Ποιοι επιχειρούν να μετατρέψουν έναν πρώην πρωθυπουργό σε όχημα αντιδυτικής ανατροπής
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική κατά τις οποίες δεν αρκεί να εξετάζει κανείς τον πολιτικό πρωταγωνιστή. Πρέπει να κοιτάξει και εκείνους που βρίσκονται γύρω του. Ποιοι τον καλούν να επιστρέψει. Ποιοι οργανώνουν εκδηλώσεις για να δημιουργήσουν το πολιτικό κλίμα της επιστροφής του. Ποιοι γράφουν ότι είναι ο άνθρωπος που μπορεί να ενώσει τον «πατριωτικό χώρο». Ποιοι τον παρουσιάζουν ως τη λύση απέναντι στη σημερινή Νέα Δημοκρατία. Και, κυρίως, ποια είναι η γεωπολιτική αντίληψη των ανθρώπων αυτών.
Στην περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά, το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί την κριτική του στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Έχει κάθε δικαίωμα ακόμη και να αμφισβητεί την πολιτική της κυβέρνησης. Και, εφόσον το αποφασίσει, έχει κάθε δικαίωμα να δημιουργήσει νέο πολιτικό κόμμα. Άλλωστε, δεν θα είναι ο πρώτος ή ο μόνος, ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι εάν ο Σαμαράς δικαιούται να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική ως αρχηγός ενός -ακόμη- νέου κομματικού σχηματισμού που επιχειρεί να στεγάσει προσωπικές φιλοδοξίες και πείσματα. Το ζήτημα είναι ποιοι επιχειρούν να μετατρέψουν το πολιτικό του κεφάλαιο σε όχημα μιας ευρύτερης αντιδυτικής ανασύνταξης.
Γιατί γύρω από την προοπτική ενός νέου κόμματος Σαμαρά έχει σχηματιστεί ένα αξιοπρόσεκτο περιβάλλον πανεπιστημιακών, γεωπολιτικών αναλυτών, διπλωματών, δημοσιογράφων και αποστράτων αξιωματικών. Δεν είναι όλοι ίδιοι. Δεν έχουν όλοι τις ίδιες απόψεις. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποδώσουμε σε όλους συλλήβδην τον χαρακτηρισμό «φιλορώσοι», αν και ο πειρασμός για κάτι τέτοιο είναι βασίμως πολύ μεγάλος.
Υπάρχει όμως κάτι που μπορεί να εξεταστεί απολύτως τεκμηριωμένα: οι δημόσιες θέσεις σημαντικού αριθμού από τα πρόσωπα αυτά και η σύγκλιση που παρουσιάζουν σε μια σειρά από ζητήματα γύρω από τη Ρωσία, την Ουκρανία, το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη δυτική πολιτική.
Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που κάνει την υπόθεση πολιτικά ενδιαφέρουσα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν συναντώνται απλώς περιστασιακά. Ένα σημαντικό μέρος τους βρέθηκε μαζί στην «Ομάδα των 91», μια δημόσια πρωτοβουλία που ζήτησε ουσιαστικά τη δημιουργία νέας πολιτικής έκφρασης και απευθύνθηκε ανοιχτά προς τον Αντώνη Σαμαρά και τον Κώστα Καραμανλή. Εδώ αρχίζει η ιστορία.

Η «Ομάδα των 91» και η αναζήτηση πολιτικού αρχηγού
Τον Ιούλιο του 2025 έκανε δημόσια την εμφάνισή της η «Ομάδα των 91», αποτελούμενη από πρόσωπα του ευρύτερου πατριωτικού και συντηρητικού χώρου.
Μεταξύ των υπογραφόντων βρίσκονταν ο Ιωάννης Μάζης, ο Μελέτης Μελετόπουλος, ο Κώστας Γρίβας, ο Σάββας Καλεντερίδης, ο Γιώργος Φίλης, ο Περικλής Νεάρχου, ο Γιώργος Αϋφαντής και σειρά άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων και απόστρατοι αξιωματικοί.
Η πρωτοβουλία δεν έκρυβε την πολιτική της στόχευση. Μιλούσε για την ανάγκη μιας νέας πολιτικής έκφρασης και καλούσε προσωπικότητες που θα μπορούσαν να αναλάβουν την ηγεσία μιας τέτοιας προσπάθειας. Το όνομα του Αντώνη Σαμαρά βρισκόταν εξαρχής στο επίκεντρο.
Η ίδια η συζήτηση γύρω από τους «91» παρουσιάστηκε στον Τύπο ως προσπάθεια δημιουργίας κλίματος για ένα νέο κόμμα με επίκεντρο τον πρώην πρωθυπουργό.
Και ο Μελέτης Μελετόπουλος δεν άφησε το ζήτημα στη σφαίρα των υποθέσεων. Σε μεταγενέστερη δημόσια παρέμβασή του δήλωσε ότι υπήρχαν συζητήσεις με τον Σαμαρά και συνεργάτες του και ότι ο πρώην πρωθυπουργός βρισκόταν κοντά στην ίδρυση νέου κόμματος.
Επομένως, δεν μιλάμε για μια θεωρητική παρέα ανθρώπων που απλώς έχουν παρόμοιες απόψεις. Μιλάμε για ένα υπαρκτό πολιτικό περιβάλλον που επιδίωξε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας νέας πολιτικής παρουσίας του Αντώνη Σαμαρά.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το ενδιαφέρον της έρευνας. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;
Ο Ιωάννης Μάζης και η «άλλη» εικόνα του πολέμου
Ο Ιωάννης Μάζης αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Δεν χρειάζεται να τον αποκαλέσει κανείς «πράκτορα». Δεν υπάρχει κανένας λόγος να χρησιμοποιηθεί ένας τέτοιος χαρακτηρισμός. Αρκεί να εξετάσουμε τις δημόσιες τοποθετήσεις του. Και μάλιστα όχι μία ή δύο. Αλλά μια ολόκληρη ακολουθία.
Στις 24 Φεβρουαρίου 2022, την ημέρα της ρωσικής εισβολής, η δημόσια παρέμβασή του περιέγραφε έναν πόλεμο με τρόπο που απείχε εντυπωσιακά από την πραγματικότητα που θα ακολουθούσε. Η σχετική δημοσίευση στη LiFO κατέγραφε ότι, κατά την ανάλυσή του, εκτός από τον Πούτιν κέρδιζαν και οι Αμερικανοί, ενώ οι Ευρωπαίοι θα πλήρωναν πολύ ακριβά το τίμημα.
Ακολούθησαν ακόμη πιο εντυπωσιακές εκτιμήσεις. Στις πρώτες ημέρες του πολέμου κυκλοφόρησαν αποσπάσματα παρεμβάσεών του στα οποία περιγραφόταν μια εικόνα σχεδόν κατάρρευσης της Ουκρανίας, με το Κίεβο να βρίσκεται, κατά την εκτίμηση που του αποδιδόταν, στην τελευταία φάση πριν από την πτώση του.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό ήταν το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονταν αυτές οι αναλύσεις: η ρωσική στρατιωτική επιχείρηση παρουσιαζόταν ως αποτέλεσμα μιας μακράς δυτικής πρόκλησης, ενώ η ικανότητα της Ρωσίας να επιβάλει τη θέλησή της αντιμετωπιζόταν ως περίπου αυτονόητη.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας αναλυτής μπορεί να κάνει λάθος. Όλοι κάνουν λάθος. Το πρόβλημα είναι όταν οι λανθασμένες εκτιμήσεις έχουν σταθερή κατεύθυνση.
Η Ρωσία εμφανίζεται ισχυρότερη από όσο είναι. Η Ουκρανία εμφανίζεται ασθενέστερη από όσο είναι. Η Δύση εμφανίζεται περισσότερο υπεύθυνη από όσο είναι. Το ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως μέρος του προβλήματος. Και η ρωσική οπτική αποκτά διαρκώς μεγαλύτερο βάρος.
Αυτό δεν είναι απλώς μια λανθασμένη πρόβλεψη. Είναι ένα ερμηνευτικό πλαίσιο. Και όταν ένα τέτοιο πλαίσιο επαναλαμβάνεται επί χρόνια, μπορούμε απολύτως να μιλήσουμε για φιλορωσικό λόγο.
Μπαλτζώης: η Ρωσία ως ο ισχυρός παίκτης και η Ουκρανία ως ο καταδικασμένος
Η περίπτωση του αντιστράτηγου ε.α. Ιωάννη Μπαλτζώη είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική ως προς τη χρονική διάρκεια.
Στις πρώτες ημέρες του πολέμου εξηγούσε ότι η Ρωσία δεν θα επέτρεπε την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και ότι οι απαιτήσεις της Μόσχας είχαν απορριφθεί από τη Δύση.
Σε άλλη παρέμβαση της ίδιας περιόδου παρουσίαζε τη ρωσική επιχείρηση μέσα από τη λογική της στρατιωτικής περικύκλωσης και της πίεσης προς τις ουκρανικές πόλεις, ενώ αναφερόταν σε σημαντικές ρωσικές εδαφικές κατακτήσεις.
Αλλά η σημασία των παρεμβάσεών του δεν βρίσκεται σε μία εκτίμηση του 2022. Βρίσκεται στη συνέχεια.
Το 2024, δύο χρόνια μετά την εισβολή, η ανάλυσή του παρέμενε εξαιρετικά απαισιόδοξη για την προοπτική ουκρανικής νίκης. Η ρωσική προέλαση παρουσιαζόταν ως κάτι που μπορούσε να επιβραδυνθεί αλλά όχι ουσιαστικά να ανακοπεί.
Και έτσι δημιουργείται ένα σταθερό μοτίβο: ρωσική στρατιωτική ισχύς — δυτική αποτυχία — ουκρανική αδυναμία — μάταιη δυτική βοήθεια.
Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε με μια τέτοια στρατιωτική εκτίμηση. Μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε ότι, επί σειρά ετών, η δημόσια εικόνα που παράγεται είναι σταθερά πολύ ευνοϊκότερη προς τη ρωσική στρατηγική και πολύ απαισιόδοξη για την ουκρανική και δυτική πλευρά.
Αυτό είναι χαρακτηριστικό φιλορωσικού γεωπολιτικού λόγου. Και έχει ιδιαίτερη σημασία όταν ο ίδιος άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα στους υπογράφοντες της πρωτοβουλίας που καλεί σε νέα πολιτική έκφραση γύρω από τον Σαμαρά.
Γιώργος Φίλης: «Η Αμερική θέλει ψυχρό πόλεμο, η Ρωσία αντιστέκεται»
Ακόμη πιο καθαρό είναι το παράδειγμα του Γιώργου Φίλη.
Στις 21 Φεβρουαρίου 2022, λίγες ημέρες πριν από την πλήρη εισβολή, εμφανίστηκε σε τηλεοπτική συζήτηση με την εκτίμηση ότι «οι ΗΠΑ θέλουν ψυχρό πόλεμο», ενώ η Ρωσία αντιστεκόταν σε αυτή την εξέλιξη.
Την ίδια περίοδο υποστήριζε ότι η Ρωσία διέθετε τη δυνατότητα να επιβάλει τη δική της ατζέντα και ότι η Μόσχα δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει μακροχρόνια τη Δύση, αλλά μπορούσε να επιχειρήσει αποφασιστική κίνηση.
Στις 24 Φεβρουαρίου 2022 και τις αμέσως επόμενες ημέρες, η ίδια λογική συνεχίστηκε: η Ρωσία εμφανιζόταν ως ο στρατιωτικά ισχυρότερος παίκτης και η Ουκρανία ως χώρα που, εάν η Μόσχα αποφάσιζε να προχωρήσει, τελικά θα υποχωρούσε. Η ΕΡΤ κατέγραψε χαρακτηριστικά τη θέση του ότι οι Ρώσοι είχαν τη δική τους ατζέντα και μπορούσαν να την επιβάλουν, ενώ η Ουκρανία θα υποχωρούσε εάν αυτό αποφάσιζε η Ρωσία.
Και εδώ πάλι δεν έχουμε μια μεμονωμένη πρόβλεψη. Έχουμε μια συγκεκριμένη ανάγνωση της σύγκρουσης: η Ρωσία αντιδρά στη Δύση — η Αμερική επιδιώκει την αντιπαράθεση — η Ουκρανία είναι το πεδίο όπου συγκρούονται οι μεγάλες δυνάμεις — η ρωσική ισχύς αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα.
Το σχήμα αυτό είναι χαρακτηριστικό της σχολής σκέψης που μετατοπίζει το κέντρο της ευθύνης από την πράξη της εισβολής στις προηγούμενες κινήσεις της Δύσης. Και αυτή ακριβώς η μετατόπιση έχει τεράστια σημασία στον πληροφοριακό πόλεμο.
Ο Σάββας Καλεντερίδης και η Δύση ως μέρος του προβλήματος
Ο Σάββας Καλεντερίδης χρειάζεται πιο προσεκτική αντιμετώπιση. Δεν είναι σωστό να παρουσιάσουμε όλες τις παρεμβάσεις του ως μονοδιάστατα φιλορωσικές. Υπήρξαν στιγμές κατά τις οποίες αναγνώρισε τις αδυναμίες της ρωσικής στρατηγικής και την ισχυρή ουκρανική αντίσταση. Αυτό πρέπει να καταγραφεί.
Όμως η συνολική δημόσια παρουσία του στο Ουκρανικό περιλαμβάνει επανειλημμένη αντίθεση στη δυτική στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι δέχθηκε επιθέσεις επειδή υποστήριξε πως η Ελλάδα δεν έπρεπε να στείλει όπλα στην Ουκρανία. Σε σχετική δημόσια παρέμβαση υποστήριζε ότι η Δύση ουσιαστικά επιδίωκε να μετατρέψει την Ουκρανία σε ένα νέο Αφγανιστάν για τη Ρωσία.
Το 2024, σε συνέντευξή του στη «Ναυτεμπορική», υποστήριξε ακόμη ότι εκείνοι που επιθυμούν τη συνέχιση του πολέμου είναι οι βιομηχανίες παραγωγής όπλων και πυρομαχικών στη Ρωσία, ενώ αναφέρθηκε και στην ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Τραμπ και Πούτιν.
Και πάλι, δεν είναι αναγκαίο να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει κανείς με κάθε επιμέρους θέση. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το συνολικό αποτέλεσμα.
Η δυτική στρατιωτική βοήθεια παρουσιάζεται ως παράγοντας παράτασης του πολέμου. Η αμερικανική πολιτική παρουσιάζεται ως μέρος του προβλήματος. Η ρωσική πλευρά αποκτά μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάρος. Και η Ελλάδα καλείται να αποστασιοποιηθεί από μια στρατηγική που έχει επιλέξει η ίδια η χώρα.
Ο Μελετόπουλος: από τη γεωπολιτική αφήγηση στην πολιτική οργάνωση
Ο Μελέτης Μελετόπουλος έχει διαφορετικό ρόλο. Δεν είναι κυρίως στρατιωτικός αναλυτής. Είναι πολιτικός διανοούμενος και ένας από τους ανθρώπους που επιχειρούν να μετατρέψουν τη διάχυτη δυσαρέσκεια στον χώρο της Δεξιάς σε οργανωμένη πολιτική πρόταση.
Η σημασία του, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στις επιμέρους απόψεις του για τη Ρωσία ή την Ουκρανία. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι συμμετέχει ενεργά στην πολιτική μετατροπή του «πατριωτικού χώρου» σε οργανωμένο εγχείρημα.
Ο ίδιος έχει μιλήσει δημόσια για την προοπτική νέου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά και έχει επιβεβαιώσει συζητήσεις με τον πρώην πρωθυπουργό και συνεργάτες του. Έτσι, ο ρόλος του είναι κομβικός. Άλλοι παράγουν γεωπολιτική αφήγηση. Άλλοι στρατιωτική ανάλυση. Άλλοι πολιτική κριτική.
Ο Μελετόπουλος ανήκει περισσότερο σε εκείνους που προσπαθούν να συνδέσουν τις επιμέρους φωνές με ένα πολιτικό σχέδιο. Και αυτό εξηγεί γιατί η παρουσία του δίπλα στον Μάζη, τον Φίλη, τον Καλεντερίδη και τους άλλους στην «Ομάδα των 91» έχει μεγαλύτερη σημασία από μια μεμονωμένη δήλωση οποιουδήποτε από αυτούς.
Ο Mearsheimer και η διανοητική γέφυρα
Υπάρχει, τέλος, ένας άνθρωπος που δεν ανήκει φυσικά σε αυτό το ελληνικό δίκτυο, αλλά πρέπει να αναφερθεί επειδή οι ιδέες του λειτουργούν ως σημαντικό θεωρητικό υπόβαθρο για ένα μέρος του σχετικού λόγου. Ο John Mearsheimer. Δεν είναι «ρωσικός παράγοντας». Είναι Αμερικανός καθηγητής διεθνών σχέσεων και εκπρόσωπος του επιθετικού ρεαλισμού.
Η βασική του θέση για την Ουκρανία είναι γνωστή: η επέκταση του ΝΑΤΟ και η προσπάθεια ένταξης της Ουκρανίας στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας αποτέλεσαν, κατά την άποψή του, τον βασικό παράγοντα που προκάλεσε τη ρωσική αντίδραση. Το 2022, σε διάλεξή του στο European University Institute, παρουσίασε ακριβώς αυτή την ερμηνεία των αιτίων του πολέμου.
Η θεωρία αυτή είναι θεμιτό αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Δεν είναι όμως επιστημονικά ουδέτερη ως προς τις πολιτικές της συνέπειες. Γιατί μεταφέρει το κέντρο βάρους: από την επιθετική πράξη της Ρωσίας, στην προηγούμενη συμπεριφορά της Δύσης. Από τη ρωσική εισβολή, στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ. Από την ουκρανική αντίσταση, στη δυτική στρατιωτική υποστήριξη.
Και αυτό ακριβώς το θεωρητικό σχήμα έχει αποκτήσει μεγάλη απήχηση σε τμήματα του ελληνικού γεωπολιτικού λόγου. Δεν είναι τυχαίο. Είναι ένα διανοητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ρωσική επιθετικότητα μπορεί να παρουσιάζεται όχι ως πρωτογενές γεγονός αλλά ως σχεδόν αναπόφευκτη αντίδραση.
Το κοινό νήμα
Αν εξετάσει κανείς όλες αυτές τις περιπτώσεις ξεχωριστά, μπορεί πάντοτε να βρει διαφορές. Ο Μάζης δεν είναι Μπαλτζώης. Ο Μπαλτζώης δεν είναι Φίλης. Ο Φίλης δεν είναι Καλεντερίδης. Ο Μελετόπουλος έχει διαφορετικό ρόλο από όλους. Και κανείς δεν χρειάζεται να συμφωνεί με όλους.
Όταν όμως εξετάσουμε το σύνολο, εμφανίζεται κάτι που αξίζει πολιτικής και δημοσιογραφικής διερεύνησης. Ένα μέρος του ίδιου πολιτικού περιβάλλοντος που:
- αμφισβητεί συστηματικά τη δυτική αφήγηση για τον πόλεμο,
- αποδίδει σημαντικό μέρος της ευθύνης στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ,
- υποβαθμίζει τη δυνατότητα ουκρανικής νίκης,
- παρουσιάζει τη Ρωσία ως στρατιωτικά ανώτερη και γεωπολιτικά δικαιολογημένη,
- αντιτίθεται στη δυτική στρατιωτική βοήθεια,
- αντιμετωπίζει με καχυποψία τις ευρωπαϊκές κυρώσεις,
- και παράλληλα συμμετέχει σε μια πολιτική πρωτοβουλία που επιδιώκει την αυτονόμηση ενός πρώην πρωθυπουργού της Νέας Δημοκρατίας.
Αυτό είναι το πραγματικό αντικείμενο της έρευνας.
Δεν χρειάζεται να υπάρχει «εντολή από τη Μόσχα»
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της σύγχρονης συζήτησης για τον πληροφοριακό πόλεμο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν περιορίζει τη Foreign Information Manipulation and Interference στη χρηματοδότηση κάποιου πολιτικού ή στην άμεση αποστολή οδηγιών. Η EEAS χαρακτηρίζει τη FIMI αυξανόμενη απειλή για την ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική της Ένωσης και έχει αναπτύξει ειδικό μηχανισμό καταγραφής της. Το τρίτο σχετικό report της ΕΕ το 2025 χαρτογράφησε ψηφιακές υποδομές που χρησιμοποιούν ξένοι παράγοντες, κυρίως η Ρωσία, για να επηρεάζουν το πληροφοριακό περιβάλλον της ΕΕ και των εταίρων της.
Το ΝΑΤΟ ακολουθεί αντίστοιχη προσέγγιση. Η Συμμαχία μιλά για πληροφοριακές απειλές που μπορούν να υπονομεύσουν την αξιοπιστία του ΝΑΤΟ και τους στόχους του, ενώ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αναγνώριση και αντιμετώπιση εχθρικών αφηγημάτων πριν αυτά παγιωθούν.
Άρα η σύγχρονη πληροφοριακή επιρροή δεν πρέπει να αναζητείται μόνο σε έναν φάκελο με τραπεζικά εμβάσματα. Μπορεί να βρίσκεται: στην επιλογή των αφηγημάτων, στην επανάληψή τους, στην αναπαραγωγή τους από διαφορετικούς ανθρώπους, στην αλληλοενίσχυσή τους, στη δημιουργία πολιτικών κοινοτήτων γύρω από αυτά και τελικά στη μετατροπή τους σε πολιτική πίεση.
Η ίδια η ΕΕ έχει περιγράψει το ρωσικό πληροφοριακό οικοσύστημα ακριβώς ως ένα σύνολο υποδομών και δικτύων και όχι απλώς ως μεμονωμένες ψευδείς ειδήσεις. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Γιατί σημαίνει ότι η απουσία αποδεδειγμένης οικονομικής σχέσης δεν ακυρώνει αυτομάτως την ύπαρξη επιρροής.
Η πρόθεση και το αποτέλεσμα δεν είναι το ίδιο πράγμα
Κάποιος μπορεί να αναπαράγει μια φιλορωσική αφήγηση επειδή είναι πεπεισμένος ότι είναι αληθινή. Μπορεί να το κάνει επειδή θεωρεί ότι υπηρετεί την Ελλάδα. Μπορεί να το κάνει επειδή μισεί την αμερικανική πολιτική. Μπορεί να το κάνει επειδή θεωρεί ότι η Ευρώπη συμπεριφέρεται υποκριτικά. Μπορεί να το κάνει από λανθασμένη ανάλυση. Μπορεί να το κάνει για πολιτικούς λόγους.
Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε γνωστή. Το αποτέλεσμα όμως μπορεί να είναι απολύτως ορατό. Εάν ένα αφήγημα απαξιώνει συστηματικά το ΝΑΤΟ, απαξιώνει την Ευρωπαϊκή Ένωση, υποβαθμίζει τη ρωσική ευθύνη, παρουσιάζει την Ουκρανία ως χαμένη υπόθεση, εμφανίζει τη δυτική βοήθεια ως μάταιη και ενισχύει την ιδέα ότι η Ελλάδα πρέπει να απομακρυνθεί από τους δυτικούς συμμάχους της, τότε το αφήγημα αυτό αντικειμενικά εξυπηρετεί μια κατεύθυνση που συμπίπτει με βασικές ρωσικές γεωπολιτικές επιδιώξεις, ανεξάρτητα από το εάν εκείνος που το διακινεί αντιλαμβάνεται ή επιδιώκει αυτή τη συνέπεια.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η έννοια της πληροφοριακής επιρροής γίνεται πραγματικά χρήσιμη.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική αξία του Σαμαρά
Γιατί ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι ένας ακόμη σχολιαστής. Είναι πρώην πρωθυπουργός. Είναι πρώην αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας. Έχει πολιτική ιστορία. Έχει εκλογικό ακροατήριο. Έχει ισχυρή παρουσία στον πατριωτικό και συντηρητικό χώρο. Έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει ένα σύνολο διάσπαρτων φωνών σε πολιτικό κόμμα. Αυτό είναι που τον καθιστά πολύτιμο.
Οι αναλυτές μπορούν να γράφουν. Οι απόστρατοι μπορούν να μιλούν στα τηλεοπτικά παράθυρα. Οι καθηγητές μπορούν να οργανώνουν ημερίδες. Οι δημοσιογράφοι μπορούν να διαμορφώνουν κλίμα.
Αλλά ένας πρώην πρωθυπουργός μπορεί να προσδώσει πολιτική θεσμικότητα και εκλογική δύναμη σε ένα σύνολο ιδεών. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η πιθανότητα εργαλειοποίησης.
Η εργαλειοποίηση δεν προϋποθέτει συνωμοσία
Δεν χρειάζεται να υπάρχει μυστική συνάντηση στη Μόσχα. Δεν χρειάζεται να υπάρχει ένας άνθρωπος που δίνει εντολές. Δεν χρειάζεται να υπάρχει ένας φάκελος με χρήματα.
Μπορεί να υπάρχει κάτι πολύ απλούστερο: σύγκλιση συμφερόντων.
Ο Σαμαράς θέλει να πλήξει πολιτικά τον Μητσοτάκη. Κάποιοι γύρω του θέλουν να μετατοπιστεί η Νέα Δημοκρατία προς μια σκληρότερη πατριωτική κατεύθυνση. Άλλοι θέλουν αλλαγή της ελληνικής πολιτικής απέναντι στην Ουκρανία. Άλλοι επιθυμούν μεγαλύτερη απόσταση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλοι αμφισβητούν την ευρωπαϊκή στρατηγική. Άλλοι θεωρούν τη Ρωσία απαραίτητο γεωπολιτικό αντίβαρο.
Όλες αυτές οι επιδιώξεις μπορούν να συναντηθούν σε ένα πολιτικό εγχείρημα χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ μία κεντρική εντολή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πληροφοριακή επιρροή είναι τόσο δύσκολο να εντοπιστεί. Και αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο δεν πρέπει να την αναζητούμε μόνο στα εμβάσματα.
Το παράδοξο των «πατριωτών» που κοιτούν προς τη Μόσχα
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική αντίφαση. Ο χώρος αυτός αυτοπροσδιορίζεται ως πατριωτικός. Μιλά για εθνική κυριαρχία. Μιλά για ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις. Μιλά για την Τουρκία. Μιλά για την Κύπρο. Μιλά για την Ορθοδοξία. Μιλά για την Ελλάδα.
Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά. Το ερώτημα όμως είναι: Πού τοποθετείται γεωπολιτικά αυτός ο πατριωτισμός;
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Στο ΝΑΤΟ; Στον ελεύθερο κόσμο; Ή σε μια πολιτική «ισορροπίας» η οποία, στην πράξη, οδηγεί σε ανοχή απέναντι στη ρωσική αναθεωρητική πολιτική;
Γιατί εάν κάποιος θεωρεί ότι η Ελλάδα πρέπει να κρατήσει αποστάσεις από τη Δύση, να σταματήσει να στηρίζει την Ουκρανία και να αναζητήσει στρατηγική ισορροπία με τη Μόσχα, έχει κάθε δικαίωμα να το υποστηρίζει. Αλλά οφείλει να το λέει καθαρά. Δεν είναι απλώς «πατριωτισμός». Είναι γεωπολιτική επιλογή.
Και αυτή η επιλογή είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που έχει ακολουθήσει η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες.
Η Ελλάδα δεν είναι γεωπολιτικά ουδέτερη
Η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Η ασφάλειά της είναι συνδεδεμένη με την ευρωατλαντική αρχιτεκτονική. Και η θέση της απέναντι στη ρωσική εισβολή δεν είναι προσωπική υπόθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι θέση της ελληνικής πολιτείας.
Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να υπερασπίζεται την αρχή ότι τα σύνορα δεν αλλάζουν διά της βίας. Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η Ρωσία έχει δικαίωμα να αλλάζει τα σύνορα της Ουκρανίας, αλλά η Τουρκία δεν έχει δικαίωμα να αλλάζει τα δεδομένα στην Κύπρο ή στο Αιγαίο. Η αρχή είναι μία. Ή ισχύει για όλους ή δεν ισχύει για κανέναν.
Γι’ αυτό η υποστήριξη προς την Ουκρανία δεν είναι απλώς «φιλοδυτική επιλογή». Είναι και ελληνικό εθνικό συμφέρον.
Η Ορθοδοξία δεν είναι γεωπολιτικό μπλοκ
Υπάρχει και μια ακόμη πτυχή που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η Ρωσία είναι ορθόδοξη χώρα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ορθοδοξία αποτελεί γεωπολιτικό μπλοκ υπό τη Μόσχα. Η Εκκλησία δεν είναι εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής κανενός κράτους. Η Ορθοδοξία δεν απαιτεί από την Ελλάδα να ταυτιστεί με τη ρωσική γεωπολιτική. Και ο ελληνικός ορθόδοξος κόσμος δεν έχει κανέναν λόγο να θεωρεί τη Μόσχα ως φυσικό πολιτικό προστάτη.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή ένα μέρος του λεγόμενου «πατριωτικού» λόγου έχει συχνά συνδέσει την Ορθοδοξία με μια πολιτική εξιδανίκευση της Ρωσίας. Η σύνδεση αυτή είναι θεολογικά αβάσιμη και πολιτικά επικίνδυνη. Η Ορθοδοξία δεν είναι η Ρωσία. Και η Ρωσία δεν είναι η Ορθοδοξία.
Το πραγματικό δίλημμα του Σαμαρά
Ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται επομένως μπροστά σε ένα πραγματικό δίλημμα. Μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο κόμμα που θα εκφράζει μια πατριωτική, συντηρητική και ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, ασκώντας σκληρή κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Μπορεί όμως να δημιουργήσει ένα κόμμα στο οποίο θα συναντηθούν: ο αντιμητσοτακισμός, ο αντιευρωπαϊσμός, ο αντινατοϊκός λόγος, η δυσπιστία απέναντι στην Ουκρανία, η απαξίωση της δυτικής βοήθειας, η εξιδανίκευση της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος και η αντίληψη ότι η Ελλάδα πρέπει να απομακρυνθεί από τη δυτική στρατηγική.
Αυτό θα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Και τότε η επιστροφή του Σαμαρά στην πολιτική δεν θα αποτελεί απλώς εσωτερική αναδιάταξη της Δεξιάς. Θα αποτελεί γεωπολιτική μετατόπιση.
Ο κίνδυνος για τον ίδιο τον Σαμαρά
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία. Ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να πιστεύει ότι χρησιμοποιεί αυτό το περιβάλλον για να χτυπήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μπορεί να πιστεύει ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπηρετούν τον ίδιο στόχο με εκείνον. Μπορεί να θεωρεί ότι απλώς δημιουργεί μια νέα πατριωτική πολιτική έκφραση.
Όμως μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο. Να χρησιμοποιηθεί ο ίδιος ως πολιτικό όχημα ενός ήδη διαμορφωμένου πληροφοριακού και ιδεολογικού οικοσυστήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος του δίνει εντολές. Σημαίνει ότι ο πολιτικός αρχηγός μπορεί να προσδώσει θεσμική και εκλογική ισχύ σε ιδέες που μέχρι σήμερα κυκλοφορούσαν κυρίως στα μέσα ενημέρωσης, στις εκδηλώσεις, στις ημερίδες και στα κοινωνικά δίκτυα.
Αυτό ακριβώς είναι η πολιτική εργαλειοποίηση. Και είναι πολύ πιο σοβαρή από μια απλή «συνωμοσία».
Ο Σαμαράς μπορεί να χτυπήσει τον Μητσοτάκη — αλλά ποιος θα πληρώσει το τίμημα;
Εάν το νέο κόμμα έχει ως αποκλειστικό στόχο να μειώσει την εκλογική δύναμη της Νέας Δημοκρατίας, πρόκειται για έναν συνηθισμένο πολιτικό ανταγωνισμό. Μπορεί να πάρει ψήφους. Μπορεί να στερήσει την αυτοδυναμία. Μπορεί να αλλάξει τον συσχετισμό.
Αλλά εάν μαζί με την αντιμητσοτακική πολιτική φέρει και μια συστηματική αντιδυτική γεωπολιτική ατζέντα, τότε το ζήτημα αλλάζει. Δεν αφορά πλέον μόνο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αφορά: την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, την Ουκρανία, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, την εθνική ασφάλεια και τελικά τη διεθνή θέση της Ελλάδας.
Το ερώτημα δεν θα είναι πλέον: «Ποιος θα κυβερνήσει την Ελλάδα;»
Θα είναι: «Ποια στρατηγική θέση θα έχει η Ελλάδα στον νέο κόσμο που διαμορφώνεται;»
Η ουκρανική κρίση ως καθρέφτης
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε κάτι που μέχρι τότε μπορούσε να παραμένει κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια.
Υπάρχουν στην Ελλάδα άνθρωποι που βλέπουν τον κόσμο μέσα από το δυτικό σύστημα συμμαχιών. Υπάρχουν άλλοι που θεωρούν ότι η Δύση έχει γίνει το βασικό πρόβλημα.
Υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν τη Ρωσία αναθεωρητική δύναμη. Υπάρχουν εκείνοι που τη θεωρούν φυσικό αντίβαρο στην αμερικανική ηγεμονία.
Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν την Ουκρανία ως θύμα. Υπάρχουν εκείνοι που τη θεωρούν ουσιαστικά όργανο της Δύσης.
Αυτές δεν είναι μικρές διαφορές. Είναι διαφορετικές κοσμοθεωρίες.
Και η «Ομάδα των 91» έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή συγκέντρωσε στον ίδιο πολιτικό χώρο ανθρώπους που εκπροσωπούν αρκετές από αυτές τις αντιλήψεις και ταυτόχρονα επιδιώκουν να δημιουργήσουν νέα πολιτική έκφραση.
Η πιο επικίνδυνη λέξη: «ουδετερότητα»
Η ουδετερότητα ακούγεται πάντοτε ελκυστική. Αλλά απέναντι σε έναν πόλεμο επιθετικής κατάκτησης μπορεί να είναι μια αυταπάτη.
Εάν ένα ισχυρό κράτος εισβάλλει στον γείτονά του και προσαρτά εδάφη, η θέση «δεν παίρνω θέση» δεν είναι απαραίτητα ουδέτερη. Μπορεί στην πράξη να αφήνει τον ισχυρότερο να επιβάλει το αποτέλεσμα. Και αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για την Ελλάδα.
Γιατί η χώρα μας έχει άμεσο συμφέρον να διατηρηθεί ένας κόσμος στον οποίο τα σύνορα δεν αλλάζουν διά της βίας. Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητά διεθνή σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου και ταυτόχρονα να αποδέχεται την αρχή ότι μια μεγάλη δύναμη μπορεί να αλλάζει τα σύνορα ενός μικρότερου γείτονα επειδή αισθάνεται ότι «απειλείται».
Και τελικά: ποιος χρησιμοποιεί ποιον;
Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς. Εάν θέλει να επιστρέψει στην πολιτική, ας επιστρέψει. Εάν θέλει να ιδρύσει κόμμα, ας το ιδρύσει. Εάν θέλει να αμφισβητήσει τον Μητσοτάκη, ας τον αμφισβητήσει.
Αλλά πρέπει να γνωρίζει και κάτι ακόμη: Το πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει είναι πολύ μεγαλύτερο από τον ίδιο τον Αντώνη Σαμαρά. Μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Μπορούν όμως να το χρησιμοποιήσουν και άλλοι.
Και όταν ένας πρώην πρωθυπουργός περιστοιχίζεται από ένα περιβάλλον στο οποίο συνυπάρχουν άνθρωποι που επί χρόνια παράγουν λόγο έντονα επικριτικό προς τη Δύση και ιδιαίτερα ευνοϊκό προς τις ρωσικές γεωπολιτικές θέσεις, η ευθύνη του γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Γιατί τότε πρέπει να αναρωτηθεί: Εγώ χρησιμοποιώ αυτό το δίκτυο ή αυτό το δίκτυο χρησιμοποιεί εμένα;
Ο «πατριωτισμός» δεν μπορεί να είναι το κρυφό όνομα της γεωπολιτικής μετατόπισης
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στον πατριωτισμό και την Ευρώπη. Δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τη Δύση. Δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και το ΝΑΤΟ. Δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στην Ελλάδα και στις συμμαχίες της.
Ο πραγματικός πατριωτισμός είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι να γνωρίζεις ποια είναι τα συμφέροντα της χώρας σου. Να ξέρεις ποιοι είναι οι σύμμαχοί σου. Να ξέρεις ποιοι είναι οι αντίπαλοί σου. Να μην εξιδανικεύεις κανέναν. Να μην παραδίδεις την εξωτερική σου πολιτική σε κανέναν προστάτη. Και να μην επιτρέπεις σε μια ξένη δύναμη να ορίζει το γεωπολιτικό σου λεξιλόγιο.
Το τελικό ερώτημα
Ο Αντώνης Σαμαράς έχει μπροστά του μια επιλογή. Μπορεί να γίνει ο αρχηγός ενός νέου ελληνικού πατριωτικού κόμματος. Αλλά μπορεί επίσης —χωρίς καν να το επιδιώξει— να γίνει ο πολιτικός φορέας ενός ευρύτερου αντιδυτικού ρεύματος.
Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι τεράστια. Και θα κριθεί όχι από τα συνθήματα αλλά από τους ανθρώπους που θα επιλέξει να έχει δίπλα του, από τις θέσεις που θα υιοθετήσει και από τη γεωπολιτική κατεύθυνση που θα δώσει στο εγχείρημά του.
Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι κάποιος πληρώνεται από τη Μόσχα για να εξετάσει εάν η δημόσια δράση του λειτουργεί μέσα σε ένα πληροφοριακό οικοσύστημα που αναπαράγει ρωσικές αφηγήσεις.
Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι υπάρχει «μυστικό σχέδιο» για να διαπιστώσει ότι διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να παράγουν, επαναλαμβάνουν και ενισχύουν τα ίδια αφηγήματα.
Δεν χρειάζεται να χαρακτηρίσει κανείς κανέναν «πράκτορα». Αρκεί να ακούσουμε τι λέει. Να δούμε τι έλεγε πριν από τέσσερα χρόνια. Να δούμε τι λέει σήμερα. Να δούμε με ποιους εμφανίζεται. Να δούμε ποιοι τον καλούν. Να δούμε ποιον πολιτικό θέλουν να ενισχύσουν.
Και μετά να θέσουμε το απλό ερώτημα: Προς τα πού οδηγεί όλο αυτό;
Γιατί εάν η απάντηση είναι προς μια Ελλάδα περισσότερο απομακρυσμένη από την Ευρώπη, περισσότερο καχύποπτη απέναντι στο ΝΑΤΟ, περισσότερο αποστασιοποιημένη από την Ουκρανία και περισσότερο ανεκτική απέναντι στη ρωσική γεωπολιτική, τότε δεν μιλάμε απλώς για ένα ακόμη σχίσμα στη Νέα Δημοκρατία.
Μιλάμε για κάτι πολύ μεγαλύτερο. Μιλάμε για μια προσπάθεια γεωπολιτικού αναπροσανατολισμού της ελληνικής Δεξιάς.
Και τότε ο Αντώνης Σαμαράς πρέπει να προσέξει πολύ. Γιατί μπορεί να νομίζει ότι δημιουργεί ένα κόμμα για να χτυπήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και τελικά να έχει δημιουργήσει το όχημα με το οποίο άλλοι θα επιχειρήσουν να χτυπήσουν τη δυτική στρατηγική της Ελλάδας.
Αυτό θα ήταν η πραγματική εργαλειοποίηση. Και αυτή είναι μια εξέλιξη που η ελληνική κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να γνωρίζει και να κρίνει.
Συμπέρασμα
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο εάν υπάρχει ένα «κρυφό ρωσικό κόμμα» στην Ελλάδα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ένα σύνολο πολιτικών, αναλυτικών και πληροφοριακών δικτύων, μέσα από τη συστηματική αναπαραγωγή συγκεκριμένων αφηγημάτων, μπορεί να μετακινήσει τον πολιτικό διάλογο της Ελλάδας προς μια κατεύθυνση που εξυπηρετεί αντικειμενικά τη ρωσική στρατηγική.
Και όταν το ίδιο περιβάλλον επιδιώκει ταυτόχρονα να προσδώσει πολιτικό φορέα και εκλογική δύναμη σε έναν πρώην πρωθυπουργό, τότε η υπόθεση παύει να είναι απλώς ζήτημα τηλεοπτικών αναλύσεων. Γίνεται ζήτημα εθνικής στρατηγικής.
Και ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να εξεταστεί χωρίς φόβο, χωρίς ενοχές και χωρίς συνωμοσιολογίες. Με τα τεκμήρια στο τραπέζι.
______________
Πηγές και τεκμήρια
Για την «Ομάδα των 91» και την πολιτική κινητοποίηση γύρω από τον Σαμαρά
- Πρώτο Θέμα — «Κόμμα “εθνικών προσωπικοτήτων” ζητά η ομάδα των 91»
- Το Βήμα — «Είναι αυτό το “κόμμα Σαμαρά”; Τι ειπώθηκε από τους “91”»
- News247 — «Φτιάχνουν κλίμα για κόμμα Σαμαρά»
- Μακεδονικά Νέα — «Συζητάμε με Σαμαρά, θα προχωρήσει σύντομα στην ίδρυση κόμματος»
Για τον Ιωάννη Μάζη
- LiFO — «Πόλεμος στην Ουκρανία – Μάζης: Εκτός από τον Πούτιν, κερδίζουν και οι Αμερικανοί»
- Καταγραφή δημόσιας παρέμβασης Μάζη από τις πρώτες ημέρες του πολέμου
Για τον Ιωάννη Μπαλτζώη
- SigmaLive — «Η Ρωσο-Ουκρανική κρίση δεν είναι αυτοτελές επεισόδιο»
- ΕΡΤ — παρέμβαση Μπαλτζώη για τη ρωσική στρατιωτική τακτική στην Ουκρανία
Για τον Γιώργο Φίλη
- ΕΡΤ — «Η Αμερική θέλει ψυχρό πόλεμο, η Ρωσία αντιστέκεται»
- in.gr — «Ουκρανία: Οι ΗΠΑ θέλουν ψυχρό πόλεμο»
- Πρώτο Θέμα — παρέμβαση Γιώργου Φίλη για Πούτιν και πιθανή θερμή σύγκρουση
Για τον Σάββα Καλεντερίδη
- Σχετική δημόσια παρέμβαση για τη δυτική στρατηγική στην Ουκρανία
- Ναυτεμπορική — συνέντευξη Σάββα Καλεντερίδη για την Ουκρανία
Για FIMI και ρωσική πληροφοριακή επιρροή
- European External Action Service — Information Integrity and Countering Foreign Information Manipulation and Interference
- EEAS — 3rd Report on Foreign Information Manipulation and Interference Threats
- NATO — NATO’s approach to counter information threats
- NATO — επίσημο κείμενο για την αντιμετώπιση των πληροφοριακών απειλών
