκές οικογένειες. Υπάρχουν χήροι γονείς. Υπάρχουν ανάδοχες οικογένειες. Υπάρχουν θετοί γονείς. Υπάρχουν ηλικιωμένα ζευγάρια χωρίς παιδιά. Υπάρχουν άνθρωποι που, για προσωπικούς ή βιολογικούς λόγους, δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά.
Θα μπορούσε άραγε ένα υπουργείο Οικογένειας να πει σε όλους αυτούς ότι δεν αποτελούν αντικείμενο της κοινωνικής του πολιτικής;
Αν συνέβαινε αυτό, τότε πράγματι θα μιλούσαμε για κατάλυση της ισότητας των πολιτών.
Η αποστολή ενός υπουργείου δεν είναι να αξιολογεί ποιος τρόπος ζωής είναι ηθικά ανώτερος. Είναι να προστατεύει όλους τους πολίτες που υπάγονται στην αρμοδιότητά του.
Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά που σκοπίμως αποκρύφτηκε από τη δημόσια συζήτηση.
Η «woke» ρητορική δεν είναι επιχείρημα
Ένας από τους πιο πολυχρησιμοποιημένους όρους των τελευταίων ετών είναι η λέξη woke. Ξεκίνησε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως όρος που περιέγραφε την κοινωνική ευαισθησία απέναντι σε φαινόμενα διακρίσεων και ανισοτήτων. Στη συνέχεια, μέσα από την αμερικανική πολιτική αντιπαράθεση, μετατράπηκε σε ένα πολιτικό σύνθημα, το οποίο χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίζει σχεδόν κάθε φιλελεύθερη ή προοδευτική κοινωνική πολιτική.
Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι η αμερικανική κοινωνία. Η Ελλάδα δεν έχει την ίδια ιστορική εμπειρία ούτε τις ίδιες κοινωνικές και πολιτισμικές διαιρέσεις που διαμόρφωσαν τους λεγόμενους «πολιτισμικούς πολέμους» στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν, λοιπόν, μεταφέρονται αυτούσιοι όροι και συγκρούσεις από το αμερικανικό πολιτικό σκηνικό στην ελληνική πραγματικότητα, το αποτέλεσμα δεν είναι η καλύτερη κατανόηση των προβλημάτων, αλλά η τεχνητή δημιουργία νέων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταφοράς αποτέλεσε η δημόσια παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος έκανε λόγο για «woke ατζέντα» και για αποδόμηση του θεσμού της οικογένειας. Πρόκειται για έναν όρο που λειτουργεί περισσότερο ως ιδεολογική ετικέτα παρά ως αναλυτική έννοια. Αντί να απαντηθεί το πραγματικό ερώτημα —αν δηλαδή το κράτος οφείλει να στηρίζει όλους τους πολίτες και όλες τις οικογένειες που αναγνωρίζει ο νόμος— δημιουργήθηκε ένας εύκολος ιδεολογικός αντίπαλος, ώστε η συζήτηση να μετατοπιστεί από την ουσία στον συναισθηματισμό. Στις πρόσφατες παρεμβάσεις του, ο Αντώνης Σαμαράς παρουσιάζει εμφανείς συγκλίσεις με τη ρητορική που αναπτύσσουν κόμματα της ελληνικής ακροδεξιάς γύρω από αυτούς τους λεγόμενους «πολιτισμικούς πολέμους».
Όμως η δημοκρατία δεν λειτουργεί με συνθήματα. Λειτουργεί με επιχειρήματα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, αντί να αντικρουστεί η πραγματική θέση της υπουργού, επιλέχθηκε η κατασκευή μιας διαφορετικής θέσης, ευκολότερης να καταγγελθεί.
Η Πολιτεία δεν είναι θεματοφύλακας ενός μόνο τρόπου ζωής
Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις προσωπικές αξίες ενός ανθρώπου και στις θεσμικές υποχρεώσεις της Πολιτείας.
Ένας πολίτης μπορεί να θεωρεί ότι η παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια αποτελεί το ιδανικό κοινωνικό πρότυπο. Έχει κάθε δικαίωμα να το πιστεύει, να το υποστηρίζει και να οργανώνει τη ζωή του σύμφωνα με αυτή την πεποίθηση.
Το κράτος όμως δεν έχει αυτό το δικαίωμα. Διότι το κράτος δεν εκπροσωπεί μία ιδεολογία. Εκπροσωπεί όλους τους πολίτες.
Η Πολιτεία δεν μπορεί να αποφασίζει ότι η χήρα μητέρα αξίζει λιγότερη προστασία επειδή δεν αποτελεί «πυρηνική οικογένεια». Δεν μπορεί να θεωρεί ότι ένας πατέρας που μεγαλώνει μόνος του τα παιδιά του δεν εμπίπτει στην οικογενειακή πολιτική. Δεν μπορεί να αδιαφορεί για ένα ηλικιωμένο ζευγάρι χωρίς παιδιά ή για μία οικογένεια που απέκτησε παιδιά μέσω υιοθεσίας ή αναδοχής.
Η ισότητα απέναντι στον νόμο δεν προϋποθέτει ότι όλοι ζουν με τον ίδιο τρόπο. Προϋποθέτει ότι όλοι απολαμβάνουν την ίδια προστασία.
Αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου.
Και αυτό ακριβώς φαίνεται να παραγνωρίζουν όσοι επιχειρούν να μετατρέψουν την κοινωνική πολιτική σε ιδεολογικό τεστ ορθοδοξίας.
Η παραδοσιακή οικογένεια δεν απειλείται από τα δικαιώματα των άλλων
Ένα ακόμη σοβαρό λάθος αυτής της δημόσιας συζήτησης είναι η ψευδής αντίθεση που δημιουργείται. Σαν να πρέπει κάποιος να επιλέξει ανάμεσα στην παραδοσιακή οικογένεια και στα δικαιώματα των υπολοίπων. Αυτό είναι ένα εντελώς κατασκευασμένο δίλημμα.
Η ύπαρξη μονογονεϊκών οικογενειών δεν καταργεί την πυρηνική οικογένεια. Η προστασία των αναδόχων οικογενειών δεν αποδυναμώνει τον γάμο. Η κοινωνική μέριμνα για όσους ζουν διαφορετικά δεν αφαιρεί τίποτε από όσους επιλέγουν την παραδοσιακή οικογενειακή ζωή.
Τα δικαιώματα δεν λειτουργούν με τη λογική της ποσότητας. Δεν είναι ένας περιορισμένος πόρος που, αν δοθεί σε κάποιον, στερείται από κάποιον άλλο.
Αντίθετα, μια κοινωνία γίνεται ισχυρότερη όταν κανείς δεν μένει αόρατος απέναντι στους θεσμούς.
Η ελληνική οικογένεια δεν κινδυνεύει επειδή το κράτος στηρίζει και άλλες μορφές οικογενειακής ζωής. Κινδυνεύει όταν οι νέοι αδυνατούν να αγοράσουν σπίτι. Όταν η ακρίβεια καθιστά απαγορευτική την απόκτηση παιδιών. Όταν οι μισθοί δεν επαρκούν για αξιοπρεπή διαβίωση. Όταν το δημογραφικό επιδεινώνεται.
Αυτές είναι οι πραγματικές απειλές. Όχι οι φαντασιακοί «πολιτισμικοί εχθροί».
Όταν η πολιτική επενδύει στον φόβο
Ο λαϊκισμός έχει μία σταθερή συνταγή. Δεν προσφέρει λύσεις. Προσφέρει εχθρούς.
Δεν εξηγεί πολύπλοκα κοινωνικά προβλήματα. Τα προσωποποιεί.
Δεν επιχειρεί να ενώσει. Επιχειρεί να διχάσει.
Γιατί ο φόβος κινητοποιεί ευκολότερα από τη λογική. Η πολιτική όμως που βασίζεται στον φόβο μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη. Δύσκολα όμως οικοδομεί μια ώριμη δημοκρατία.
Γι’ αυτό και κάθε τόσο ανακαλύπτεται ένας νέος «κίνδυνος». Άλλοτε είναι η Ευρώπη. Άλλοτε η επιστήμη. Άλλοτε τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Και τώρα, μια υπουργός που είπε το αυτονόητο: ότι το κράτος οφείλει να υπηρετεί όλους τους πολίτες.
Η στάση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική, την οποία ακολουθούν τα τελευταία χρόνια κόμματα της ελληνικής ακροδεξιάς, όπως η Ελληνική Λύση και η Νίκη, αλλά πλέον υιοθετεί σε αρκετές παρεμβάσεις του και ο Αντώνης Σαμαράς: την εισαγωγή στην ελληνική πολιτική ζωή των λεγόμενων «πολιτισμικών πολέμων», όπου κάθε κοινωνική συζήτηση παρουσιάζεται ως μάχη ανάμεσα στους «υπερασπιστές της παράδοσης» και στους δήθεν «εχθρούς της οικογένειας». Η τακτική αυτή, όμως, δεν φωτίζει την πραγματικότητα· την απλουστεύει, την ιδεολογικοποιεί και τελικά τη διαστρεβλώνει.
Η δημοκρατία δεν επιβάλλει πρότυπα ζωής. Προστατεύει πολίτες.
Ίσως το μεγαλύτερο λάθος της δημόσιας συζήτησης είναι ότι επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί η υπόθεση ως μια σύγκρουση ανάμεσα στην «παραδοσιακή οικογένεια» και στις «νέες μορφές οικογένειας». Στην πραγματικότητα, τέτοιο δίλημμα δεν υπάρχει.
Μια ώριμη δημοκρατία δεν καλείται να αποφανθεί ποια οικογενειακή μορφή είναι η «σωστή». Αυτό ανήκει στη σφαίρα της προσωπικής συνείδησης, της θρησκευτικής πίστης, της ηθικής φιλοσοφίας ή της ιδεολογικής τοποθέτησης κάθε πολίτη.
Το κράτος έχει διαφορετική αποστολή.
Να εγγυάται ότι κανένας πολίτης δεν θα στερηθεί την προστασία της Πολιτείας εξαιτίας της προσωπικής του κατάστασης.
Αυτό δεν είναι ούτε αριστερή ούτε δεξιά θέση. Δεν είναι ούτε προοδευτική ούτε συντηρητική. Είναι η ουσία του συνταγματικού κράτους δικαίου.
Ακριβώς γι’ αυτό τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν τίθενται σε δημοψήφισμα κάθε φορά που αλλάζει ο πολιτικός συσχετισμός. Δεν αποτελούν παραχώρηση της εκάστοτε κυβέρνησης ούτε ιδεολογικό προνόμιο μιας πολιτικής παράταξης. Είναι θεσμικές εγγυήσεις που προστατεύουν όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες.
Σήμερα μπορεί κάποιος να συμφωνεί με την πλειοψηφία. Αύριο μπορεί να ανήκει ο ίδιος σε μια μειονότητα.
Η δημοκρατία οφείλει να λειτουργεί και στις δύο περιπτώσεις με τους ίδιους κανόνες.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από πολιτική ωριμότητα, όχι από εισαγόμενους πολιτισμικούς πολέμους
Η χώρα αντιμετωπίζει προκλήσεις που είναι πραγματικές και πιεστικές. Το δημογραφικό πρόβλημα. Τη στεγαστική κρίση. Τη χαμηλή γεννητικότητα. Την αβεβαιότητα των νέων ζευγαριών. Τη διαρροή επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό. Τη γήρανση του πληθυσμού.
Αυτά είναι τα ζητήματα που καθορίζουν το μέλλον της ελληνικής οικογένειας. Όχι το αν ένας υπουργός αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και άλλες μορφές οικογενειακής ζωής στην κοινωνία.
Αν πράγματι θέλουμε να στηρίξουμε την παραδοσιακή οικογένεια, η απάντηση δεν βρίσκεται στην κατασκευή ιδεολογικών αντιπάλων.
Βρίσκεται στη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν στους νέους να παντρεύονται όταν το επιθυμούν, να αποκτούν παιδιά χωρίς οικονομικό φόβο, να εργάζονται με αξιοπρέπεια και να μπορούν να στεγάζουν την οικογένειά τους.
Η οικογένεια ενισχύεται από την κοινωνική πολιτική. Δεν προστατεύεται από τη ρητορική πόλωση.
Η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας απέναντι στην αλήθεια
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει και κάτι ακόμη. Τη μεγάλη ευθύνη όσων διαμορφώνουν τον δημόσιο λόγο.
Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη πολιτική ζημιά από μια ολόκληρη κοινοβουλευτική συζήτηση. Ένας παραπλανητικός τίτλος μπορεί να διαβαστεί από εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, ενώ η διάψευσή του να περάσει σχεδόν απαρατήρητη.
Αυτό καθιστά ακόμη μεγαλύτερη την ευθύνη των πολιτικών, των δημοσιογράφων και όλων όσοι παρεμβαίνουν στον δημόσιο διάλογο.
Η κριτική είναι θεμιτή. Η διαφωνία είναι αναγκαία. Η διαστρέβλωση όμως δεν αποτελεί πολιτικό επιχείρημα.
Όταν μια δημόσια τοποθέτηση αποκόπτεται από τα συμφραζόμενά της ώστε να παραχθεί ένα εντελώς διαφορετικό νόημα, τότε δεν υπηρετείται η δημοκρατία. Υπηρετείται η προπαγάνδα.
Και η προπαγάνδα, ακόμη κι όταν φαίνεται πρόσκαιρα αποτελεσματική, έχει πάντοτε υψηλό κόστος για την ποιότητα του δημοσίου βίου.
Ανακεφαλαίωση
Η συζήτηση γύρω από τις δηλώσεις της Δόμνας Μιχαηλίδου θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευκαιρία για έναν σοβαρό διάλογο σχετικά με το πώς το ελληνικό κράτος θα στηρίξει αποτελεσματικότερα όλες τις οικογένειες που δοκιμάζονται από την οικονομική και δημογραφική κρίση.
Αντ’ αυτού, μετατράπηκε σε ακόμη μία τεχνητή σύγκρουση, όπου η αποσπασματική αναπαραγωγή μιας δήλωσης αξιοποιήθηκε για να καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι απειλείται ο ίδιος ο θεσμός της οικογένειας.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλή.
Κανείς δεν απειλεί την παραδοσιακή ελληνική οικογένεια επειδή το κράτος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και άλλοι συμπολίτες που χρειάζονται προστασία.
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί αφαιρώντας δικαιώματα από κάποιους για να επιβεβαιώσει τις αξίες κάποιων άλλων.
Αντίθετα, η δύναμή της βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά της να προστατεύει όλους, χωρίς διακρίσεις και χωρίς ιδεολογικά φίλτρα.
Η παραδοσιακή οικογένεια έχει κάθε δικαίωμα να αποτελεί για εκατομμύρια Έλληνες το ιδανικό πρότυπο ζωής.
Το κράτος, όμως, δεν υπάρχει για να επιβάλλει πρότυπα ζωής. Υπάρχει για να υπηρετεί όλους τους πολίτες.
Και όσο περισσότερο παραμένει πιστό σε αυτή την αρχή, τόσο ισχυρότερη γίνεται η ίδια η δημοκρατία.
____________
Πηγές
- Fortune Greece. Most Powerful Women Summit 2026 – Ομιλία / συζήτηση της Υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνας Μιχαηλίδου.
- Τα Νέα – Οι δηλώσεις της Δόμνας Μιχαηλίδου και η αντίδραση Σαμαρά
- Naftemporiki – Δήλωση Αντώνη Σαμαρά για «woke ατζέντα»
- in.gr – Η αντιπαράθεση για τις δηλώσεις Μιχαηλίδου
- Εφημερίδα των Συντακτών – Σαμαράς κατά Μιχαηλίδου
- Sofokleous10 – Η Δόμνα Μιχαηλίδου ξεκαθαρίζει τη θέση της μετά τον σάλο
