Η αιχμηρή παρέμβαση του πρώην προέδρου του ΛΑΟΣ στον ΣΚΑΪ: η συμφωνία που, όπως καταγγέλλει, παραβιάστηκε, οι προσπάθειες να τον πείσουν να επιστρέψει στην κυβέρνηση μέσω του Μπόμπολα και η εκτίμηση ότι ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί σήμερα να αποκομίσει πολιτικά ανταλλάγματα
Η συνέντευξη του Γιώργου Καρατζαφέρη στον ΣΚΑΪ δεν ήταν μια ακόμη τηλεοπτική πολιτική συζήτηση. Ήταν μια δημόσια παρέμβαση για το πολιτικό παρασκήνιο μιας ολόκληρης εποχής, με επίκεντρο τον Αντώνη Σαμαρά και με καταγγελίες που, όπως τις διατύπωσε ο ίδιος ο πρώην πρόεδρος του ΛΑΟΣ, φωτίζουν με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο τις σχέσεις και τις συμφωνίες εκείνης της περιόδου.
Ο πρώην πρόεδρος του ΛΑΟΣ μίλησε χωρίς περιστροφές. Και έδωσε από την αρχή το στίγμα της δικής του αποτίμησης για τον Αντώνη Σαμαρά με μία φράση που δύσκολα επιδέχεται παρερμηνεία: «Δεν έχει μπέσα».
Δεν πρόκειται, σύμφωνα με την αφήγησή του, απλώς για μια πολιτική διαφωνία. Ο Καρατζαφέρης περιγράφει μια συγκεκριμένη ιστορία, με συγκεκριμένη συμφωνία και συγκεκριμένα πρόσωπα, υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά του τότε πρωθυπουργού απέναντί του δεν ανταποκρίθηκε σε όσα είχαν συμφωνηθεί.
Και αυτό είναι το σημείο από το οποίο αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον.
Η συμφωνία που, κατά τον Καρατζαφέρη, δεν τηρήθηκε
Ο Καρατζαφέρης αναφέρθηκε στην αποχώρησή του από την κυβέρνηση, εξηγώντας ότι διαφώνησε με τους όρους του PSI. Όπως περιγράφει, κατά την έξοδό του από την κυβέρνηση ο Αντώνης Σαμαράς τον πλησίασε και του ζήτησε να πει «δυο καλές κουβέντες» γι’ αυτόν, καθώς, όπως φέρεται να του είπε, θα εκτίθετο πολιτικά.
Σύμφωνα με την αφήγηση του Καρατζαφέρη, μεταξύ των δύο ανδρών υπήρξε τότε μια σαφής συμφωνία: να μην πειράξει ο ένας ανθρώπους του άλλου.
Ο ίδιος λέει ότι τήρησε τη δική του πλευρά της συμφωνίας. Όταν, όμως, διαπίστωσε ότι ο Σαμαράς δεν έκανε το ίδιο, του τηλεφώνησε και τον ρώτησε τι συνέβη. Και, όπως υποστήριξε στη συνέχεια, υπήρχαν 12-13 άνθρωποι που είχαν φύγει, για τους οποίους μπορούσε να διαπιστωθεί εάν δέχθηκαν έστω και «μισό τηλεφώνημα» για πρόσκληση.
Στο ίδιο σημείο της αφήγησής του, ο Καρατζαφέρης υποστήριξε ότι, ενώ ο Σαμαράς τού έλεγε πως δεν επρόκειτο να πάρει κανέναν, είχαν ήδη βρεθεί κοντά του ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο Μάκης Βορίδης.
Το πολιτικό νόημα της καταγγελίας είναι βαρύ. Διότι εδώ δεν μιλάμε για μια γενική πολιτική κριτική. Μιλάμε για έναν πρώην πολιτικό αρχηγό που υποστηρίζει ότι υπήρξε συγκεκριμένη προσωπική συμφωνία μεταξύ δύο πολιτικών αρχηγών και ότι αυτή, κατά την άποψή του, δεν τηρήθηκε.
Και ο Καρατζαφέρης δεν μένει εκεί.
«Έβαλε τον Μπόμπολα να με πάρει τηλέφωνο»
Η δεύτερη καταγγελία είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική του πολιτικού παρασκηνίου που περιγράφει.
Ο πρώην πρόεδρος του ΛΑΟΣ υποστήριξε ότι ο Αντώνης Σαμαράς «έβαλε λυτούς και δεμένους» προκειμένου να τον πείσει να επιστρέψει στην κυβέρνηση. Και κατονόμασε συγκεκριμένα τον τότε ισχυρό παράγοντα των μέσων ενημέρωσης, Γιώργο Μπόμπολα.
Όπως είπε, ο Σαμαράς έβαλε τον Μπόμπολα να του τηλεφωνήσει, προκειμένου να τον πείσει να πάει στην κυβέρνηση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του Καρατζαφέρη ότι ο Σαμαράς «παρακαλούσε» να επιστρέψει, επειδή, όπως υποστήριξε, τον χρειαζόταν για δικούς του πολιτικούς λόγους.
Εδώ πλέον η συνέντευξη αποκτά μια δεύτερη διάσταση. Δεν αφορά μόνο τη σχέση Σαμαρά – Καρατζαφέρη.
Αφορά και την εικόνα του πολιτικού παρασκηνίου όπως την περιγράφει ο ίδιος ο Καρατζαφέρης: μια εικόνα στην οποία πολιτικοί παράγοντες και ισχυροί άνθρωποι των μέσων ενημέρωσης εμφανίζονται να διασταυρώνονται σε προσπάθειες πολιτικής διαμεσολάβησης.
Και αυτή ακριβώς η διάσταση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν τη συνδέσει κανείς με όσα ο ίδιος ο Καρατζαφέρης είπε αργότερα στη συνέντευξη για τους «μιντιάρχες».
Από το τότε παρασκήνιο στο σήμερα: «Μέχρι τώρα εκβιάζει»
Ο Καρατζαφέρης δεν περιορίστηκε στην αναδρομή στα γεγονότα της περιόδου Σαμαρά.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο να δημιουργήσει ο πρώην πρωθυπουργός νέο κόμμα, εκτίμησε ότι, μέχρι σήμερα, ο Αντώνης Σαμαράς «εκβιάζει», όπως χαρακτηριστικά είπε, προκειμένου να κερδίσει.
Αυτό που περιγράφει ο ίδιος είναι μια πολιτική τακτική πίεσης: κατά την εκτίμησή του, ο Σαμαράς διατηρεί ανοικτό το ενδεχόμενο μιας νέας πολιτικής κίνησης και, μέχρι να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του, επιχειρεί να αποκομίσει οφέλη από τη διαπραγματευτική ισχύ που του προσφέρει αυτή η εκκρεμότητα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και το σενάριο μιας ενδεχόμενης συγκυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας με τον Σαμαρά, υπό την προϋπόθεση να αποχωρήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την πρωθυπουργία και να αναλάβει άλλος πρωθυπουργός. Όταν οι δημοσιογράφοι τον ρωτούν εάν υπάρχει πράγματι ένα τέτοιο σενάριο, ο Καρατζαφέρης το απορρίπτει κατηγορηματικά: «Αυτά είναι οι τρίχες».
Το «οικόπεδο» και η «αντιπαροχή»
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ήταν και ο τρόπος με τον οποίο ο Καρατζαφέρης περιέγραψε την πολιτική λογική που, κατά την άποψή του, βρίσκεται πίσω από τη στάση του Σαμαρά.
Ο Καρατζαφέρης προχώρησε, μάλιστα, σε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Υποστήριξε ότι λίγες ημέρες νωρίτερα είχε «διακινηθεί» πρόταση να τοποθετηθεί ο Αντώνης Σαμαράς πρέσβης στην Ουάσιγκτον, στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνδέοντας το ενδεχόμενο αυτό με την τοποθέτηση του γιου του σε ψηφοδέλτιο.
Ο ίδιος χαρακτήρισε τον Σαμαρά «αντιπαροχή» και εξήγησε την εικόνα με μια μεταφορά από την αγορά ακινήτων: σαν να θεωρεί ότι διαθέτει ένα «καλό οικόπεδο» και λειτουργεί με τη λογική «σου δίνω – μου δίνεις».
Είναι ίσως η πιο δηκτική πολιτική μεταφορά ολόκληρης της συνέντευξης. Μέσα από αυτή τη μεταφορά, ο Καρατζαφέρης παρουσιάζει τη στάση του Σαμαρά ως μια διαδικασία πολιτικής διαπραγμάτευσης, όπου η πολιτική επιρροή μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό κεφάλαιο και το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θέλει κάποιος πολιτικά, αλλά και τι μπορεί να εξασφαλίσει σε αντάλλαγμα.
Αυτή είναι η εικόνα του πρώην πρωθυπουργού που φιλοτεχνεί ο Καρατζαφέρης: ένας πολιτικός που αντιμετωπίζει την τρέχουσα πολιτική συγκυρία και ως πεδίο διαπραγμάτευσης για την απόκτηση ανταλλαγμάτων.
Το 18% της Νέας Δημοκρατίας και η βαριά πολιτική αποτίμηση
Ο Καρατζαφέρης επανέφερε στη συζήτηση και την επίδοση της Νέας Δημοκρατίας επί ηγεσίας Σαμαρά, υποστηρίζοντας ότι ο πρώην πρωθυπουργός παρέλαβε ένα «κραταιό» κόμμα και το έφερε στο 18%.
Στη συνέχεια αντιπαρέβαλε το ποσοστό αυτό με το, κατά τον ίδιο, παραδοσιακό εκλογικό μέγεθος της Νέας Δημοκρατίας, αναφέροντας ότι το μικρότερο ποσοστό της βρισκόταν περίπου στο 35%-36%.
Η αναφορά αυτή δεν ήταν τυχαία. Εντάσσεται στη συνολικότερη επιχειρηματολογία του Καρατζαφέρη για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει σήμερα ο Σαμαράς: πίσω από τη σημερινή πολιτική του επιρροή, υποστηρίζει ο πρώην πρόεδρος του ΛΑΟΣ, υπάρχει και μια προηγούμενη περίοδος διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας που συνδέθηκε με μια εξαιρετικά χαμηλή εκλογική επίδοση.
Το 18%, επομένως, αποτελεί για τον Καρατζαφέρη όχι απλώς έναν αριθμό, αλλά μέρος της πολιτικής αποτίμησης της περιόδου Σαμαρά.
«Δεν προσθέτει, αφαιρεί»
Ο Καρατζαφέρης εκτιμά ότι ένα ενδεχόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά θα μπορούσε να κινηθεί πάνω από το 5%, αλλά δεν θα αντλούσε τις δυνάμεις του μόνο από τη Νέα Δημοκρατία.
Όπως υποστήριξε, θα μπορούσε να αποσπάσει ψηφοφόρους από διαφορετικές πλευρές του ευρύτερου δεξιού και συντηρητικού χώρου, αναφέροντας συγκεκριμένα τον Κυριάκο Βελόπουλο, την Αφροδίτη Λατινοπούλου και τη Μαρία Καρυστιανού.
Όμως η ουσία της πρόβλεψής του βρίσκεται σε τέσσερις λέξεις: «Δεν προσθέτει, αφαιρεί».
Με αυτή τη φράση ο Καρατζαφέρης περιγράφει το ενδεχόμενο ενός νέου κόμματος Σαμαρά όχι ως δημιουργία ενός νέου πολιτικού πόλου που θα διευρύνει τη συντηρητική παράταξη, αλλά ως κίνηση που θα μπορούσε να αποσπάσει δυνάμεις από ήδη υπάρχοντες σχηματισμούς.
Και ακριβώς γι’ αυτό προειδοποιεί ότι η παράταξη δεν πρέπει να πέσει σε παγίδες. Η δική του οπτική, μάλιστα, ξεπερνά τα όρια της Νέας Δημοκρατίας: «Εγώ δεν είμαι Νέα Δημοκρατία. Εγώ είμαι η παράταξη», δήλωσε χαρακτηριστικά, θέτοντας ως βασικό ζητούμενο το πώς θα μπορούσε η ευρύτερη παράταξη να κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
Και στο βάθος οι «μιντιάρχες»
Ίσως όμως το πιο ενδιαφέρον σημείο της συνέντευξης να βρίσκεται αλλού. Όταν οι δημοσιογράφοι τον ρωτούν ποιος είναι ο πραγματικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο Καρατζαφέρης απορρίπτει την εκδοχή ότι αυτός είναι ο Αλέξης Τσίπρας, ο Νίκος Ανδρουλάκης ή ο Αντώνης Σαμαράς.
Και απαντά: «Είναι οι μιντιάρχες».
Ο Καρατζαφέρης υποστήριξε ότι οι ισχυροί παράγοντες των μέσων ενημέρωσης παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό και πιέζουν τον πρωθυπουργό, ζητώντας περισσότερα. Όπως είπε, ο Μητσοτάκης απαντά σε κάποιο σημείο ότι «μέχρι εκεί παραπάνω δεν γίνεται», ενώ ο ίδιος χαρακτήρισε τη στάση των μιντιακών παραγόντων ως «εκβιασμό».
Σύμφωνα με την εκδοχή που παρουσίασε, εάν ο Μητσοτάκης ενδώσει σε όσα ζητούν, θα είναι εκείνος που τελικά θα βρεθεί πολιτικά εκτεθειμένος. Και όταν ρωτήθηκε εάν οι ίδιοι παράγοντες απλώς θέλουν κάποιον άλλον στη θέση του, υποστήριξε ότι αρχικά ήθελαν τον Νίκο Ανδρουλάκη και, όταν αυτό δεν προχώρησε, «έφεραν από τα αζήτητα» τον Τσίπρα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.
Πρόκειται για βαριές πολιτικές εκτιμήσεις και καταγγελίες του Γιώργου Καρατζαφέρη. Και η σημασία τους βρίσκεται ακριβώς στο ότι προέρχονται από έναν πολιτικό με μακρά παρουσία στο προσκήνιο, ο οποίος επιλέγει να περιγράψει ανοιχτά τον ρόλο που αποδίδει στα μέσα ενημέρωσης.
Και κάπου εδώ η σημερινή συνέντευξη αποκτά μια ιδιαίτερη εσωτερική συνοχή. Διότι ο ίδιος άνθρωπος που περιγράφει, σύμφωνα με τη δική του καταγγελία, ότι ο Σαμαράς είχε χρησιμοποιήσει τον Μπόμπολα για να τον προσεγγίσει, είναι ο ίδιος που σήμερα μιλά για τη μεγάλη επιρροή των ισχυρών παραγόντων των μέσων ενημέρωσης στην πολιτική.
Ο αναγνώστης μπορεί ασφαλώς να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Ο Καρατζαφέρης δεν χαρίζεται ούτε στους άλλους
Ο Καρατζαφέρης άσκησε σκληρή κριτική και στον Κυριάκο Βελόπουλο, τον οποίο περιέγραψε ως πολιτικό με «μεγάλο πλεόνασμα ευφυΐας», αλλά και «μεγάλο έλλειμμα σοβαρότητας». Είπε, μάλιστα, ότι επί μακρόν τον προέτρεπε να «σοβαρευτεί» και να βρει ανθρώπους γύρω του, υποστηρίζοντας ότι θα τους χρειαστεί, αλλά εκείνος δεν το έκανε.
Παράλληλα, εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός για τις προοπτικές του Αλέξη Τσίπρα. Αναγνώρισε ότι ο πρώην πρωθυπουργός είναι γνωστός και εξακολουθεί να διαθέτει πολιτική αναγνωρισιμότητα, αλλά υπογράμμισε ότι έχει ήδη δοκιμαστεί στην εξουσία. Υπενθύμισε, με τη δική του χαρακτηριστική φρασεολογία, ότι «την προηγούμενη φορά ο Τσίπρας μας έκλεισε τις τράπεζες» και διερωτήθηκε γιατί να επιστρέψει στο πολιτικό προσκήνιο για να «μας κλείσει τα σπίτια».
Επιπλέον, εκτίμησε ότι η σημερινή εκλογική επιρροή του Τσίπρα βρίσκεται περίπου στο επίπεδο της «οροφής» του και άφησε να εννοηθεί ότι μπορεί να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο.
Ο Καρατζαφέρης τοποθετήθηκε, τέλος, και για τον Νίκο Ανδρουλάκη, υποστηρίζοντας ότι έχασε την ευκαιρία να ηγεμονεύσει στον χώρο της Κεντροαριστεράς, όταν ο Τσίπρας απουσίαζε και ο χώρος ήταν ανοικτός. Για τα πρόσωπα που, κατά την άποψή του, θα μπορούσαν να δώσουν μεγαλύτερη πολιτική δυναμική στον χώρο, αναφέρθηκε στον Παύλο Γερουλάνο, την Άννα Διαμαντοπούλου, τη Νάντια Γιαννακοπούλου, τον Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλο και τη Μιλένα Αποστολάκη.
Για τον Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλο, ειδικότερα, εκτίμησε ότι «θα τον ξαναδούμε μπροστά μας» και, όταν ρωτήθηκε εάν θα μπορούσε να τον δει ακόμη και ως περιφερειάρχη, απάντησε καταφατικά. Η αναφορά αφορούσε την Περιφέρεια Πελοποννήσου. Στο ίδιο σημείο, ο Καρατζαφέρης υποστήριξε ότι, εάν η Νέα Δημοκρατία συνεχίσει «το λάθος που της επέβαλε ο Σαμαράς», ο Κωνσταντινόπουλος θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση του περιφερειάρχη. Η αιχμή παραπέμπει, κατά την πολιτική ανάγνωση της τοποθέτησής του, στην επιλογή του Δημήτρη Πτωχού για την Περιφέρεια Πελοποννήσου, επιλογή που είχε συνδεθεί πολιτικά με τον Αντώνη Σαμαρά.
Δεν εμφανίστηκε, επομένως, στη συγκεκριμένη συνέντευξη ως εκπρόσωπος μιας μονοδιάστατης κομματικής γραμμής. Κατέθεσε μια ευρύτερη πολιτική ανάγνωση, με σκληρές αιχμές κατά του Σαμαρά, κριτική προς την υπόλοιπη αντιπολίτευση και ταυτόχρονα προειδοποιήσεις για τον κατακερματισμό της ευρύτερης παράταξης.
Η αναγνώριση στον Μητσοτάκη για τα εθνικά
Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την επίθεση, ο Καρατζαφέρης έκανε κάτι που έχει τη δική του πολιτική σημασία: αναγνώρισε στον Κυριάκο Μητσοτάκη ιδιαίτερα υψηλή επίδοση στα εθνικά και εξωτερικά ζητήματα. Τον χαρακτήρισε «τον καλύτερο πρωθυπουργό», τουλάχιστον σε αυτά τα πεδία.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τη μεταβολή, κατά την εκτίμησή του, της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος απέναντι στην Τουρκία. Θύμισε την εικόνα του 2019, όταν —όπως είπε— ο Τούρκος πρόεδρος απειλούσε ότι θα έρθει «ένα βράδυ» σε ελληνικό νησί, και την αντιπαρέβαλε με τη σημερινή κατάσταση. Αναφέρθηκε στα πολεμικά πλοία και στα γαλλικά και αμερικανικά αεροσκάφη που διαθέτει πλέον η Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι η ενίσχυση αυτή έχει μεταβάλει την ισορροπία και έχει περιορίσει την τουρκική ρητορική.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε και στη σχέση Ελλάδας – Ισραήλ. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι προσωπικά είχε συμβάλει στην απαρχή αυτής της σχέσης επί Γιώργου Παπανδρέου, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ήταν «ο ανάδοχος» εκείνης της προσπάθειας και καλώντας τους δημοσιογράφους να ρωτήσουν σχετικά τον ίδιο τον πρώην πρωθυπουργό.
Άρα η συνέντευξη δεν καταλήγει σε μια απλή εξίσωση «Καρατζαφέρης εναντίον Σαμαρά». Είναι κάτι πιο σύνθετο: σκληρή καταγγελία του Σαμαρά, αιχμηρή κριτική σε πολιτικά πρόσωπα και δυνάμεις του ευρύτερου πολιτικού σκηνικού, προειδοποίηση για τον κατακερματισμό της ευρύτερης κεντροδεξιάς παράταξης και, ταυτόχρονα, σαφής αναγνώριση στον Κυριάκο Μητσοτάκη για την πολιτική του στα εθνικά και εξωτερικά ζητήματα.
Η πολιτική ουσία: Όταν το παρασκήνιο βγαίνει στο προσκήνιο
Η σημερινή παρέμβαση του Γιώργου Καρατζαφέρη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή προέρχεται από έναν πολιτικό με μακρά παρουσία στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, ο οποίος μιλά για πρόσωπα και καταστάσεις που γνώρισε ο ίδιος από κοντά.
Οι καταγγελίες του για τον Αντώνη Σαμαρά είναι δικές του μαρτυρίες, κρίσεις και πολιτικές εκτιμήσεις και, ως τέτοιες, πρέπει να αποδίδονται στον ίδιο. Όπως κάθε δημόσια καταγγελία, επιδέχονται ασφαλώς απάντηση από την άλλη πλευρά, η οποία και αναμένεται με ενδιαφέρον.
Αυτό όμως δεν μειώνει το πολιτικό αποτύπωμα της σημερινής παρέμβασης. Ο Καρατζαφέρης μίλησε δημόσια, με ονοματεπώνυμα και χωρίς να αποφύγει τις βαριές διατυπώσεις.
Και ακριβώς γι’ αυτό η φράση «δεν έχει μπέσα» μπορεί να είναι η πιο ηχηρή ατάκα της συνέντευξης, αλλά δεν είναι η μόνη που αξίζει να κρατήσει κανείς.
Πίσω από αυτήν βρίσκεται ένα ολόκληρο αφήγημα: η συμφωνία που, κατά τον ίδιο, δεν τηρήθηκε· η δική του καταγγελία ότι επιχειρήθηκε η επιστροφή του στην κυβέρνηση και ότι χρησιμοποιήθηκε γι’ αυτό ο Γιώργος Μπόμπολας· η αντίληψη του «σου δίνω – μου δίνεις»· η εκτίμηση ότι ο Σαμαράς «μέχρι τώρα εκβιάζει» για να κερδίσει πολιτικά· αλλά και η ευρύτερη καταγγελία του για τον ρόλο που, κατά την άποψή του, διαδραματίζουν οι «μιντιάρχες» στην πολιτική ζωή.
Ο Αντώνης Σαμαράς έχει πίσω του μια μακρά και βαριά πολιτική διαδρομή. Ο Γιώργος Καρατζαφέρης έχει επίσης διανύσει δεκαετίες στην πρώτη γραμμή της πολιτικής.
Σήμερα, ένας παλιός πολιτικός αρχηγός επέλεξε να μιλήσει δημόσια για έναν άλλον — και μάλιστα με τρόπο που επαναφέρει στο προσκήνιο παλαιές συμφωνίες, πρόσωπα και παρασκηνιακές διαδρομές.
Το τι από όλα αυτά θα επιβεβαιωθεί, τι θα αμφισβητηθεί και τι θα απαντηθεί από τους εμπλεκομένους είναι υπόθεση της ίδιας της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Αλλά ένα είναι βέβαιο: η σημερινή συνέντευξη του Γιώργου Καρατζαφέρη έφερε ξανά στο προσκήνιο έναν ολόκληρο φάκελο πολιτικού παρασκηνίου — και τον άνοιξε δημοσίως, με ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις.
