Από την «αντίστροφη μέτρηση» στην αναμονή: ο πρώην πρωθυπουργός φαίνεται να μεταθέτει τις αποφάσεις του για το 2027, αναζητώντας όχι μόνο ψηφοφόρους αλλά και… υποψηφίους
Για μήνες καλλιεργείται η εικόνα ότι ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται ένα βήμα πριν από την ανακοίνωση του νέου πολιτικού φορέα που έχει προαναγγείλει. Ο ίδιος έχει αφήσει επανειλημμένως να εννοηθεί ότι οι αποφάσεις του έχουν ληφθεί και ότι θα τις ανακοινώσει όταν κρίνει πως είναι η κατάλληλη στιγμή. Τον Ιούνιο, μάλιστα, οι κινήσεις του για τη συγκρότηση του νέου κόμματος είχαν ενταθεί, με προσωπικές επαφές και αναζήτηση στελεχών.
Τώρα, όμως, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα διαφορετικό χρονοδιάγραμμα. Η ανακοίνωση ενός νέου κόμματος δεν μοιάζει πλέον να αποτελεί υπόθεση άμεσων ημερών ή εβδομάδων. Ο ορίζοντας μετακινείται προς τις αρχές του 2027.
Και πίσω από αυτή την καθυστέρηση υπάρχει, σύμφωνα με τις πληροφορίες που κυκλοφορούν, ένας πολύ συγκεκριμένος πολιτικός υπολογισμός: ο Σαμαράς δεν θέλει να δώσει στη Νέα Δημοκρατία τον χρόνο να οργανώσει την άμυνά της.
Δεν θέλει να ανακοινώσει σήμερα ένα κόμμα, να ακολουθήσει μια μακρά περίοδος πολιτικής αναμονής και, μέσα σε αυτήν, το Μέγαρο Μαξίμου και η κομματική μηχανή της ΝΔ να έχουν τη δυνατότητα να απορροφήσουν, να πιέσουν ή να αποτρέψουν πρόσωπα που θα μπορούσαν να στελεχώσουν τα ψηφοδέλτιά του.
Με άλλα λόγια, ο Αντώνης Σαμαράς φαίνεται να περιμένει. Το ερώτημα είναι: τι ακριβώς περιμένει;
Δεν περιμένει μόνο τις εκλογές. Περιμένει να δει ποιοι θα μείνουν έξω από τη Νέα Δημοκρατία
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία ολόκληρου του σχεδιασμού. Ένα νέο κόμμα δεν χρειάζεται μόνο αρχηγό. Χρειάζεται ανθρώπους που να μπορούν να σταθούν στις εκλογικές περιφέρειες. Χρειάζεται πρόσωπα με κοινωνικές σχέσεις, τοπική αναγνωρισιμότητα, πολιτικό κεφάλαιο, προσωπική επιρροή και — κυρίως — δυνατότητα να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια σε ψήφο.
Και αυτό ακριβώς φαίνεται να είναι ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα του εγχειρήματος. Γιατί μπορεί να υπάρχει πολιτικός χώρος στα δεξιά ή στα δεξιότερα της σημερινής ΝΔ. Μπορεί να υπάρχει ένα ακροατήριο που αισθάνεται ότι δεν εκφράζεται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Μπορεί να υπάρχει δυσαρέσκεια για συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, για τα εθνικά θέματα ή για τη φυσιογνωμία που έχει αποκτήσει η Νέα Δημοκρατία.
Αλλά ο πολιτικός χώρος από μόνος του δεν δημιουργεί κόμμα. Το κόμμα χρειάζεται πρόσωπα. Και εδώ φαίνεται να βρίσκεται η δυσκολία.
Εάν ένα σημαντικό μέρος των ανθρώπων που προσεγγίζονται είναι πρόσωπα που έχουν ήδη δοκιμαστεί εκλογικά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία ή πολιτευτές που δεν διαθέτουν σήμερα ισχυρή κοινωνική παρουσία στις περιφέρειές τους, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό πρόβλημα.
Διότι το καινούργιο κόμμα κινδυνεύει να εμφανιστεί ως καταφύγιο παλαιών (αποτυχημένων) πολιτευτών και όχι ως νέα πολιτική πρόταση. Και αυτή είναι μια εικόνα που θα μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφική.
Το παράδοξο του Σαμαρά
Εδώ βρίσκεται το παράδοξο. Ο Αντώνης Σαμαράς διαθέτει κάτι που ελάχιστοι πολιτικοί αρχηγοί μπορούν να διαθέσουν: ιστορικό πολιτικό κεφάλαιο, πρωθυπουργική διαδρομή, προσωπικό ακροατήριο και τη δυνατότητα να προκαλεί πολιτική συζήτηση ακόμη και όταν δεν διαθέτει κόμμα.
Όμως ακριβώς επειδή το κεφάλαιο αυτό είναι προσωπικό, πρέπει να μετατραπεί σε οργανωμένη πολιτική δύναμη. Και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο.
Ένας πρώην πρωθυπουργός μπορεί να συγκεντρώσει πλήθος ανθρώπων σε μια ομιλία. Μπορεί να έχει φίλους, υποστηρικτές, συνομιλητές και πολιτικούς συμμάχους. Μπορεί να εκφράζει ένα υπαρκτό τμήμα της κοινωνίας.
Οι εκλογές, όμως, δεν κερδίζονται με πολιτικές διαπιστώσεις. Κερδίζονται στην κάλπη. Και η κάλπη βρίσκεται στις εκλογικές περιφέρειες. Εκεί όπου χρειάζονται άνθρωποι που να γνωρίζουν την περιοχή τους, να έχουν προσωπικές σχέσεις, να μπορούν να κινητοποιήσουν ψηφοφόρους και να μην εμφανίζονται για πρώτη φορά λίγους μήνες πριν από τις εκλογές.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση της ανακοίνωσης μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα τακτική επιλογή και αναγκαστική επιλογή. Τακτική, επειδή ο Σαμαράς θέλει να αποφύγει πρόωρη έκθεση. Αναγκαστική, επειδή χρειάζεται χρόνο για να διαπιστώσει αν μπορεί να συγκροτήσει αξιόπιστα ψηφοδέλτια.
Η Νέα Δημοκρατία έχει ένα όπλο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί
Η άλλη πλευρά του παιχνιδιού είναι η Νέα Δημοκρατία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη δηλώσει ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027. Παράλληλα, η ΝΔ έχει αρχίσει να «κλειδώνει» υποψηφίους και να οργανώνει εγκαίρως τα ψηφοδέλτιά της.
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό: η Νέα Δημοκρατία δεν πρόκειται να περιμένει παθητικά να δημιουργηθεί ένα κόμμα στα δεξιά της. Θα επιχειρήσει να διατηρήσει τον έλεγχο του χώρου της.
Και εδώ ο χρόνος λειτουργεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Για τον Σαμαρά μπορεί να είναι χρήσιμος, επειδή του επιτρέπει να οργανωθεί. Για τη Νέα Δημοκρατία, όμως, μπορεί να είναι ακόμη πιο χρήσιμος, επειδή της επιτρέπει να εντοπίσει εγκαίρως τις διαρροές, να ενισχύσει τα ψηφοδέλτιά της και να προσεγγίσει πρόσωπα που θα μπορούσαν να μετακινηθούν.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να φοβάται και ο σχεδιασμός του νέου κόμματος. Εάν οι ανακοινώσεις γίνουν πολύ νωρίς, τότε η ΝΔ θα γνωρίζει τον αντίπαλο πριν ακόμη αρχίσει η εκλογική μάχη.
Και ένας έμπειρος πολιτικός γνωρίζει ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο αντίπαλος δεν έχει απλώς χρόνο να σε πολεμήσει. Έχει χρόνο να σε αποδυναμώσει πριν ακόμη εμφανιστείς.
Αλλά υπάρχει και η άλλη παγίδα: η υπερβολική αναμονή
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο ρίσκο για τον Σαμαρά. Η πολιτική δεν είναι μόνο ζήτημα στρατηγικής. Είναι και ζήτημα momentum. Ένα κόμμα που ανακοινώνεται πως «έρχεται» για μήνες μπορεί κάποια στιγμή να πάψει να προκαλεί προσδοκία και να αρχίσει να προκαλεί κόπωση.
Η διαρκής προαναγγελία μιας πολιτικής κίνησης δημιουργεί ένα παράδοξο φαινόμενο: όσο περισσότερο καθυστερεί η γέννησή της, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι απαιτήσεις από αυτήν. Στην αρχή όλοι ρωτούν: «Θα κάνει κόμμα ο Σαμαράς;». Ύστερα: «Πότε θα κάνει κόμμα;». Και τελικά: «Γιατί δεν το έχει κάνει ακόμη;».
Αυτή η μετάβαση είναι κρίσιμη. Γιατί από ένα σημείο και μετά η αναμονή παύει να δημιουργεί προσδοκία και αρχίζει να δημιουργεί αμφιβολία. Και ένα νέο κόμμα δεν έχει την πολυτέλεια να ξεκινήσει με αμφιβολία.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι να πάρει ψηφοφόρους από τη ΝΔ
Το πραγματικό στοίχημα του Αντώνη Σαμαρά είναι πολύ μεγαλύτερο. Δεν είναι απλώς να πάρει ένα ποσοστό ψηφοφόρων από τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό, θεωρητικά, μπορεί να συμβεί. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να δημιουργήσει νέα πολιτική ταυτότητα.
Γιατί εάν το νέο κόμμα περιοριστεί στο «η ΝΔ του Μητσοτάκη δεν εκφράζει πλέον τη δεξιά», τότε θα έχει ήδη ένα πρόβλημα. Αυτό δεν είναι από μόνο του πολιτικό πρόγραμμα. Είναι πολιτική καταγγελία.
Για να αποκτήσει διάρκεια, το εγχείρημα χρειάζεται κάτι περισσότερο: πρόταση διακυβέρνησης, συγκεκριμένες θέσεις, νέα πρόσωπα, κοινωνική διείσδυση και μια πειστική απάντηση στο ερώτημα: «Γιατί να ψηφίσω εσάς και όχι απλώς να τιμωρήσω τη ΝΔ;».
Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Και μέχρι στιγμής η συζήτηση γύρω από το κόμμα του Σαμαρά φαίνεται να επικεντρώνεται περισσότερο στο ποιοι θα πάνε μαζί του παρά στο τι ακριβώς θα προτείνει στην ελληνική κοινωνία.
Ο Σαμαράς περιμένει τις «κοπές» της ΝΔ
Υπάρχει, λοιπόν, μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πολιτική ειρωνεία. Ο άνθρωπος που θέλει να δημιουργήσει έναν νέο πόλο απέναντι στη σημερινή Νέα Δημοκρατία φαίνεται να περιμένει, εν μέρει, από τη Νέα Δημοκρατία να του δημιουργήσει το στελεχιακό δυναμικό.
Να ολοκληρώσει η ΝΔ τα ψηφοδέλτιά της. Να αποφασίσει ποιοι θα είναι μέσα και ποιοι θα μείνουν έξω. Να απογοητευθούν κάποιοι. Να αναζητήσουν κάποιοι άλλοι πολιτική στέγη. Και τότε να εμφανιστεί το νέο κόμμα ως η εναλλακτική επιλογή.
Αυτό μπορεί να είναι έξυπνη τακτική. Μπορεί όμως να αποδειχθεί και αδυναμία. Γιατί ένα πραγματικά ισχυρό νέο κόμμα δεν θα έπρεπε να περιμένει ποιοι θα «κοπούν» από το παλιό κόμμα. Θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να προσελκύσει αυτούς που η κοινωνία θέλει να δει να μπαίνουν στην πολιτική.
Η διαφορά είναι τεράστια. Στην πρώτη περίπτωση έχεις μια διάσπαση. Στη δεύτερη έχεις μια νέα πολιτική δύναμη.
Και εδώ θα κριθεί τελικά ο Σαμαράς
Ο Αντώνης Σαμαράς έχει ακόμη χρόνο. Αλλά ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος. Εάν πράγματι οι ανακοινώσεις μετακινηθούν προς τις αρχές του 2027, τότε θα χρειαστεί μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να παρουσιάσει όχι απλώς ένα όνομα και έναν αρχηγό, αλλά έναν ολοκληρωμένο πολιτικό οργανισμό. Και κυρίως να αποδείξει ότι δεν πρόκειται για μια προσωπική πολιτική επιστροφή ή για ένα «γινάτι» απέναντι στο σημερινό πρωθυπουργό.
Αυτό θα είναι το μεγάλο τεστ. Γιατί ο Σαμαράς έχει ήδη υπάρξει πρωθυπουργός. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει αρχηγός. Χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργήσει κόμμα που θα επιβιώσει πολιτικά πέρα από τον ίδιο.
Αν το πετύχει, τότε η πολιτική γεωγραφία της κεντροδεξιάς και της δεξιάς στην Ελλάδα μπορεί πράγματι να αλλάξει. Αν όμως το νέο εγχείρημα γεμίσει κυρίως με παλαιά πρόσωπα, αποτυχημένους πολιτευτές και στελέχη που αναζητούν απλώς νέα εκλογική στέγη, τότε η πολυαναμενόμενη «μεγάλη επιστροφή» κινδυνεύει να καταλήξει σε κάτι πολύ μικρότερο: σε έναν ακόμη πολιτικό σχηματισμό διαμαρτυρίας, με προσωπικό αρχηγό αλλά χωρίς πραγματική κοινωνική δυναμική.
Και τότε το πρόβλημα δεν θα είναι αν ο Σαμαράς ανακοίνωσε το κόμμα αργά. Το πρόβλημα θα είναι ότι, όταν τελικά το ανακοίνωσε, η κοινωνία μπορεί να είχε ήδη αποφασίσει ότι δεν το περίμενε πια. Αυτό είναι το πραγματικό ρίσκο της αναμονής.
Και ίσως γι’ αυτό, πίσω από την προσεκτική τακτική του πρώην πρωθυπουργού, κρύβεται σήμερα το δυσκολότερο ερώτημα: ο Αντώνης Σαμαράς δημιουργεί πράγματι ένα νέο κόμμα ή απλώς περιμένει να δει αν και πόσο θα συρρικνωθεί η παλιά του πολιτική οικογένεια για να πάρει μαζί του ό,τι απομείνει;
