Του Άρχοντος του Οικουμενικού Θρόνου Ηλία Δαμιανάκη
Κύριε Νεκτάριε, κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί οφείλουν να αγαπώμεν αλλήλους. Κανείς δεν υποστηρίζει ότι ο ρωσικός λαός πρέπει να στερηθεί την ευλογία του Αγίου Σπυρίδωνος. Και κανείς δεν χρειάζεται κήρυγμα περί των ιστορικών δεσμών μεταξύ του ελληνικού και του ρωσικού λαού.
Αυτά είναι λόγια ευσεβή· δεν αποτελούν όμως απάντηση στο πραγματικό ζήτημα.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι ο Πατριάρχης Κύριλλος δεν αναγνωρίζει την Εκκλησία της Ελλάδος ή τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Το ζήτημα είναι σοβαρότερο: ότι ελειτουργήσατε μετά προσώπου το οποίο, διά των δημοσίων λόγων και της εκκλησιαστικής του στάσεως, έχει συνδεθεί με τη δικαιολόγηση της σφαγής Ορθοδόξων από Ορθοδόξους.
Αυτό δεν είναι μία απλή γεωπολιτική διαφωνία. Δεν είναι απλώς μία ακόμη «διαφορετική προσέγγιση» μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας. Είναι σκάνδαλο.
Ο επίσκοπος δεν δύναται να κρύπτεται πίσω από τα δάκρυα του λαού, από τη συγκίνηση της προσκυνήσεως ή από γενικόλογες αναφορές στην αδελφική αγάπη, αρνούμενος να αντιμετωπίσει το εκκλησιολογικό και ηθικό νόημα του θυσιαστηρίου στο οποίο συλλειτούργησε.
Η ευλάβεια του λαού είναι ιερά. Το ιερό λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος είναι ιερό. Ακριβώς όμως επειδή τα πράγματα αυτά είναι ιερά, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως κάλυμμα ή ως άλλοθι ενεργειών οι οποίες εκθέτουν την Εκκλησία και προκαλούν σύγχυση στο πλήρωμά της.
Ομιλείτε συνεχώς περί αγάπης. Πολύ καλά· αλλά η χριστιανική αγάπη δεν είναι συναισθηματική τύφλωσις. Οι Απόστολοι δεν ονόμασαν ποτέ τη φιλοκτονία «γεωπολιτική». Οι Άγιοι Πατέρες δεν ευλόγησαν ποτέ την έκχυση ορθοδόξου αίματος χάριν διπλωματικών σχέσεων. Και ο Άγιος Σπυρίδων δεν υπερασπίσθηκε την αλήθεια κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο προσποιούμενος ότι η αίρεσις και η Ορθοδοξία είναι απλώς «διαφορετικές προσεγγίσεις».
Το ερώτημα δεν είναι αν οι Ρώσοι είναι Ορθόδοξοι. Το ερώτημα είναι εάν ένας επίσκοπος δύναται να σταθεί λειτουργικώς πλησίον εκείνου ο οποίος κηρύττει, ευλογεί ή νομιμοποιεί τη βία εναντίον αδελφών Ορθοδόξων, και κατόπιν να απορρίπτει κάθε αντίρρηση ως δήθεν γεωπολιτική σκοπιμότητα.
Λέγετε ότι «η ευλογία του Αγίου υπερβαίνει το παρελθόν και το παρόν». Βεβαίως και τα υπερβαίνει. Όμως η αγιότης του Αγίου Σπυρίδωνος δεν αγιάζει αυτομάτως κάθε απόφαση που λαμβάνεται στο όνομά του. Το ιερό λείψανο δεν αποτελεί θεολογικό παραπέτασμα. Ο Άγιος δεν έχει ανάγκη από επικοινωνιακές δικαιολογίες· έχει ανάγκη από επισκόπους οι οποίοι θα ομιλούν ευθέως και θα ομολογούν την αλήθεια.
Ούτε η ύπαρξις γραπτής αδείας της Ιεράς Συνόδου επιλύει το ζήτημα. Η άδεια αποδεικνύει ενδεχομένως ότι μία ενέργεια εγκρίθηκε διοικητικώς. Δεν αποδεικνύει όμως ότι η ενέργεια αυτή ήταν συνετή, εκκλησιαστικώς ορθή ή πνευματικώς ωφέλιμη. Η ευθύνη του επισκόπου δεν εξαντλείται εις την εξασφάλισιν ενός εγγράφου. Οφείλει να εξετάζει τι σημαίνει η παρουσία του, ποιον ενισχύει και ποια εικόνα δίδει εις τον λαόν του Θεού.
Ας παύσουμε, λοιπόν, να αλλάζουμε το θέμα.
Δεν πρόκειται περί μίσους εναντίον του ρωσικού λαού.
Δεν πρόκειται περί αρνήσεως της χάριτος του Αγίου Σπυρίδωνος.
Δεν πρόκειται περί διαγραφής των ιστορικών δεσμών μεταξύ των λαών.
Και δεν πρόκειται, κυρίως, περί του αν ο Πατριάρχης Κύριλλος αναγνωρίζει ή δεν αναγνωρίζει τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο.
Πρόκειται περί «εκκλησιολογίας, περί ηθικής ευθύνης και περί του σκανδάλου της συλλειτουργίας μετά προσώπου το οποίο συνδέεται με κήρυγμα και νομιμοποίησιν αδελφοκτονίας».
Ο επίσκοπος οφείλει να γνωρίζει ότι το θυσιαστήριο δεν είναι σκηνή ενώσεως ούτε τόπος διπλωματικών παραστάσεων. Η Θεία Λειτουργία δεν είναι τελετή δημοσίων σχέσεων. Και η Εκκλησία δεν επιτρέπεται να ονομάζει το σκότος φως, επειδή ένα πλήθος συγκινήθηκε και επειδή παρευρίσκετο ένα ιερό λείψανο.
Κύριε Νεκτάριε, σοβαρευθείτε. Η Εκκλησία δεν διαφυλάσσει την ενότητα διά της αποσιωπήσεως της αμαρτίας. Διαφυλάσσει την ενότητα ομολογούσα την αλήθεια — χωρίς φόβο, χωρίς διπλωματικά στολίδια και χωρίς να κρύπτεται πίσω από το πανάγιο όνομα του Αγίου Σπυρίδωνος.
