Μια λειτουργική φράση δεν μπορεί να σβήσει μια εκκλησιολογική πραγματικότητα
Το συλλείτουργο του Μητροπολίτη Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων Νεκταρίου με τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο στη Μόσχα προκάλεσε εύλογα συζητήσεις για το εάν μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα προς την αποκατάσταση των διεκκλησιαστικών σχέσεων. Η ίδια η παρουσία ενός Ιεράρχη της Εκκλησίας της Ελλάδος στη Θεία Λειτουργία με τον Πατριάρχη της Ρωσικής Εκκλησίας προσλαμβάνει, υπό τις σημερινές συνθήκες, ιδιαίτερο εκκλησιολογικό και συμβολικό βάρος.
Ο Μητροπολίτης Κερκύρας μετέφερε, μάλιστα, στον Πατριάρχη Κύριλλο τον χαιρετισμό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου, τον οποίο χαρακτήρισε «Πρόεδρό μας».
Ακολούθησε, ωστόσο, μια συγκεκριμένη ερμηνεία του γεγονότος: ότι η Μόσχα έκανε ένα βήμα προς την καταλλαγή, καθώς ο Πατριάρχης Κύριλλος, κατά τη Θεία Λειτουργία, δεν προχώρησε σε ονομαστική μνημόνευση Προκαθημένων, αλλά χρησιμοποίησε τη γενική λειτουργική φράση «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων». Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Κερκύρας ανέφερε ότι ο Πατριάρχης δεν μνημόνευσε κανέναν Προκαθήμενο και εκτίμησε ότι το έκανε «για να μη φέρει» τον ίδιο σε δύσκολη θέση.
Το γεγονός αυτό αξίζει πράγματι να εξεταστεί. Όχι όμως ως μια απλή λειτουργική λεπτομέρεια και ακόμη λιγότερο ως αυτονόητη απόδειξη καταλλαγής.
Γιατί η φράση «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων» δεν είναι από μόνη της το πρόβλημα. Δεν είναι αντικανονική διατύπωση ούτε αποτελεί κάποια καινοφανή λειτουργική πρακτική.
Το κρίσιμο ερώτημα βρίσκεται αλλού: Τι σημαίνει η συγκεκριμένη χρήση της μέσα σε μια κατάσταση κατά την οποία η Ρωσική Εκκλησία εξακολουθεί να έχει συγκεκριμένες εκκλησιολογικές και κανονικές διαφωνίες με άλλες Τοπικές Εκκλησίες;
Και ακόμη περισσότερο: Τι σημαίνει όταν η γενική αυτή μνημόνευση χρησιμοποιείται, σύμφωνα με την ίδια την περιγραφή του συλλειτουργούντος Ιεράρχη, προκειμένου να αποφευχθεί η ονομαστική μνημόνευση του Προκαθημένου της Εκκλησίας στην οποία ο ίδιος ανήκει;
Αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα.
Δεν αρκεί να ρωτήσουμε τι ειπώθηκε στη Θεία Λειτουργία. Πρέπει να εξετάσουμε ποια εκκλησιολογική πραγματικότητα προϋπήρχε, τι ακριβώς άλλαξε και εάν πράγματι άλλαξε κάτι.
Διότι μια λειτουργική φράση μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή ως προς τη διατύπωσή της και, ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη χρήση της σε ένα δεδομένο εκκλησιαστικό πλαίσιο να αποκτά ιδιαίτερη εκκλησιολογική σημασία.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση.
Η φράση «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων» δεν είναι το πρόβλημα
Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα κάτι που είναι απολύτως απαραίτητο για μια σοβαρή συζήτηση. Η φράση «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων» δεν είναι από μόνη της αντικανονική. Και αυτό δεν αποτελεί απλώς μια ερμηνευτική εκτίμηση από την πλευρά μας. Το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει εξηγήσει με σαφήνεια τη λειτουργική και κανονική σημασία της.
Σε αναλυτικό κείμενο για τη μνημόνευση του ονόματος του Επισκόπου κατά τη Θεία Λειτουργία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο διευκρινίζει ότι, όταν της ευχαριστιακής συνάξεως προΐσταται Πατριάρχης ή Πρόεδρος Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, ο λειτουργός μνημονεύει «πάσης επισκοπής Ορθοδόξων» και ακολούθως ο διάκονος αναγιγνώσκει τα Δίπτυχα, μνημονεύοντας, κατά τα πρεσβεία των Εκκλησιών, τους Προκαθημένους με τους οποίους ο λειτουργών Προκαθήμενος βρίσκεται σε μυστηριακή και κανονική κοινωνία. Το ίδιο κείμενο υπογραμμίζει ότι με αυτή τη λειτουργική τάξη «διαδηλούται και βεβαιώνεται η κανονικότης της συγκεκριμένης ευχαριστιακής συνάξεως» και η κανονικότητα των μνημονευομένων Προκαθημένων.
Και το ίδιο κείμενο είναι ακόμη σαφέστερο ως προς τη σημασία της μνημόνευσης: «Η μνημόνευσις δεν είναι θέμα φιλοφρονήσεως και ευγενείας, αλλά θέμα λειτουργικόν και κανονικόν και ως εκ τούτου και εκκλησιολογικόν».
Αυτό είναι το κλειδί. Επομένως, δεν πρέπει να κάνουμε το λάθος να παρουσιάσουμε τη φράση «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων» ως λανθασμένη ή αντικανονική. Η ίδια η λειτουργική τάξη που περιγράφει το Οικουμενικό Πατριαρχείο προβλέπει τη χρήση της.
Το ερώτημα είναι άλλο: Τι ακολούθησε — και, κυρίως, τι παρακάμφθηκε;
Διότι η γενική αυτή μνημόνευση δεν υποκαθιστά, κατά την περιγραφόμενη λειτουργική τάξη, τα Δίπτυχα. Στα Δίπτυχα μνημονεύονται ονομαστικά οι Προκαθήμενοι με τους οποίους ο λειτουργών Προκαθήμενος βρίσκεται σε μυστηριακή και κανονική κοινωνία. Η ονομαστική μνημόνευση, επομένως, δεν αποτελεί απλή προσθήκη φιλοφροσύνης, αλλά έχει σαφή λειτουργική και εκκλησιολογική διάσταση.
Η μνημόνευση είναι έκφραση κοινωνίας
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο επίσκοπος δεν είναι ένας ανεξάρτητος θρησκευτικός αξιωματούχος.
Η μνημόνευση του ονόματός του στη Θεία Λειτουργία συνδέεται με την εκκλησιαστική κοινωνία. Στην περίπτωση των Προκαθημένων, η ονομαστική μνημόνευση στα Δίπτυχα αποτελεί, σύμφωνα με την περιγραφόμενη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο λειτουργική τάξη, δημόσια επιβεβαίωση της κοινωνίας του λειτουργούντος Προκαθημένου με τους μνημονευόμενους Προκαθημένους των άλλων Τοπικών Εκκλησιών.
Γι’ αυτό και η παράλειψη δεν είναι πάντοτε αδιάφορη. Άλλο πράγμα είναι να χρησιμοποιείται η καθιερωμένη γενική φράση και στη συνέχεια να ακολουθεί κανονικά η ονομαστική μνημόνευση των Προκαθημένων στα Δίπτυχα. Και άλλο πράγμα είναι να χρησιμοποιείται η γενική φράση ως τρόπος αποφυγής της ονομαστικής μνημόνευσης Προκαθημένων με τους οποίους υπάρχει συγκεκριμένη εκκλησιαστική διαφωνία.
Στη δεύτερη περίπτωση, η λειτουργική πράξη αποκτά συγκεκριμένο εκκλησιολογικό περιεχόμενο. Και εδώ δεν χρειάζεται να κάνουμε υποθέσεις ως προς το συγκεκριμένο περιστατικό. Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Κερκύρας μάς έδωσε τη δική του εξήγηση. Σύμφωνα με όσα δήλωσε, ο Πατριάρχης Μόσχας δεν μνημόνευσε ονομαστικά κανέναν Προκαθήμενο, αλλά χρησιμοποίησε τη γενική διατύπωση προκειμένου —όπως ο ίδιος ο Μητροπολίτης εκτίμησε— να μην τον φέρει σε δύσκολη θέση.
Αυτό είναι που μετατρέπει μια φαινομενικά απλή λειτουργική λεπτομέρεια σε εκκλησιολογικό γεγονός που απαιτεί ερμηνεία. Δεν εξετάζουμε, λοιπόν, εάν η φράση «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων» είναι θεμιτή. Είναι. Εξετάζουμε εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, χρησιμοποιήθηκε για να αποφευχθεί μια ονομαστική μνημόνευση που, υπό τις δεδομένες συνθήκες, θα έθετε τον συλλειτουργούντα Ιεράρχη σε διαφορετική θέση.
Και από εδώ και πέρα το ζήτημα παύει να είναι απλώς λειτουργικό. Γίνεται εκκλησιολογικό.
Η Μόσχα είχε ήδη αποφασίσει τι σημαίνει η μνημόνευση
Το σημαντικότερο στοιχείο ίσως βρίσκεται όχι στη Λειτουργία της Μόσχας του 2026, αλλά σε ένα επίσημο κείμενο της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας από το 2019.
Στις 17 Οκτωβρίου 2019, λίγες ημέρες μετά την απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για το ζήτημα της Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας εξέδωσε επίσημη δήλωση για τις συνέπειες που, κατά την κρίση της, θα είχε η απόφαση αυτή στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών.
Η διατύπωση της Μόσχας ήταν σαφής. Η Ιερά Σύνοδος εξουσιοδότησε τον Πατριάρχη Κύριλλο να παύσει τη μνημόνευση του ονόματος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου στα Δίπτυχα, εφόσον ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος προέβαινε σε ενέργειες που, κατά τη ρωσική εκκλησιαστική εκτίμηση, θα συνιστούσαν αναγνώριση της ουκρανικής εκκλησιαστικής δομής.
Αυτό είναι κρίσιμο. Διότι αποδεικνύει ότι για την ίδια τη Μόσχα η μνημόνευση του Προκαθημένου δεν ήταν μια αδιάφορη λειτουργική λεπτομέρεια. Η Ρωσική Εκκλησία την αντιμετώπισε ως στοιχείο της εκκλησιαστικής κοινωνίας και συνέδεσε ρητά την παύση της με μια συγκεκριμένη εκκλησιολογική διαφωνία.
Και δεν επρόκειτο απλώς για θεωρητική απειλή. Στις 3 Νοεμβρίου 2019, η Ρωσική Εκκλησία ανακοίνωσε επισήμως ότι ο Πατριάρχης Κύριλλος, κατά τη Θεία Λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό του Σωτήρος Χριστού στη Μόσχα, δεν μνημόνευσε στα Δίπτυχα το όνομα του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου. Η ίδια ανακοίνωση συνέδεε ρητά την πράξη αυτή με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της 17ης Οκτωβρίου.
Επομένως, όταν σήμερα η Μόσχα αποφεύγει την ονομαστική μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών σε συλλείτουργο με Ιεράρχη της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το γεγονός σαν να εμφανίζεται για πρώτη φορά ή σαν να στερείται προηγούμενου.
Υπάρχει ένα συγκεκριμένο και επισήμως καταγεγραμμένο προηγούμενο: η ίδια η Ρωσική Εκκλησία έχει ήδη συνδέσει ρητά την ονομαστική μνημόνευση του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος με τη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος απέναντι στο ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα.
Αυτό αποδεικνύει κάτι που έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη συζήτησή μας: η παράλειψη της ονομαστικής μνημόνευσης του Αρχιεπισκόπου Αθηνών έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από τη Ρωσική Εκκλησία ως εκκλησιολογικό μήνυμα και ως συγκεκριμένη πράξη διατάραξης της κοινωνίας — και όχι ως μια απλή λειτουργική παραλλαγή.
Γι’ αυτό και το γεγονός του 2026 δεν μπορεί να αποκοπεί από το ιστορικό και εκκλησιολογικό του πλαίσιο.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι εάν η Μόσχα γνωρίζει τι σημαίνει η μνημόνευση. Το γνωρίζει και το έχει καταστήσει επισήμως σαφές. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει η σημερινή επιλογή της — και τι μήνυμα εκπέμπεται όταν ένας Ιεράρχης της Εκκλησίας της Ελλάδος συμμετέχει σε αυτήν.
Και η Εκκλησία της Ελλάδος έχει μιλήσει συνοδικά
Η άλλη πλευρά της εξίσωσης είναι εξίσου σημαντική. Στις 12 Οκτωβρίου 2019 συνήλθε εκτάκτως η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου, προκειμένου να εξετάσει το ζήτημα της Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας.
Το επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος καταγράφει ότι, κατόπιν της σχετικής εισήγησης και της εξέτασης του ζητήματος από κανονική και νομική άποψη, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας κατέληξε ότι δεν υπήρχε κώλυμα για την αναγνώριση του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Παράλληλα, αναγνώρισε το κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να παραχωρεί Αυτοκέφαλο και το προνόμιο του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος να χειριστεί περαιτέρω το ζήτημα της αναγνώρισης.
Επομένως, το ουκρανικό ζήτημα δεν μπορεί να παρουσιάζεται απλώς ως μια προσωπική διαφωνία μεταξύ του Μητροπολίτη Κερκύρας και κάποιου άλλου Ιεράρχη. Ο Μητροπολίτης Κερκύρας είναι μέλος μιας συγκεκριμένης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας. Και η Εκκλησία αυτή έχει συνοδικά διατυπωμένη θέση για το ζήτημα.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ένας επίσκοπος στερείται του δικαιώματος να έχει προσωπική θεολογική ή κανονική άποψη. Σημαίνει όμως ότι η προσωπική του άποψη δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε εκκλησιαστική θέση της Εκκλησίας στην οποία ανήκει ούτε μπορεί να υποκαταστήσει τη συνοδική της απόφαση.
Αυτό είναι στοιχειώδες συνοδικό ήθος. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ένα από τα κρίσιμα ερωτήματα της υπόθεσης: Όταν ένας Ιεράρχης της Εκκλησίας της Ελλάδος επιλέγει να συλλειτουργήσει με Προκαθήμενο ο οποίος έχει διακόψει τη μνημόνευση του Προκαθημένου της Εκκλησίας του εξαιτίας ακριβώς της στάσης της Εκκλησίας της Ελλάδος στο ουκρανικό ζήτημα, ποια εκκλησιολογική πραγματικότητα εκφράζει η συγκεκριμένη πράξη; Την προσωπική του θέση ή την Εκκλησία στην οποία ανήκει;
Το ερώτημα αυτό δεν απαντάται με την επίκληση μιας προσωπικής άποψης. Απαντάται μόνο μέσα στο πλαίσιο της συνοδικής τάξεως.
Ο 15ος Κανόνας δεν είναι «άδεια» για προσωπικές εκκλησιολογικές επιλογές
Εδώ ακριβώς πρέπει να σταματήσει μια ακόμη παρανόηση. Ο 15ος Κανόνας της λεγόμενης Πρωτοδευτέρας Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (861) δεν αποτελεί γενική άδεια σε κάθε επίσκοπο να διακόπτει τη μνημόνευση του Προκαθημένου του κάθε φορά που διαφωνεί μαζί του σε ένα εκκλησιαστικό, κανονικό ή διοικητικό ζήτημα.
Ο κανόνας θέτει, αντιθέτως, έναν σαφή κανόνα και μια εξαιρετικά συγκεκριμένη εξαίρεση. Κατά κανόνα, εκείνος που αποχωρίζεται από την κοινωνία με τον Προκαθήμενό του και παύει να μνημονεύει το όνομά του πριν από συνοδική κρίση, δημιουργώντας έτσι σχίσμα, υπόκειται σε κανονική ποινή. Η κανονική παράδοση δεν αντιμετωπίζει, επομένως, τη διακοπή της μνημόνευσης ως εργαλείο για την έκφραση κάθε είδους διαφωνίας με τον οικείο Προκαθήμενο.
Η εξαίρεση είναι απολύτως συγκεκριμένη: αφορά εκείνους οι οποίοι αποχωρίζονται από την κοινωνία με τον Προκαθήμενό τους επειδή εκείνος κηρύσσει δημοσίως αίρεση ήδη καταδικασμένη από Αγίες Συνόδους ή από τους Αγίους Πατέρες και τη διδάσκει απροκάλυπτα μέσα στην Εκκλησία. Σε αυτή την περίπτωση, ο κανόνας δεν τους θεωρεί σχισματικούς ούτε τους επιβάλλει την προβλεπόμενη ποινή.
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο του κανόνα. Επομένως, η επίκληση του 15ου Κανόνα ως γενικής κανονικής βάσης για τη δημιουργία διαφορετικών γραμμών εκκλησιαστικής κοινωνίας εξαιτίας μιας συγκεκριμένης διαφωνίας γύρω από το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα είναι τουλάχιστον εξαιρετικά προβληματική.
Ο κανόνας δεν θεσπίζει ένα γενικό δικαίωμα προσωπικής εκκλησιολογικής αυτονομίας του κάθε Ιεράρχη. Και εδώ υπάρχει μία ακόμη κρίσιμη διάκριση, η οποία αφορά άμεσα την υπόθεση που εξετάζουμε. Ο 15ος Κανόνας αναφέρεται στη σχέση ενός κληρικού με τον δικό του οικείο Προκαθήμενο. Ρυθμίζει, δηλαδή, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας επίσκοπος ή άλλος κληρικός μπορεί να διακόψει τη μνημόνευση και την κοινωνία με τον Προκαθήμενό του χωρίς να θεωρηθεί ότι δημιουργεί σχίσμα.
Δεν παρέχει σε έναν άλλο Προκαθήμενο το δικαίωμα να δημιουργεί επιλεκτική κοινωνία με μεμονωμένους Ιεράρχες μιας άλλης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, παρακάμπτοντας τον Προκαθήμενο και τη συνοδική τάξη της Εκκλησίας αυτής.
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Στην πρώτη περίπτωση εξετάζεται η κανονική δυνατότητα ενός κληρικού να αποτειχισθεί από τον δικό του Προκαθήμενο υπό την πολύ συγκεκριμένη προϋπόθεση που θέτει ο κανόνας.
Στη δεύτερη εξετάζουμε μια διαφορετική πραγματικότητα: έναν Προκαθήμενο άλλης Τοπικής Εκκλησίας που επιλέγει να συλλειτουργήσει με συγκεκριμένο Ιεράρχη μιας Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, ενώ ταυτόχρονα δεν μνημονεύει ονομαστικά τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας στην οποία ο Ιεράρχης αυτός ανήκει.
Ο 15ος Κανόνας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κανονικό άλλοθι για αυτή τη δεύτερη πραγματικότητα.
Και εδώ ακριβώς πρέπει να σταματήσει η σύγχυση: άλλο η κανονικά προβλεπόμενη αποτείχιση από έναν Προκαθήμενο υπό την ειδική προϋπόθεση του κανόνα και άλλο η δημιουργία μιας επιλεκτικής σχέσης ενός Προκαθημένου με μεμονωμένους Ιεράρχες άλλης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας.
Το επικίνδυνο μοντέλο: «κανονικοί» και «μη κανονικοί» επίσκοποι της ίδιας Εκκλησίας
Εδώ βρίσκεται, ίσως, το βαθύτερο πρόβλημα. Από το 2019 και εξής, η Μόσχα έχει διαμορφώσει μια πρακτική κατά την οποία η διατήρηση ή αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας με Ιεράρχες άλλων Τοπικών Εκκλησιών συνδέεται με τη στάση τους απέναντι στο ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα.
Δεν πρόκειται για θεωρητική διαπίστωση. Η επίσημη απόφαση της Ρωσικής Εκκλησίας του Οκτωβρίου 2019 συνέδεσε ρητά την περαιτέρω εκκλησιαστική κοινωνία με Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος με τη στάση τους απέναντι στην αναγνώριση της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ουκρανίας. Η ίδια απόφαση προέβλεψε τη δυνατότητα διακοπής της μνημόνευσης του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, ενώ η μεταγενέστερη εφαρμογή της επιβεβαίωσε ότι η Μόσχα αντιμετώπισε τη μνημόνευση ως συγκεκριμένο εκκλησιολογικό εργαλείο.
Έτσι δημιουργείται ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο. Μια Τοπική Εκκλησία δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως ενιαία συνοδική πραγματικότητα, με την οποία μια άλλη Εκκλησία βρίσκεται σε κοινωνία ή διαφωνία. Αντιθέτως, διαμορφώνεται η δυνατότητα μιας επιλεκτικής σχέσης με μεμονωμένους Ιεράρχες, ανάλογα με τη θέση που αυτοί λαμβάνουν σε ένα συγκεκριμένο εκκλησιολογικό ζήτημα.
Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από μια διαφωνία μεταξύ Τοπικών Εκκλησιών. Είναι η μεταφορά της διαμάχης στο εσωτερικό μιας άλλης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας.
Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν ένας Ιεράρχης της Εκκλησίας αυτής συμμετέχει σε πανηγυρικό συλλείτουργο με τον Προκαθήμενο ο οποίος εφαρμόζει αυτή την πρακτική, ενώ ταυτόχρονα η ονομαστική μνημόνευση του δικού του Προκαθημένου παρακάμπτεται.
Διότι τότε δημιουργείται, έστω και χωρίς ρητή διακήρυξη, η εικόνα ότι η προσωπική στάση ενός Ιεράρχη μπορεί να αποτελέσει κριτήριο για το εάν γίνεται αποδεκτός ως συνομιλητής και συλλειτουργός από έναν Προκαθήμενο άλλης Εκκλησίας.
Αυτό δεν είναι απλώς μια διαφοροποίηση απόψεων. Εάν παγιωθεί ως εκκλησιαστική πρακτική, υπονομεύει τη συνοδική υπόσταση των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών: αντί να αντιμετωπίζονται ως ενιαία εκκλησιαστικά σώματα, κινδυνεύουν να αντιμετωπίζονται ως άθροισμα μεμονωμένων Ιεραρχών, από τους οποίους κάποιοι είναι «αποδεκτοί» και κάποιοι όχι.
Και αυτό ακριβώς είναι το προηγούμενο που δεν πρέπει να νομιμοποιηθεί ως φυσιολογική μορφή των διορθοδόξων σχέσεων.
Η Μόσχα δεν έκανε πίσω
Εδώ καταρρέει και το βασικό επιχείρημα περί «καταλλαγής». Ποια ακριβώς θέση της Μόσχας άλλαξε;
Η Μόσχα αναγνώρισε την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας; Όχι.
Αποδέχθηκε τη συνοδική θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος για το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα; Όχι.
Αναγνώρισε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ως Προκαθήμενο μιας Εκκλησίας με την οποία έχει αποκαταστήσει πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία, χωρίς τις επιφυλάξεις και τις προϋποθέσεις που είχε θέσει το 2019; Δεν έχει δημοσιοποιηθεί τέτοια επίσημη ανακοίνωση.
Αντιθέτως, το επίσημο κείμενο της Ρωσικής Εκκλησίας του Οκτωβρίου 2019 εξακολουθεί να αποτελεί το τελευταίο σαφώς διατυπωμένο συνοδικό πλαίσιο της Μόσχας ως προς τις σχέσεις της με την Εκκλησία της Ελλάδος. Τότε η Ρωσική Εκκλησία συνέδεσε ρητά τη δυνατότητα διακοπής της μνημόνευσης του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου και τη διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας με συγκεκριμένους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος με τη στάση τους απέναντι στην αναγνώριση της ουκρανικής εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου 2019, ο Πατριάρχης Κύριλλος πράγματι έπαυσε τη μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου.
Δεν έχει δημοσιοποιηθεί από τη Ρωσική Εκκλησία κάποια αντίστοιχη επίσημη απόφαση που να αναιρεί αυτή τη θέση ή να αποκαθιστά πλήρως, χωρίς διακρίσεις, την προηγούμενη εκκλησιαστική τάξη στις σχέσεις της με την Εκκλησία της Ελλάδος.
Και εδώ η πραγματικότητα της Αφρικής αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας έχει χαρακτηρίσει επισήμως την ίδρυση της «Ρωσικής Πατριαρχικής Εξαρχίας» στην Αφρική ως αντικανονική παρέμβαση στην πνευματική και ποιμαντική του δικαιοδοσία. Ακόμη σημαντικότερο, η ίδια η ρωσική πλευρά έχει συνδέσει δημοσίως την ίδρυση της «Εξαρχίας», τον Δεκέμβριο του 2021, με την αναγνώριση της Εκκλησίας της Ουκρανίας από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρο Β΄.
Άρα η Αφρική δεν είναι μια άσχετη ιστορία που μπορούμε να αφήσουμε έξω από την εικόνα. Είναι ένα μεταγενέστερο και εξαιρετικά χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Μόσχα αντιμετώπισε τις συνέπειες της αναγνώρισης της ουκρανικής Αυτοκεφαλίας από άλλη Τοπική Εκκλησία: όχι μόνο ως διαφωνία μεταξύ Προκαθημένων, αλλά και με τη δημιουργία μιας παράλληλης εκκλησιαστικής δομής μέσα στα κανονικά όρια άλλης Εκκλησίας.
Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Μπορεί ένα συλλείτουργο να αποτελεί ανθρώπινο άνοιγμα; Ασφαλώς. Μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας; Αναμφίβολα. Αλλά για να χαρακτηριστεί εκκλησιολογική καταλλαγή, χρειάζεται να έχει προηγηθεί ουσιαστική μεταβολή στις ίδιες τις εκκλησιαστικές θέσεις.
Μέχρι σήμερα, δεν έχει παρουσιαστεί τέτοια μεταβολή. Γι’ αυτό και το συλλείτουργο Κερκύρας–Κυρίλλου δεν μπορεί από μόνο του να παρουσιαστεί ως αποκατάσταση των σχέσεων ή ως αλλαγή της ρωσικής εκκλησιολογικής πολιτικής.
Η εικόνα μιας στιγμής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πραγματικότητα των εκκλησιαστικών θέσεων.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία: εάν η Μόσχα δεν έχει αναθεωρήσει τις βασικές θέσεις της, τότε το ερώτημα δεν είναι απλώς τι «άνοιγμα» έκανε η ίδια, αλλά τι ακριβώς νομιμοποιήθηκε με τη συμμετοχή ενός Ιεράρχη της Εκκλησίας της Ελλάδος σε αυτή τη συγκεκριμένη πράξη.
Η Αφρική είναι η πραγματική δοκιμασία της «καταλλαγής»
Αν θέλουμε να μετρήσουμε εάν πράγματι έχει αλλάξει κάτι στην εκκλησιολογική πολιτική της Μόσχας, δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε συμβολισμούς. Αρκεί να κοιτάξουμε την Αφρική.
Στις 29 Δεκεμβρίου 2021 η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας αποφάσισε την ίδρυση της Πατριαρχικής Εξαρχίας Αφρικής. Η ίδια η ρωσική ανακοίνωση συνέδεσε την απόφαση με την αναγνώριση από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρο Β΄ της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ουκρανίας και με την επακόλουθη διατάραξη της κοινωνίας της Μόσχας με Ιεράρχες του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας που αποδέχθηκαν την αναγνώριση αυτή.
Η χρονική και αιτιολογική ακολουθία έχει ιδιαίτερη σημασία. Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας χαρακτήρισε την ενέργεια της Μόσχας «αντικανονικήν και αήθη εισβολήν και εισπήδησιν» και έκανε λόγο για δημιουργία νέων «εκκλησιαστικών σχηματισμών» μέσα στα όρια της δικής του κανονικής δικαιοδοσίας. Στην ίδια ανακοίνωση συνέδεσε ευθέως τη ρωσική επέμβαση με την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ουκρανίας από τον Πατριάρχη Θεόδωρο Β΄.
Το ζήτημα δεν έμεινε όμως σε μια ανταλλαγή ανακοινώσεων. Τον Φεβρουάριο του 2024 η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας επανεξέτασε αναλυτικά την υπόθεση και μίλησε περί της «αντικανονικής, αυθαιρέτου, αναδέλφου και διασπαστικής αυτής συμπεριφοράς» της Ρωσικής Εκκλησίας στην πνευματική και ποιμαντική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου στην Αφρική. Στο ίδιο πλαίσιο καταγράφηκαν, κατά την κρίση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, συγκεκριμένες παρεμβάσεις σε κληρικούς και η δημιουργία παράλληλων εκκλησιαστικών δομών.
Και η εξέλιξη αυτή δεν έχει σταματήσει. Τον Αύγουστο του 2025 η ίδια η Ρωσική Εκκλησία ανακοίνωσε ότι η Πατριαρχική Εξαρχία Αφρικής είχε πλέον 332 ενορίες σε 36 χώρες της αφρικανικής ηπείρου και περισσότερους από 270 ιερείς και διακόνους. Η ανακοίνωση δεν παρουσίαζε την Εξαρχία ως ένα συμβολικό ή προσωρινό εγχείρημα, αλλά ως μια εκτεταμένη και ενεργή εκκλησιαστική παρουσία.
Αυτή είναι η πραγματικότητα. Όχι μια θεωρητική διαφωνία. Μια οργανωμένη και διαρκώς αναπτυσσόμενη ρωσική εκκλησιαστική δομή, την οποία το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας θεωρεί αντικανονική παρέμβαση μέσα στα όρια της κανονικής του δικαιοδοσίας και την οποία η ίδια η Μόσχα εξακολουθεί να αναπτύσσει.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο για τη συζήτηση περί «καταλλαγής»: η αντικανονική-σχισματική Εξαρχία των Ρώσων εξακολουθεί να λειτουργεί, να οργανώνεται και να επεκτείνει τη δραστηριότητά της στην Αφρική. Η Μόσχα δεν έχει ανακοινώσει την κατάργησή της ούτε την αποχώρησή της από την ήπειρο. Αντιθέτως, οι επίσημες ανακοινώσεις της καταγράφουν συνεχή ανάπτυξη της δομής.
Γι’ αυτό η Αφρική αποτελεί ένα πολύ πιο ουσιαστικό κριτήριο από ένα μεμονωμένο συλλείτουργο. Εάν πράγματι μιλούμε για αλλαγή εκκλησιολογικής πορείας και για καταλλαγή, πού ακριβώς αποτυπώνεται αυτή η αλλαγή στην Αφρική; Πού βρίσκεται η αποκατάσταση της κανονικής τάξεως; Πού βρίσκεται η υποχώρηση από τη δημιουργία παράλληλης σχισματικής εκκλησιαστικής δομής; Πού βρίσκεται η αναγνώριση της κανονικής δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας;
Μέχρι σήμερα, τουλάχιστον σε επίπεδο επίσημων πράξεων και δημόσιων ανακοινώσεων, δεν έχει εμφανιστεί τέτοια μεταβολή. Και γι’ αυτό το ερώτημα προς κάθε Ορθόδοξο επίσκοπο που μιλά για «καταλλαγή» με τη Μόσχα είναι απλό: Πού βρίσκεται η καταλλαγή στην Αφρική;
Ο Όσιος Δανιήλ Κατουνακιώτης και το ιστορικό μάθημα του Αγίου Όρους
Η αναφορά στον Όσιο Δανιήλ Κατουνακιώτη έχει ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς επειδή μας επιτρέπει να δούμε από πολύ κοντά τι μπορεί να συμβεί όταν η εκκλησιαστική ζωή αρχίζει να συνδέεται με την εθνική ισχύ, το χρήμα και την επιδίωξη επιρροής.
Ο Δανιήλ εγκαταβίωσε στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος και εκάρη μοναχός εκεί το 1866. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως Γραμματέας της Μονής και βρέθηκε ο ίδιος μέσα στη σοβαρή σύγκρουση που αναπτύχθηκε γύρω από τη διοίκηση και τον χαρακτήρα της αδελφότητάς της. Η δική του μαρτυρία τοποθετεί μια κρίσιμη φάση της διαμάχης στο 1874 και περιγράφει τις προσπάθειες των Ρώσων μοναχών να ενισχύσουν την παρουσία και την επιρροή τους στη Μονή.
Η μαρτυρία του είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Ο Δανιήλ υποστηρίζει ότι οι πρώτοι Ρώσοι μοναχοί είχαν αρχικά εισέλθει στη Μονή με την υπόσχεση ότι θα υποτάσσονταν στην ελληνική αδελφότητα και ότι σκοπός της εγκαταβιώσεώς τους ήταν η σωτηρία της ψυχής τους και όχι η μελλοντική κυριαρχία και «εκρώσσισις» της Μονής.
Στη συνέχεια, όμως, περιγράφει μια σταδιακή μεταβολή των ισορροπιών. Αναφέρεται στην ανάληψη σημαντικών διακονημάτων από Ρώσους μοναχούς, στη συγκέντρωση διοικητικών αρμοδιοτήτων και στην ενίσχυση της ρωσικής παρουσίας. Η αφήγησή του συνδέει αυτή την εξέλιξη και με την οικονομική δύναμη που ερχόταν από τη Ρωσία. Σε χαρακτηριστικό σημείο επισημαίνει ότι τα χρήματα που εισπράττονταν στη Ρωσία προέρχονταν στο όνομα της ελληνικής Μονής του Αγίου Παντελεήμονος και όχι της Καψάλας και ότι, ως συγκοινοβιάτες, οι Ρώσοι όφειλαν να τα παρουσιάζουν στον Καθηγούμενο και στην Ιερά Κοινότητα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, ο ίδιος ο Δανιήλ περιγράφει την επιδίωξη δημιουργίας μιας διαφορετικής ισορροπίας μέσα στη Μονή με όρους που δεν αφήνουν αμφιβολία για το πώς αντιλαμβανόταν ο ίδιος τον κίνδυνο. Γράφει ότι οι Ρώσοι δεν έπρεπε να επιδιώξουν να «κυριαρχήσωσι και εκρωσσίσωσι την Μονήν» ούτε να εκδιώξουν τους Έλληνες μοναχούς που αρχικά τους είχαν δεχθεί.
Και δεν πρόκειται μόνο για οικονομική ή διοικητική αντιπαράθεση. Στη δική του αφήγηση, ο Δανιήλ περιγράφει μια πραγματικότητα στην οποία η εθνική προέλευση αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία για την άσκηση της εξουσίας μέσα στη Μονή. Περιγράφει, μεταξύ άλλων, την ανάληψη σημαντικών διακονημάτων από Ρώσους και τη σταδιακή περιθωριοποίηση των Ελλήνων από θέσεις ευθύνης.
Η ιστορία, ασφαλώς, είναι πολύ πιο σύνθετη από ένα απλό σχήμα «Έλληνες εναντίον Ρώσων». Ο Δανιήλ είναι πρωτίστως αυτόπτης και συμμετέχων, όχι ένας ουδέτερος ιστορικός παρατηρητής. Η μαρτυρία του έχει επομένως ιδιαίτερη αξία ακριβώς επειδή προέρχεται από άνθρωπο που έζησε τα γεγονότα, αλλά απαιτεί και την αντίστοιχη ιστοριογραφική προσοχή.
Αυτό, ωστόσο, δεν ακυρώνει το βαθύτερο μάθημα που μπορούμε να αντλήσουμε από τη μαρτυρία του. Όταν η εθνική ταυτότητα, η οικονομική ισχύς και η εκκλησιαστική επιρροή αρχίζουν να συγχέονται, η ίδια η εκκλησιαστική ζωή κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού.
Και αυτό είναι το πραγματικό ιστορικό μάθημα του Αγίου Όρους. Όχι ότι οι Ρώσοι είναι «οι εχθροί». Ούτε ότι οι Έλληνες υπήρξαν πάντοτε άμεμπτοι. Η ίδια η μαρτυρία του Δανιήλ περιέχει αναφορές και στην ευθύνη Ελλήνων που συνέπραξαν με τη ρωσική πλευρά. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η εθνικότητα ενός μοναχού, αλλά η μετατροπή της εθνικής ή πολιτικής ισχύος σε εργαλείο εκκλησιαστικής επιρροής ή κυριαρχίας.
Η Ορθοδοξία δεν είναι άθροισμα εθνικών εκκλησιαστικών σχεδίων. Δεν μπορεί να γίνει όχημα γεωπολιτικής επιρροής ούτε μηχανισμός αναδιανομής εκκλησιαστικής ισχύος. Δεν μπορεί να ταυτίζεται με κανένα εθνικό ή γεωπολιτικό σχέδιο. Ούτε ελληνικό. Ούτε ρωσικό. Ούτε οποιοδήποτε άλλο.
Και ίσως αυτή ακριβώς είναι η επικαιρότητα της μαρτυρίας του Οσίου Δανιήλ: το Άγιον Όρος μάς θυμίζει ότι όταν το χρήμα, η εθνική συσπείρωση και η πολιτική ισχύς εισέρχονται στον χώρο της Εκκλησίας, το πρώτο θύμα δεν είναι κάποια εθνική ομάδα. Είναι η ίδια η εκκλησιαστική τάξη.
Από τον Άθωνα στην Αφρική: η ίδια εκκλησιολογική παγίδα;
Η σύγκριση πρέπει να γίνει με προσοχή. Δεν πρόκειται για τα ίδια ιστορικά γεγονότα. Δεν πρόκειται για την ίδια εποχή ούτε για την ίδια νομική και εκκλησιαστική πραγματικότητα. Ούτε πρέπει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η σημερινή κατάσταση στην Αφρική αποτελεί απλή επανάληψη όσων συνέβησαν στον Άθωνα τον 19ο αιώνα.
Υπάρχει, όμως, ένα κοινό ερώτημα που αξίζει να τεθεί: Μπορεί μια μεγάλη Ορθόδοξη Εκκλησία να χρησιμοποιεί την εκκλησιαστική, οικονομική ή οργανωτική της ισχύ για να δημιουργεί δίκτυα επιρροής μέσα σε χώρους που ανήκουν κανονικά σε άλλες Τοπικές Εκκλησίες;
Στον Άθωνα του 19ου αιώνα, η σύγκρουση στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος συνδέθηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Οσίου Δανιήλ Κατουνακιώτη, με την ενίσχυση της ρωσικής παρουσίας, την ανάληψη σημαντικών διακονημάτων από Ρώσους μοναχούς, τη συγκέντρωση διοικητικών αρμοδιοτήτων και την οικονομική ενίσχυση που προερχόταν από τη Ρωσία. Ο ίδιος μάλιστα καταγράφει ως βασικό κίνδυνο την επιδίωξη να «κυριαρχήσωσι και εκρωσσίσωσι την Μονήν».
Στην Αφρική του 21ου αιώνα έχουμε ασφαλώς μια διαφορετική ιστορική πραγματικότητα. Δεν έχουμε μια μοναστηριακή αδελφότητα ούτε μια σύγκρουση για τη διοίκηση μιας αγιορείτικης Μονής. Έχουμε, όμως, την εγκαθίδρυση και συνεχή ανάπτυξη μιας ρωσικής εκκλησιαστικής δομής —της Πατριαρχικής Εξαρχίας Αφρικής— σε έναν χώρο, ο οποίος αποτελεί μέρος της κανονικής και ποιμαντικής δικαιοδοσίας του παλαιφάτου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Γι’ αυτό η σύγκριση δεν πρέπει να αφορά τις λεπτομέρειες των γεγονότων, αλλά τον μηχανισμό που πρέπει να μας προβληματίσει.
Στον Άθωνα, η μαρτυρία του Δανιήλ αποτυπώνει τον κίνδυνο που προέκυπτε όταν η εθνική συσπείρωση, η οικονομική δύναμη και η διοικητική επιρροή άρχισαν να λειτουργούν ως παράγοντες μεταβολής των ισορροπιών μέσα σε μια εκκλησιαστική κοινότητα.
Στην Αφρική, έναν και πλέον αιώνα αργότερα, το ερώτημα τίθεται σε διαφορετική κλίμακα: τι συμβαίνει όταν μια Τοπική Εκκλησία δημιουργεί οργανωμένη εκκλησιαστική παρουσία μέσα σε χώρο που ανήκει στην κανονική δικαιοδοσία μιας άλλης Τοπικής Εκκλησίας;
Η διαφορά των εποχών, των θεσμών και των συνθηκών δεν ακυρώνει το ερώτημα. Το κάνει ακόμη πιο επίκαιρο. Γιατί η Εκκλησία δεν κρίνεται από το μέγεθος της οικονομικής της δύναμης, τον αριθμό των δομών της ή την πολιτική της επιρροή. Κρίνεται από το εάν παραμένει πιστή στην κανονική τάξη, στη συνοδικότητα και στην ευχαριστιακή ενότητα.
Και αυτό ακριβώς είναι το ιστορικό μάθημα που συνδέει, χωρίς να ταυτίζει, τον Άθωνα του Δανιήλ Κατουνακιώτη με την Αφρική του 21ου αιώνα.
Και μέσα σε όλα αυτά, τι σημαίνει η παρουσία του Κερκύρας;
Εδώ πρέπει να είμαστε δίκαιοι. Ο Μητροπολίτης Κερκύρας είχε λάβει την κανονική άδεια της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος για τη μετάβασή του στη Ρωσία και τη μεταφορά της δεξιάς χειρός του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι, αφού έλαβε την πρόσκληση από την Εκκλησία της Ρωσίας, υπέβαλε το σχετικό αίτημά του στην Ιερά Σύνοδο, η οποία του παρείχε την άδεια. Η έγκριση της μεταφοράς του ιερού λειψάνου επιβεβαιώνεται, μάλιστα, και από σχετικό έγγραφο της Ιεράς Συνόδου της 5ης Μαΐου 2026.
Επομένως, δεν είναι ορθό να παρουσιάζεται η ίδια η μετάβασή του στη Ρωσία ως αυθαίρετη ή ως ενέργεια που έγινε χωρίς την έγκριση της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αυτό, όμως, είναι διαφορετικό από το ερώτημα εάν η άδεια για τη μετάβαση και τη μεταφορά του λειψάνου συνιστούσε εκ των προτέρων έγκριση για το συλλείτουργο με τον Πατριάρχη Μόσχας. Για το δεύτερο ζήτημα δεν πρέπει να κάνουμε τέτοια εξίσωση χωρίς συγκεκριμένη τεκμηρίωση.
Ούτε υπάρχει λόγος να υποστηριχθεί ότι ένας Ιεράρχης δεν μπορεί να επισκέπτεται μια άλλη Τοπική Εκκλησία ή να συναντά τον Προκαθήμενό της. Η επικοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών, ακόμη και σε περιόδους σοβαρών διαφωνιών, δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Αντιθέτως, μπορεί να αποτελεί προϋπόθεση για την υπέρβαση των εντάσεων.
Το ζήτημα είναι άλλο. Είναι τι σημαίνει η επίσκεψη όταν αυτή καταλήγει σε συλλείτουργο και αποκτά δημόσια εκκλησιολογική σημασία, ιδίως όταν στο πλαίσιο αυτό ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν μνημονεύεται ονομαστικά.
Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Κερκύρας δήλωσε ότι μετέφερε στον Πατριάρχη Κύριλλο τον χαιρετισμό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου, τον οποίο μάλιστα χαρακτήρισε «Πρόεδρό μας». Αυτό έχει σημασία. Δείχνει ότι ο Μητροπολίτης είχε πλήρη επίγνωση της θεσμικής του σχέσης με τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας στην οποία ανήκει.
Γι’ αυτό ακριβώς η παράλειψη της ονομαστικής μνημόνευσης του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κατά το συλλείτουργο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ασήμαντη λειτουργική λεπτομέρεια. Ιδίως όταν, σύμφωνα με την ίδια την εξήγηση του Μητροπολίτη Κερκύρας, η γενική μνημόνευση χρησιμοποιήθηκε ώστε να μην βρεθεί ο ίδιος σε δύσκολη θέση.
Εδώ, όμως, χρειάζεται και μία ακόμη διάκριση. Δεν εξετάζουμε την προσωπική άποψη του Μητροπολίτη Κερκύρας για το ουκρανικό ζήτημα ως τέτοια. Ένας Ιεράρχης μπορεί να έχει τη δική του θεολογική ή κανονική εκτίμηση. Αυτό αποτελεί μέρος της ελευθερίας του εκκλησιαστικού διαλόγου.
Η προσωπική αυτή άποψη, όμως, δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε συνοδική θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος και δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις αποφάσεις των αρμοδίων εκκλησιαστικών οργάνων.
Ακόμη περισσότερο, ένας Ιεράρχης μιας Αυτοκεφάλου Εκκλησίας οφείλει να διακρίνει την προσωπική του θέση από τη συνοδική θέση της Εκκλησίας του και να μην επιτρέπει στις προσωπικές του εκκλησιαστικές σχέσεις να δημιουργούν την εντύπωση μιας διαφορετικής διορθόδοξης πραγματικότητας από εκείνη που έχει συνοδικά διαμορφώσει η Εκκλησία του.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της κριτικής μας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Κερκύρας πήγε στη Μόσχα. Το πρόβλημα είναι ότι, συμμετέχοντας στο συλλείτουργο υπό τους συγκεκριμένους όρους, αποδέχθηκε μια λειτουργική και εκκλησιολογική πραγματικότητα μέσα στην οποία ο Προκαθήμενος της δικής του Εκκλησίας μπορούσε να παρακαμφθεί, χωρίς η συγκεκριμένη επιλογή να αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας διευκρίνισης.
Αυτό δεν συνιστά την πληρότητα της συνοδικότητας. Η συνοδικότητα δεν σημαίνει ότι κάθε Ιεράρχης παύει να έχει προσωπική συνείδηση ή άποψη. Σημαίνει ότι η προσωπική άποψη δεν μετατρέπεται σε παράλληλη εκκλησιαστική πολιτική ούτε υποκαθιστά τη συνοδική τάξη.
Και όταν ένας Ιεράρχης συμμετέχει σε μια πράξη που μπορεί να ερμηνευθεί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, έχει και ο ίδιος την ευθύνη να καταστήσει σαφές ότι η προσωπική του στάση δεν υποκαθιστά τη συνοδική θέση της Εκκλησίας του.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό εκκλησιολογικό πρόβλημα της παρουσίας του Μητροπολίτη Κερκύρας Νεκταρίου στη Μόσχα.
Δεν είναι πρόβλημα η επικοινωνία. Το πρόβλημα είναι η εκκλησιολογική σχετικοποίηση
Κάποιος θα μπορούσε εύλογα να αντιτείνει: «Μα δεν είναι καλό να υπάρχει επικοινωνία; Δεν είναι καλό να συναντιούνται οι Ορθόδοξοι; Δεν είναι καλό να υπάρχουν γέφυρες;»
Φυσικά. Η επικοινωνία μεταξύ των Τοπικών Εκκλησιών δεν είναι πρόβλημα. Είναι ανάγκη. Ούτε η συνάντηση, ούτε ο διάλογος, ούτε ακόμη και η προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μπορούν να θεωρηθούν από μόνες τους κάτι αρνητικό.
Αλλά η επικοινωνία δεν σημαίνει κατάργηση των εκκλησιολογικών ορίων. Ο διάλογος δεν σημαίνει ότι ξεχνούμε ποιος είναι ο κανονικός επίσκοπος και ποια είναι η συνοδική τάξη κάθε Τοπικής Εκκλησίας. Η ειρήνη δεν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε τη δημιουργία παράλληλων δικαιοδοσιών. Η αγάπη δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από τη συνοδικότητα.
Και η καταλλαγή δεν σημαίνει ότι ένας Προκαθήμενος μπορεί να αποφεύγει την ονομαστική μνημόνευση του άλλου Προκαθημένου, όταν μάλιστα ο συλλειτουργών Ιεράρχης ανήκει στην Εκκλησία της οποίας εκείνος προΐσταται, και στη συνέχεια η πράξη αυτή να παρουσιάζεται ως απόδειξη αποκαταστάσεως των σχέσεων.
Η αληθινή καταλλαγή απαιτεί να αντιμετωπισθεί η διαφωνία. Απαιτεί διάλογο, σαφήνεια, αμοιβαίο σεβασμό και, κυρίως, πραγματική μεταβολή εκεί όπου έχουν δημιουργηθεί εκκλησιολογικά προβλήματα.
Δεν αρκεί να αλλάξει η γλώσσα μιας στιγμής, εάν παραμένει αμετάβλητη η εκκλησιαστική πραγματικότητα. Δεν αρκεί μια γενική λειτουργική διατύπωση για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αποκαταστάθηκε η κοινωνία.
Η καταλλαγή δεν είναι να κρυφτεί η διαφωνία κάτω από μια γενική λειτουργική φράση. Είναι να αντιμετωπισθεί η διαφωνία με την αλήθεια, την κανονική τάξη και τη συνοδικότητα.
Και ακριβώς γι’ αυτό, το ζήτημα που δημιουργήθηκε στη Μόσχα δεν μπορεί να κριθεί από τη θερμότητα των χαιρετισμών, τα παράσημα ή τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις. Πρέπει να κριθεί από το εάν μεταβλήθηκε κάτι ουσιαστικό στην εκκλησιολογική πραγματικότητα.
Το επισκοπικό αξίωμα δεν είναι προσωπική διπλωματία
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σοβαρό σημείο. Ο επίσκοπος δεν είναι ιδιώτης. Δεν εκπροσωπεί τον εαυτό του. Δεν διαθέτει μια προσωπική «εκκλησία», την οποία μπορεί να εντάσσει κατά βούληση σε διαφορετικές διορθόδοξες συμμαχίες. Είναι επίσκοπος μέσα σε μια Τοπική Εκκλησία. Και η Τοπική Εκκλησία υπάρχει μέσα στην καθολική Εκκλησία.
Αυτό σημαίνει ότι η προσωπική σχέση ενός επισκόπου με έναν Προκαθήμενο άλλης Εκκλησίας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε παράλληλη εκκλησιολογική οδό, ανεξάρτητη από τη συνοδική τάξη της Εκκλησίας στην οποία ανήκει.
Ο επίσκοπος μπορεί να έχει προσωπικές σχέσεις, να συνομιλεί, να διαφωνεί, να οικοδομεί γέφυρες. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπει την προσωπική του σχέση σε υποκατάστατο της εκκλησιαστικής του ιδιότητας. Γιατί τότε το ερώτημα δεν θα είναι πλέον: «Ποια είναι η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος;», αλλά: «Ποιον επίσκοπο της Εκκλησίας της Ελλάδος προτιμά η Μόσχα;»
Και αυτή θα ήταν μια πραγματικά επικίνδυνη μετατόπιση. Διότι τότε δεν θα έχουμε πλέον απλώς μια διαφωνία μεταξύ δύο Τοπικών Εκκλησιών. Θα έχουμε τη μετατροπή των επιμέρους σχέσεων με Ιεράρχες σε μηχανισμό επιρροής στο εσωτερικό μιας άλλης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας. Και αυτό ακριβώς είναι που η συνοδική τάξη της Εκκλησίας οφείλει να αποτρέπει.
Η Ορθοδοξία δεν είναι ομοσπονδία προσωπικών συμμαχιών
Η Εκκλησία δεν είναι μια συλλογή προσωπικών σχέσεων μεταξύ ισχυρών εκκλησιαστικών παραγόντων. Δεν είναι ένα δίκτυο στο οποίο κάθε Προκαθήμενος μπορεί να δημιουργεί τις δικές του «ειδικές σχέσεις» με μεμονωμένους Ιεράρχες άλλων Εκκλησιών και, μέσω αυτών, να παρακάμπτει τις συνοδικές τους δομές.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι συνοδική. Και η συνοδικότητα δεν είναι εμπόδιο στην ενότητα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο προστατεύεται η ενότητα.
Γι’ αυτό η υπόθεση Κερκύρας δεν πρέπει να ιδωθεί απλώς ως μια προσωπική διαφωνία ή ως μια ιδιωτική εκκλησιαστική επίσκεψη. Αφορά ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: Θα εξακολουθήσουμε να μιλούμε για Τοπικές Εκκλησίες, οι οποίες συγκροτούνται και εκφράζονται συνοδικά, ή θα αρχίσουμε να μιλούμε για προσωπικά δίκτυα Ιεραρχών γύρω από τους ισχυρότερους Προκαθημένους;
Γιατί, εάν η δεύτερη λογική επικρατήσει, τότε η συνοδική τάξη αποδυναμώνεται στην πράξη. Ο κάθε Ιεράρχης μπορεί να αποκτά μια διαφορετική εξωτερική εκκλησιαστική διαδρομή, ο κάθε Προκαθήμενος να επιλέγει τους «δικούς του» συνομιλητές και, τελικά, η κανονική τάξη να αντικαθίσταται από ένα σύστημα προσωπικών σχέσεων και επιρροών.
Αυτό δεν είναι συνοδικότητα. Είναι προσωποκεντρική εκκλησιαστική διπλωματία. Και η Εκκλησία δεν μπορεί να οικοδομήσει την ενότητά της πάνω σε αυτό.
Η Μόσχα στην Αφρική δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν αυτή η λογική γίνει πράξη
Η υπόθεση της Αφρικής είναι προειδοποιητική ακριβώς επειδή δείχνει πού μπορεί να οδηγήσει η λογική της «επιλεκτικής κοινωνίας» και της δημιουργίας παράλληλων εκκλησιαστικών δομών.
Όταν η κανονική δικαιοδοσία μιας Τοπικής Εκκλησίας αμφισβητείται και στη θέση της δημιουργείται μια νέα εκκλησιαστική δομή, η Εκκλησία δεν αποκτά μεγαλύτερη ενότητα. Αποκτά δύο παράλληλες πραγματικότητες.
Και όταν η παράλληλη αυτή πραγματικότητα αρχίζει να αποκτά εκατοντάδες ενορίες, εκατοντάδες κληρικούς και οργανωμένο ποιμαντικό έργο, η πληγή δεν παραμένει θεωρητική. Βαθαίνει και παγιώνεται.
Αυτό ακριβώς καθιστά την υπόθεση της Αφρικής τόσο σημαντική για τη συζήτηση γύρω από το συλλείτουργο της Μόσχας. Δεν μπορούμε να μιλούμε για «καταλλαγή» σαν να είναι απλώς ζήτημα θερμών χειραψιών, αμοιβαίων φιλοφρονήσεων και κοινών ακολουθιών, ενώ παραμένει άλυτο ένα τόσο σοβαρό εκκλησιολογικό ζήτημα.
Δεν μπορούμε να χειροκροτούμε τις φιλοφρονήσεις στη Μόσχα και να ξεχνούμε ότι το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας έχει καταγγείλει επισήμως την ίδρυση και τη δράση της ρωσικής εκκλησιαστικής δομής στην Αφρική ως αντικανονική επέμβαση στην κανονική και ποιμαντική του δικαιοδοσία.
Και υπάρχει εδώ μια κρίσιμη διάσταση που δεν πρέπει να χαθεί. Η Αφρική δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης. Αποτελεί δοκιμασία αξιοπιστίας.
Εάν η Μόσχα επιθυμεί πράγματι την καταλλαγή με τις Εκκλησίες που έχουν αναγνωρίσει την Αυτοκεφαλία της Ουκρανίας, τότε κάποτε αυτή η επιθυμία θα πρέπει να αποτυπωθεί και στην πράξη: στον σεβασμό της κανονικής τάξεως, στην αναγνώριση των κανονικών δικαιοδοσιών και στην αποφυγή δημιουργίας παράλληλων εκκλησιαστικών δομών μέσα στα όρια άλλων Τοπικών Εκκλησιών.
Η πραγματική καταλλαγή δεν μετριέται από το πόσο θερμή είναι μια χειραψία στη Μόσχα. Μετριέται από το εάν παύουν οι λόγοι για τους οποίους η κοινωνία διαταράχθηκε.
Και όσο η πραγματικότητα της Αφρικής παραμένει αυτή που είναι, η επίκληση του συλλείτουργου Κερκύρας–Κυρίλλου ως δήθεν απόδειξης μιας ουσιαστικής αλλαγής στη ρωσική εκκλησιολογική πολιτική χρειάζεται τουλάχιστον πολύ σοβαρή επιφύλαξη.
Το συλλείτουργο δεν αποκατέστησε τις σχέσεις — αποκατέστησε την εικόνα μιας προσέγγισης
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο καθαρή αποτίμηση. Τι προέκυψε από το γεγονός; Ένας Ιεράρχης της Εκκλησίας της Ελλάδος συλλειτούργησε με τον Πατριάρχη της Ρωσικής Εκκλησίας. Ακολούθησαν δημόσιες φιλοφρονήσεις. Αμοιβαίες τιμητικές διακρίσεις. Μια εικόνα «ανοίγματος». Και όλα αυτά χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια αντίστοιχη δημόσια μεταβολή στις βασικές εκκλησιολογικές θέσεις της Μόσχας.
Ο Πατριάρχης Κύριλλος δεν χρειάστηκε να αναγνωρίσει την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας. Δεν χρειάστηκε να ανακοινώσει αλλαγή της πολιτικής της Ρωσικής Εκκλησίας στην Αφρική. Δεν χρειάστηκε να αποδεχθεί τη συνοδική θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Δεν χρειάστηκε, εν ολίγοις, να προβεί σε κάποια συγκεκριμένη πράξη που να σηματοδοτεί ουσιαστική μεταβολή της εκκλησιολογικής του στάσης.
Χρησιμοποιήθηκε, αντιθέτως, μια γενική λειτουργική διατύπωση: «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων».
Ασφαλώς, δεν πρέπει να υπερβάλουμε. Μια λειτουργική πράξη δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι η Μόσχα επιδιώκει κάποιο συγκεκριμένο επικοινωνιακό σχέδιο. Ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε τις προθέσεις της χωρίς σχετική επίσημη δήλωση. Μπορούμε, όμως, να αξιολογήσουμε το εκκλησιαστικό και δημόσιο αποτέλεσμα.
Και το αποτέλεσμα είναι ότι δημιουργήθηκε η εικόνα μιας προσέγγισης, χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη ουσιαστική μετακίνηση στις θέσεις που έχουν προκαλέσει τη διατάραξη της κοινωνίας.
Και αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να μας προβληματίσει. Γιατί η εκκλησιαστική καταλλαγή δεν μπορεί να εξαντλείται στην εικόνα της καταλλαγής. Η επικοινωνιακή εικόνα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκκλησιολογική πραγματικότητα.
Εάν δεν έχει αλλάξει η θέση, εάν δεν έχει αποκατασταθεί η κανονική τάξη και εάν δεν έχει αντιμετωπισθεί η αιτία της διαφωνίας, τότε ένα συλλείτουργο μπορεί να αποτελεί πράξη επικοινωνίας — δεν αρκεί όμως από μόνο του για να ονομαστεί αποκατάσταση των σχέσεων.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η αντίφαση: η εικόνα της καταλλαγής εμφανίστηκε πριν από την ίδια την καταλλαγή.
Δεν ήταν καταλλαγή
Η Ορθοδοξία χρειάζεται καταλλαγή. Χρειάζεται διάλογο. Χρειάζεται να θεραπεύσει τις πληγές που έχουν ανοίξει. Αλλά χρειάζεται καταλλαγή στην αλήθεια της Εκκλησίας.
Όχι καταλλαγή μέσω της παράκαμψης της κανονικής τάξεως. Όχι καταλλαγή μέσω της επιλεκτικής εκκλησιαστικής κοινωνίας με μεμονωμένους Ιεράρχες. Όχι καταλλαγή μέσω της δημιουργίας παράλληλων δικαιοδοσιών. Όχι καταλλαγή μέσω της μετατροπής των επισκόπων σε προσωπικούς διαύλους μιας εκκλησιαστικής διπλωματίας που παρακάμπτει τη συνοδική τάξη. Και, κυρίως, όχι μια καταλλαγή που ζητά από την Εκκλησία να ξεχάσει ότι υπάρχει κανονική και συνοδική τάξη.
Ο Μητροπολίτης Κερκύρας είχε κάθε δικαίωμα να επιδιώξει τον διάλογο. Είχε κάθε δικαίωμα να μεταφέρει χαιρετισμούς. Είχε κάθε δικαίωμα να επιδιώξει την ειρήνη. Αλλά ακριβώς επειδή είναι επίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος, είχε και μια ακόμη ευθύνη: να διασφαλίσει ότι η δική του παρουσία δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αποδοχή ή επιβεβαίωση μιας εκκλησιολογικής πρακτικής που η Μόσχα εξακολουθεί να εφαρμόζει απέναντι σε άλλες Τοπικές Εκκλησίες.
Και εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση. Δεν υποστηρίζουμε ότι ο Μητροπολίτης Κερκύρας υιοθέτησε συνειδητά το σύνολο της ρωσικής εκκλησιολογικής πολιτικής. Δεν έχουμε δικαίωμα να του αποδώσουμε προθέσεις που ο ίδιος δεν έχει ρητώς δηλώσει.
Το ζήτημα είναι αντικειμενικό: τι μήνυμα εκπέμπει η συγκεκριμένη πράξη μέσα στο συγκεκριμένο εκκλησιαστικό πλαίσιο;
Όταν ένας Ιεράρχης της Εκκλησίας της Ελλάδος συλλειτουργεί με τον Προκαθήμενο μιας άλλης Εκκλησίας, η οποία έχει θέσει υπό αμφισβήτηση την εκκλησιαστική στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος και έχει χρησιμοποιήσει την ονομαστική μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου της ως εργαλείο διαμαρτυρίας, η πράξη αυτή αποκτά αναπόφευκτα εκκλησιολογικό συμβολισμό.
Γι’ αυτό η ευθύνη του Ιεράρχη δεν εξαντλείται στην καλή πρόθεση ή στην προσωπική επιθυμία για ειρήνη. Αφορά και το μήνυμα που η πράξη του εκπέμπει για την Εκκλησία στην οποία ανήκει.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η υπόθεση παύει να είναι προσωπική. Γίνεται εκκλησιολογική. Και τότε το ερώτημα δεν είναι εάν κάποιος επιθυμεί την ειρήνη.
Το ερώτημα είναι εάν, στην προσπάθεια να οικοδομήσει γέφυρες, αφήνει άθελά του να γκρεμίζονται τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται η εκκλησιαστική ενότητα.
Το πραγματικό ερώτημα για την Εκκλησία
Δεν είναι αν θα μιλήσουμε με τη Μόσχα. Πρέπει να μιλήσουμε.
Δεν είναι αν θα συναντηθούμε με τους Ρώσους αδελφούς. Πρέπει να συναντηθούμε.
Δεν είναι αν πρέπει να επιδιώκουμε την ενότητα. Πρέπει να την επιδιώκουμε.
Το ερώτημα είναι με ποιους όρους.
Εάν η ενότητα σημαίνει ότι κάθε Τοπική Εκκλησία σέβεται την κανονική τάξη των άλλων, αναγνωρίζει τα όριά τους και αναζητεί την αποκατάσταση της κοινωνίας μέσα από τον διάλογο και τη συνοδικότητα, τότε είναι ευλογία.
Εάν, όμως, σημαίνει ότι ένας Προκαθήμενος μπορεί να δημιουργεί προσωπικά δίκτυα επιρροής μέσα στις άλλες Εκκλησίες, να επιλέγει μεμονωμένους Ιεράρχες ως συνομιλητές και να παρακάμπτει τη συνοδική τους τάξη, τότε δεν έχουμε ενότητα.
Εάν ο διάλογος γίνεται πάνω στη βάση της αλήθειας, της κανονικής τάξεως και του αμοιβαίου σεβασμού, τότε είναι καταλλαγή.
Εάν, όμως, οι δύσκολες εκκλησιολογικές πραγματικότητες κρύβονται πίσω από μια γενική λειτουργική φράση, ενώ παραμένουν άλυτες οι ίδιες οι αιτίες της διαφωνίας, τότε δεν έχουμε καταλλαγή.
Έχουμε σχετικοποίηση της εκκλησιολογίας. Και αυτή είναι μια πολυτέλεια που η Ορθοδοξία δεν μπορεί πλέον να επιτρέψει στον εαυτό της.
Γιατί η Εκκλησία μπορεί να αντέξει τις διαφωνίες. Μπορεί να αντέξει τις εντάσεις. Μπορεί να αντέξει ακόμη και προσωρινές ρήξεις.
Αυτό που δεν μπορεί να αντέξει χωρίς να αλλοιωθεί είναι η στιγμή κατά την οποία οι ίδιοι οι επίσκοποί της αρχίζουν να αντιμετωπίζουν την κανονική τάξη ως διαπραγματεύσιμο μέγεθος και τη συνοδική τάξη ως κάτι που μπορεί να παρακάμπτεται για χάρη προσωπικών σχέσεων ή πρόσκαιρων εκκλησιαστικών σκοπιμοτήτων.
Τότε η Εκκλησία δεν θεραπεύεται. Τότε τραυματίζεται βαθύτερα.
Και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο το συλλείτουργο Κερκύρας–Κυρίλλου δεν πρέπει να παρουσιαστεί άκριτα ως θρίαμβος της καταλλαγής.
Πριν από οποιαδήποτε πανηγυρική διακήρυξη περί «ανοίγματος», υπάρχει ένα πολύ απλούστερο ερώτημα: Τι ακριβώς άλλαξε;
Εάν η απάντηση είναι ότι δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα κάποια επίσημα διατυπωμένη ουσιαστική μεταβολή στις βασικές εκκλησιολογικές θέσεις της Μόσχας που συνδέονται με το ουκρανικό ζήτημα, τότε ένα μεμονωμένο συλλείτουργο δεν αρκεί για να αποδείξει την αποκατάσταση των σχέσεων.
Η Μόσχα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με το άλυτο εκκλησιολογικό ζήτημα της Ουκρανίας. Η Αφρική εξακολουθεί να αποτελεί ανοιχτή πληγή στις σχέσεις της με το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Και η παράλειψη της ονομαστικής μνημόνευσης του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως αυτή περιγράφηκε από τον συλλειτουργούντα Ιεράρχη, δεν μπορεί να μετατραπεί αυτομάτως σε τεκμήριο καταλλαγής μόνο και μόνο επειδή έτσι θα θέλαμε να ερμηνεύσουμε το γεγονός.
Η πραγματική καταλλαγή δεν θα κριθεί από το πόσο θερμά ήταν τα λόγια ούτε από το πόσο εντυπωσιακές ήταν οι εικόνες μιας επίσκεψης.
Θα κριθεί από το αν θα υπάρξουν συγκεκριμένες πράξεις που θα αποκαθιστούν την κανονική τάξη, θα σέβονται τη συνοδικότητα των Τοπικών Εκκλησιών και θα αντιμετωπίζουν τις πραγματικές αιτίες της διαίρεσης.
Μέχρι τότε, το συλλείτουργο της Μόσχας δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνο του η αρχή της θεραπείας. Μπορεί να είναι μια πράξη επικοινωνίας. Μπορεί να είναι μια ευκαιρία για διάλογο. Δεν είναι όμως ακόμη απόδειξη καταλλαγής. Και αυτό είναι που οφείλουμε να πούμε χωρίς φόβο αλλά και χωρίς εμπάθεια.
Γιατί όταν η κανονική τάξη σχετικοποιείται για χάρη της γεωπολιτικής, των προσωπικών σχέσεων ή των πρόσκαιρων εντυπώσεων, στο τέλος δεν κερδίζει ούτε η Μόσχα ούτε η Αθήνα ούτε το Φανάρι. Χάνει η ίδια η Εκκλησία.
Πρωτογενείς και επίσημες πηγές
- Οικουμενικό Πατριαρχείο, Παντελεήμων, Μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου, «Η μνημόνευσις του ονόματος του Επισκόπου κατά την Θείαν Λειτουργίαν», 27 Φεβρουαρίου 2014.
- Εκκλησία, Επίσημον Δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος, Οκτώβριος 2019, «Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας», με την εισήγηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου της 12ης Οκτωβρίου 2019, το Δελτίο Τύπου της 15ης Οκτωβρίου 2019 και τη σχετική επίσημη διευκρίνιση περί του περιεχομένου των Πρακτικών της Ιεράς Συνόδου.
- Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, «Statement of the Holy Synod of the Russian Orthodox Church», 17 Οκτωβρίου 2019 (Πρακτικά αρ. 125), σχετικά με τη στάση της Ρωσικής Εκκλησίας έναντι της απόφασης της Εκκλησίας της Ελλάδος για το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα και την εξουσιοδότηση του Πατριάρχη Μόσχας να παύσει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος στα Δίπτυχα.
- Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, «His Holiness Patriarch Kirill ceases liturgical commemoration of His Beatitude Archbishop Ieronymos of Athens», 3 Νοεμβρίου 2019, ανακοίνωση του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων σχετικά με την παύση της μνημόνευσης του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου στα Δίπτυχα.
- Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, «Ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής», Ιανουάριος 2022, σχετικά με την ίδρυση του Ρωσικού Πατριαρχικού Εξαρχάτου Αφρικής και την αντίδραση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
- Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, «Αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας», 16 Φεβρουαρίου 2024, σχετικά με την εισπήδηση της Ρωσικής Εκκλησίας στην ενόριο πνευματική και ποιμαντική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στην Αφρική και τη σύσταση της λεγόμενης «Πατριαρχικής Εξαρχίας Αφρικής».
- Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, «Ο Αγιώτατος Πατριάρχης Κύριλλος συναντήθηκε με την αντιπροσωπεία της Πατριαρχικής Εξαρχίας Αφρικής», 27 Αυγούστου 2025, σχετικά με την ανάπτυξη του Πατριαρχικού Εξαρχάτου Αφρικής και τα στοιχεία για τις ενορίες, τις χώρες δραστηριοποίησης και τον αριθμό των κληρικών και διακόνων.
- Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων Νεκτάριος, συνέντευξη στον Εθνικό Κήρυκα, Αύγουστος 2026, σχετικά με την επίσκεψή του στη Ρωσία, τη μεταφορά της δεξιάς χειρός του Αγίου Σπυρίδωνος, το συλλείτουργο με τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο και τη γενική λειτουργική διατύπωση «πάσης Επισκοπής Ορθοδόξων».
- Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων Νεκτάριος, «Απολογισμός του συνεχιζόμενου ιερού προσκυνήματος της δεξιάς χειρός του Αγίου Σπυρίδωνος στη Ρωσία», 28 Αυγούστου 2026.
- Κανών ΙΕ΄ της Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως (861), «Περὶ σχίσματος μητροπολιτῶν ἀπὸ τῶν ἰδίων πατριαρχῶν», σχετικά με την αποχώρηση από την κοινωνία και τη διακοπή της μνημόνευσης του οικείου Προκαθημένου πριν από συνοδική κρίση, καθώς και με την ειδική περίπτωση της δημόσιας κήρυξης ήδη καταδικασμένης αιρέσεως.
Ιστορικές πηγές και βιβλιογραφία για τον Όσιο Δανιήλ Κατουνακιώτη και τη Μονή Αγίου Παντελεήμονος
- Δανιήλ μοναχός αγιογράφος, Ιστορική μελέτη περί της αναφυείσης διαφοράς εν τη κατ’ Άθω ιερά Μονή του αγίου Παντελεήμονος της επιλεγομένης Ρωσσικού μεταξύ Ελλήνων και Ρώσσων πατέρων και περί της εξελίξεως αυτής επιδικασθείσης κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν εβδομηκοστόν πέμπτον έτος υπό των πατριαρχείων Κων/πόλεως πατριαρχεύοντος του πατριάρχου Ιωακείμ του Βου. Εν Πάτραις: Τυπογραφείον αδελφών Α. Τούλα, 1927.
- Ιερά Μητρόπολις Νέας Ιωνίας, Φιλαδελφείας, Ηρακλείου και Χαλκηδόνος, «Όσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης», 5 Σεπτεμβρίου 2022.
- Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, «Ο Άγιος Δανιήλ Κατουνακιώτης για τον εκρωσισμό και τα ρωσικά ρούβλια», Φως Φαναρίου, 4 Ιουνίου 2026. Σύγχρονη παρουσίαση της ιστορικής μαρτυρίας του Οσίου Δανιήλ και αναδημοσίευση της Ιστορικής μελέτης του 1927.
