Το καλώδιο θα προχωρήσει. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε λεονταρισμούς ούτε υποστολή σημαίας. Χρειάζεται να κάνει τη δουλειά της.
Υπάρχει μια κατηγορία πολιτικής σκέψης στην Ελλάδα που θα προτιμούσε, κατά βάθος, να μην ξεκινούσε ποτέ το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας και Κύπρου. Δεν θα το πουν ακριβώς έτσι.
Θα μιλήσουν για «κινδύνους», για «τουρκικές αντιδράσεις», για «πρόκληση», για «περιττές εντάσεις». Θα εμφανίσουν ως δήθεν πατριωτική επιλογή την ακινησία. Και θα μας εξηγήσουν ότι, αν η Ελλάδα δεν κάνει τίποτε, αν δεν προχωρά σε έργα στρατηγικής σημασίας, αν δεν διεκδικεί ενεργά τον ρόλο της στην Ανατολική Μεσόγειο, τότε ίσως κερδίσει μερικά ακόμη χρόνια ησυχίας.
Αυτό όμως δεν είναι στρατηγική. Είναι η θεωρία της ακινησίας. Και πίσω από τη θεωρία της ακινησίας κρύβεται κάτι πολύ απλούστερο: ο φόβος.
Ο φόβος να κάνουμε οτιδήποτε μπορεί να ενοχλήσει την Τουρκία. Ο φόβος να επιχειρήσουμε κάτι που η Άγκυρα θα θεωρήσει ανεπιθύμητο. Ο φόβος να αναλάβουμε το πολιτικό κόστος μιας απόφασης που έχει γεωπολιτική σημασία.
Μόνο που μια χώρα δεν υπερασπίζεται τα συμφέροντά της παριστάνοντας ότι δεν υπάρχουν.
Το εύκολο θα ήταν να εγκαταλείψουμε
Το Great Sea Interconnector δεν ήταν μια απλή υπόθεση.
Το έργο έχει τεράστιες τεχνικές, οικονομικές και γεωπολιτικές απαιτήσεις. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου αποτελεί το πρώτο σκέλος του Great Sea Interconnector, ο οποίος προβλέπει σε επόμενο στάδιο τη σύνδεση και με το Ισραήλ. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα έργα υποθαλάσσιας ηλεκτρικής διασύνδεσης στην περιοχή και για έργο με σαφή ευρωπαϊκή διάσταση.
Και ακριβώς επειδή είναι τέτοιο έργο, ήταν απολύτως αναμενόμενο να συναντήσει εμπόδια. Το ένα ήταν οικονομικό. Το άλλο ήταν γεωπολιτικό. Και το δεύτερο είναι ασφαλώς το δυσκολότερο.
Η Τουρκία έχει αντιδράσει στο έργο και έχει επιχειρήσει να επιβάλει τη δική της αντίληψη για το πού και υπό ποιους όρους μπορούν να πραγματοποιούνται δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, στην Κύπρο υπήρξαν σοβαρές επιφυλάξεις για την οικονομική βιωσιμότητα και τη χρηματοδότηση του έργου. Η Great Sea Interconnector πέρασε από μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας, με το έργο να αντιμετωπίζει τόσο τις οικονομικές διαφωνίες όσο και τις γεωπολιτικές αντιδράσεις.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό ενδιαφέρον. Η ελληνική κυβέρνηση είχε μια εξαιρετικά εύκολη επιλογή. Θα μπορούσε να πει: «Οι Κύπριοι δεν θέλουν. Οι Τούρκοι αντιδρούν. Το έργο έχει προβλήματα χρηματοδότησης. Ας το αφήσουμε».
Κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει την κυβέρνηση ότι δεν είχε επιχειρήματα. Θα ήταν η τέλεια πολιτική έξοδος.
Οι Κύπριοι επιχειρηματίες που έχουν συμφέροντα από τη διατήρηση της υφιστάμενης ενεργειακής κατάστασης θα ήταν ικανοποιημένοι. Η Τουρκία θα ήταν ικανοποιημένη. Και η ελληνική κυβέρνηση θα είχε απαλλαγεί από έναν μεγάλο πονοκέφαλο.
Όλοι κερδισμένοι. Εκτός από την Ελλάδα. Και την Κύπρο.
Ο Μητσοτάκης επέλεξε να μην αποχωρήσει από το πεδίο
Εδώ είναι που πρέπει να κάνουμε κάτι που στην Ελλάδα θεωρείται σχεδόν πολιτικά απαγορευμένο: Να αναγνωρίσουμε μια επιτυχία μιας κυβέρνησης όταν πράγματι υπάρχει.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν εγκατέλειψε το έργο. Δεν κατέβασε τη σημαία. Δεν είπε ότι «δεν αξίζει τον κόπο». Δεν αναζήτησε μια βολική δικαιολογία για να αποχωρήσει από ένα δύσκολο γεωπολιτικό πεδίο.
Αντιθέτως, αναζήτησε λύσεις. Και η σημαντικότερη εξέλιξη ήρθε τώρα.
Ο γαλλικός επενδυτικός όμιλος Meridiam εισέρχεται ως πλειοψηφικός μέτοχος στη Great Sea Interconnector, ενισχύοντας την κεφαλαιακή βάση και τη χρηματοδοτική αξιοπιστία του έργου. Η συμφωνία υπογράφηκε στις 5 Αυγούστου 2026 στο Μέγαρο Μαξίμου και αποτελεί την πλέον ουσιαστική εξέλιξη για την επανεκκίνηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου.
Και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία από όσο θέλουν ορισμένοι να παραδεχθούν. Γιατί ένα έργο που συνδέει την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο δεν είναι απλώς ένα ενεργειακό έργο. Είναι γεωπολιτική υποδομή. Είναι ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία συνδέεται πρακτικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό δεν είναι δευτερεύον.
Ο Great Sea Interconnector αποτελεί έργο που συνδέει αρχικά την Ελλάδα και την Κύπρο και σε επόμενο στάδιο προβλέπει τη σύνδεση με το Ισραήλ. Η ίδια η εταιρεία το παρουσιάζει ως μία από τις μεγαλύτερες υποθαλάσσιες ηλεκτρικές διασυνδέσεις παγκοσμίως και ως έργο που ενισχύει την ενεργειακή διασύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με την Ευρώπη.
Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι η ουσία.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «καλώδιο ή πόλεμος»
Εδώ ακριβώς αρχίζει η ελληνική παράνοια. Οι οπαδοί της ακινησίας λένε περίπου: «Μην προχωράτε, γιατί θα αντιδράσει η Τουρκία».
Οι υπερπατριώτες λένε: «Στείλτε τον στόλο και επιβάλετε το έργο».
Και οι δύο πλευρές κάνουν το ίδιο λάθος. Αντιμετωπίζουν την εξωτερική πολιτική σαν να έχει μόνο δύο επιλογές: ή υποχώρηση ή πόλεμο.
Δεν είναι έτσι. Υπάρχει και η τρίτη επιλογή. Να προχωράς. Να δημιουργείς τετελεσμένα μέσα στο διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο. Να ενισχύεις τις συμμαχίες σου. Να προσελκύεις μεγάλους ευρωπαϊκούς επενδυτές. Να εντάσσεις το έργο στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Να το καθιστάς μέρος της ευρωπαϊκής ενεργειακής υποδομής. Και ταυτόχρονα να μην επιδιώκεις στρατιωτική σύγκρουση.
Αυτό λέγεται σοβαρή κρατική πολιτική. Δεν λέγεται ούτε «υποταγή» ούτε «λεονταρισμός».
Οι «υπερπατριώτες» έχουν ένα μικρό πρόβλημα
Οι επαγγελματίες του πατριωτισμού θα μας πουν ότι όλα αυτά αποτελούν δήθεν απόδειξη της αδυναμίας της ελληνικής κυβέρνησης. Θα μας πουν ότι έπρεπε να στείλουμε τον στόλο. Ότι έπρεπε να επιβάλουμε διά της στρατιωτικής ισχύος την πόντιση του καλωδίου. Ότι κάθε άλλη επιλογή είναι «υποχώρηση».
Μάλιστα. Ας δεχθούμε λοιπόν για μια στιγμή αυτή τη λογική. Ας αναρωτηθούμε ποιοι ακριβώς είναι εκείνοι που επί δεκαετίες, όταν είχαν πολιτικές ή θεσμικές ευθύνες, «κατατρόπωναν» την Τουρκία. Ποιοι είναι εκείνοι που μας άφησαν σήμερα να αντιμετωπίζουμε όλα αυτά τα προβλήματα. Ποιοι είναι εκείνοι που κάθε φορά που έρχεται η πραγματική ώρα της απόφασης μετατρέπουν τον πατριωτισμό σε τηλεοπτικό σύνθημα.
Γιατί είναι πολύ εύκολο να είσαι πατριώτης όταν δεν χρειάζεται να κυβερνήσεις. Είναι πολύ εύκολο να ζητάς «να στείλουμε τον στόλο» όταν δεν είσαι εσύ αυτός που πρέπει να αποφασίσει τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα. Είναι πολύ εύκολο να καταγγέλλεις κάθε διπλωματικό ελιγμό ως «προδοσία».
Το δύσκολο είναι να κρατήσεις το έργο ζωντανό. Να εξασφαλίσεις χρηματοδότηση. Να βάλεις μέσα έναν μεγάλο ευρωπαϊκό επενδυτή. Να δώσεις στο έργο νέα οικονομική και επιχειρησιακή βάση. Να έχεις την Ευρώπη πίσω από το έργο.
Και να μην επιτρέψεις στην Τουρκία να αποκτήσει δικαίωμα βέτο επί των ελληνικών και ευρωπαϊκών αποφάσεων. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα.
Η Τουρκία μπορεί να αντιδράσει. Δεν μπορεί όμως να αποφασίζει
Ας το πούμε καθαρά. Ναι, η Τουρκία μπορεί να αντιδράσει. Ναι, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα. Ναι, η γεωπολιτική διάσταση του έργου είναι σοβαρή. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται σοβαρή πολιτική.
Αλλά υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «Η Τουρκία αντιδρά, άρα σταματάμε» και στο «Η Τουρκία αντιδρά, άρα οργανωνόμαστε καλύτερα και συνεχίζουμε».
Η πρώτη αντίληψη δίνει στην Τουρκία αυτό που δεν πρέπει ποτέ να της δώσουμε: δικαίωμα να αποφασίζει τι θα κάνει η Ελλάδα και τι θα κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η δεύτερη αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Η Τουρκία μπορεί να διαφωνεί. Μπορεί να διαμαρτύρεται. Μπορεί να απειλεί. Αλλά δεν μπορεί να αποκτήσει de facto δικαίωμα βέτο σε ένα ευρωπαϊκό έργο επειδή δεν της αρέσει η γεωπολιτική του σημασία.
Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει.
Το καλώδιο θα προχωρήσει
Μέχρι πρόσφατα δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα φτάναμε εδώ. Υπήρχαν οικονομικά προβλήματα. Υπήρχαν τεχνικές δυσκολίες. Υπήρχαν πολιτικές αντιδράσεις. Υπήρχαν τουρκικές πιέσεις. Υπήρχαν και κυπριακές επιφυλάξεις.
Κι όμως, το έργο δεν εγκαταλείφθηκε. Τώρα υπάρχει μια νέα και πολύ σημαντική εξέλιξη: η είσοδος της Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου της GSI, εξέλιξη που η ελληνική κυβέρνηση χαρακτηρίζει σημαντική για την ενίσχυση και την επανεκκίνηση του έργου.
Το καλώδιο θα προχωρήσει. Η δουλειά θα γίνει. Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο που αξίζει να κρατήσουμε. Όχι επειδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αλάνθαστος. Όχι επειδή κάθε κυβερνητική επιλογή είναι σωστή. Αλλά επειδή όταν μια κυβέρνηση παίρνει μια δύσκολη στρατηγική απόφαση και επιμένει στην υλοποίησή της, οφείλουμε να το αναγνωρίζουμε.
Αυτό δεν είναι κομματισμός. Είναι πολιτική σοβαρότητα. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται κυβερνήσεις που να πανηγυρίζουν κάθε φορά που η Τουρκία δεν ενοχλείται. Χρειάζεται κυβερνήσεις που να μπορούν να προχωρούν τα ελληνικά συμφέροντα ακόμη και όταν η Τουρκία ενοχλείται.
Αυτό είναι το πραγματικό τεστ. Και μέχρι στιγμής, στο συγκεκριμένο ζήτημα, η επιλογή ήταν να μην εγκαταλειφθεί το πεδίο. Και αυτή η επιλογή έχει πολιτικό κόστος. Έχει γεωπολιτικό ρίσκο. Έχει δυσκολίες. Αλλά είναι η μόνη επιλογή που μπορεί να παράξει αποτέλεσμα.
Και κάτι τελευταίο για τους «υπερπατριώτες»
Αν η Τουρκία εξοργίζεται επειδή η Ελλάδα και η Κύπρος συνδέονται ηλεκτρικά με την Ευρώπη, αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε. Αν η Τουρκία θεωρεί ότι το έργο δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά της, επίσης μπορούμε να το καταλάβουμε. Αυτό ακριβώς είναι η γεωπολιτική.
Αλλά τους Έλληνες που εξοργίζονται επειδή η Ελλάδα προχωρά ένα ευρωπαϊκό έργο, επειδή εξασφαλίζει χρηματοδότηση, επειδή προσελκύει ευρωπαϊκό κεφάλαιο και επειδή δεν εγκαταλείπει την Κύπρο για να αποφύγει την τουρκική αντίδραση, είναι πραγματικά δύσκολο να τους καταλάβουμε.
Εκτός αν τελικά δεν τους ενοχλεί το καλώδιο. Τους ενοχλεί απλώς ότι το καλώδιο προχωρά. Και ακόμη περισσότερο ότι προχωρά χωρίς να χρειαστεί να γίνει αυτό που οι ίδιοι επί χρόνια απαιτούν: να πατήσουμε ένα κουμπί και να αρχίσουμε πόλεμο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αποδείξει τον πατριωτισμό της με λεονταρισμούς. Ούτε να αγοράζει «ειρήνη» με ακινησία. Χρειάζεται να κάνει κάτι πολύ δυσκολότερο: να προχωρά.
Και αυτή τη φορά, το καλώδιο θα προχωρήσει. Οι Τούρκοι έχουν κάθε λόγο να ενοχλούνται. Οι «υπερπατριώτες» όμως γιατί σκούζουν;
